Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Ναόμι Καουάσε: «Η ταινία μου είναι μια αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση»


Από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές δημιουργούς ενός σινεμά των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών και των έντονων συναισθημάτων, η Γιαπωνέζα Ναόμι Καουάσε μας προσφέρει με το φαινομενικά ελάχιστα υποσχόμενο, κρίνοντας από τον τίτλο του, Γλυκό φασόλι ένα τρυφερό «διαμαντάκι» για τη χαρά, τη θλίψη και την ποίηση της καθημερινότητας. Πρωταγωνιστές, 2 μοναχικοί ήρωες, ο Σεντάρο και η ηλικιωμένη Τόκουε, που οι δρόμοι- και οι ιστορίες τους- συναντιούνται σε μια υπαίθρια καντίνα, η οποία πουλάει ντοραγιάκι (ένα είδος τηγανίτας με σάλτσα γλυκού κόκκινου φασολιού). Συζητώντας με την σκηνοθέτρια, με αφορμή την προβολή της ταινίας της από τις 9 Φεβρουαρίου σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Σε ποιο βαθμό έχει διαμορφώσει η προηγούμενη εμπειρία και ενασχόλησή σας με τη δημιουργία ντοκιμαντέρ το αφηγηματικό και το οπτικό σας στιλ, καθώς και την επιλογή των θεματικών νημάτων;

Σε πολλές περιπτώσεις, μοτίβο στις ταινίες μου έχει αποτελέσει η ύπαρξη ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν στη ζωή και ο χρόνος που περνώ μαζί τους. Επίσης, νιώθω πως η δημιουργία ταινιών ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας συμβαδίζουν και αλληλοεπηρεάζονται πολύ.

Το σινεμά σας είναι εκείνο των «μικρών» ανθρώπων, των μικρών χειρονομιών, των έντονων συναισθημάτων- ένα λυρικό σινεμά για τη χαρά, τη θλίψη, την ποίηση που εμφιλοχωρούν στην καθημερινότητα. Είναι έτσι;

Όπως επισήμανες, στις ταινίες μου συχνά προσπαθώ να εξυψώσω το συνηθισμένο με το να παρουσιάζω το σύμπαν που κρύβεται στις ζωές εκείνων, οι οποίοι δεν αφήνουν το σημάδι τους στην ιστορία, των απλών πολιτών. Για τα πράγματα που είναι δύσκολο να δούμε, που δεν μπορούν να ιδωθούν, χρησιμοποιώ το «φιλμ», προκειμένου να τα μεταφράσω και να τα μοιραστώ ως εκφράσεις με τους ανθρώπους.



Τα άνθη της κερασιάς φαίνεται να αποτελούν μια από τις κύριες μεταφορές για το χρόνο στο Γλυκό φασόλι. Ποια είναι η συμβολική τους σπουδαιότητα στην ιαπωνική παράδοση;

Αισθάνομαι ότι τα άνθη της κερασιάς ενσαρκώνουν την ιαπωνική κουλτούρα και μας δίνουν μια αίσθηση αρχής και τέλους. Αυτά τα λουλούδια είναι σε πλήρη ανθοφορία μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η ομορφιά του πώς πέφτουν στο έδαφος και τα όσα νιώθουν οι άνθρωποι, όταν με ανυπομονησία περιμένουν αυτή τη στιγμή, αντανακλούν την ευθραυστότητα της ζωής και τις αιώνιες ευχές. Η πνευματικότητα συνδέεται με την αρχαία Ιαπωνία και μέσα στις 4 εποχές και τα χαρακτηριστικά της φύσης. Όταν τελειώνει η άνοιξη, φτάνει το καλοκαίρι, έπειτα το φθινόπωρο και ο χειμώνας, καθώς νιώθουμε την εναλλαγή των εποχών, την αρχή και το τέλος τους. Είναι σαν να βιώνουμε διαφορετικά συναισθήματα, όπως «θλίψη» και «χαρά» την ίδια στιγμή.

Όπως το αντιλαμβάνομαι, το Γλυκό φασόλι είναι μια ελεγεία για τη ζωή, το θάνατο, τη μοναξιά, τις δεύτερες ευκαιρίες- και την ανάγκη να μοιραστείς ανήκουστες, παραμελημένες ή ανεπιθύμητες ιστορίες. Περί αυτού πρόκειται, τελικά;

Εδώ βρίσκεται το σημείο, όπου η «λέπρα» αποτυπώνει της «αχρείαστες και αγνοημένες ιστορίες», οι οποίες, όπως ξέρεις, υφίστανται κατά εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Νιώθω ότι αυτή η ταινία μπορεί να είναι εκείνη η αχτίδα ελπίδας για εκείνους που βρίσκονται σε απόγνωση, όταν αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει τελειώσει, ή δε θα έχουν ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Εισπράττουμε κουράγιο από τη σπάνια ύπαρξη της «Τόκουε», η οποία γέμισε τη ζωή της ακούγοντας τη «φωνή» των γλυκών φασολιών.

Εφαρμόζετε την ίδια «χειροποίητη» ευαισθησία στη δημιουργία των ταινιών σας με της Τόκουε, όταν φτιάχνει τα ντοραγιάκι;

Δε νομίζω πως είμαι δεξιοτέχνης, αλλά σίγουρα θεωρώ τον εαυτό μου ως συυγραφέα που εισάγει χειροποίητη ευαισθησία στην τέχνη του.



Τι αναζητάτε κυρίως στους ηθοποιούς και τις ηθοποιούς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, όταν κάνετε κάστινγκ για μια ταινία;

Τα «μάτια» τους. Τα «μάτια» τους είναι αυτό που αφηγείται ό,τι βρίσκεται στην καρδιά. Ακόμα και για εκείνους, οι οποίοι διαθέτουν πιο εκλεπτυσμένη έκφραση, είναι το μάτι τους ο τόπος που κατοικεί η ψυχή τους, κι αυτό δίνει δύναμη στη ρίζα του φιλμ.

Πόσο, και προς ποια κατεύθυνση, έχει αλλάξει η ιαπωνική κοινωνία, την οποία παρατηρείτε τόσο στενά, στη διάρκεια των χρόνων που γυρίζετε ταινίες;

Νομίζω ότι έχει αλλάξει πολύ. Πώς ξοδεύεται ο «χρόνος», πώς επικοινωνούμε με «ανθρώπους», αυτά τα σημαντικά πράγματα έχουν γίνει εύκολα. Αρχικά, στην ιαπωνική πολιτιστική αισθητική όσα ήταν δύσκολο να αποκτηθούν απαιτούσαν χρόνο και ζύμωση, ώσπου κάτι «αυθεντικό» να βρεθεί. Αυτός είναι ο λόγος που κάτι τέτοιο φυλασσόταν σαν θησαυρός και θεωρείτο «ξεχωριστό». Στο σημερινό κόσμο μας, η ευκολία και η άνεση έχουν προοδεύσει και αυτή η ίδια η πρόοδος έχει ως συνέπεια την καταλήστευση της παράδοσης, της κουλτούρας και της μοναδικότητας. Αφού η ανταλλαγή ήταν κάτι δύσκολο για το νησιωτικό μας έθνος, η μοναδικότητα ανθούσε, αλλά τώρα, με την εξάπλωση του ίντερνετ, η ευκολία έχει γίνει κυρίαρχη.



Υπάρχει ένα γυναικείο ή θηλυκό βλέμμα στο σινεμά και, αν ναι, κατά ποια έννοια διαφοροποιείται από το αρσενικό/αντρικό; Ποια έχει υπάρξει η μεγαλύτερη πρόκληση, την οποία βιώσατε ως γυναίκα, στην ανδροκρατούμενη κινηματογραφική βιομηχανία;

Όντως αισθάνομαι ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο αλήθεια, αν και δεν μπορούμε να κατηγοριοποιούμε και να ταξινομούμε τους ανθρώπους με ευκολία. Η θηλυκότητα στους άντρες και η αρρεπωνότητα στις γυναίκες υφίστανται. Ναι ή όχι, μαύρο ή άσπρο, υπάρχει αναρίθμητη ποικιλομορφία- και υπάρχει μέσα μας, επίσης. Κατανοώ απολύτως την ανακουφιστική αίσθηση που προκύπτει με τις κατηγορίες, αλλά πιστεύω πως οι εκφράσεις, οι οποίες δεν κατηγοριοποιούνται, είναι αυτές που συνδέονται με τη γέννηση καλλιτεχνών όπως εγώ. Με αυτή την έννοια, η πρόκλησή μου είναι να μην κατηγοριοποιούμαι, αλλά να συνεχίζω να εκφράζω τη μοναδικότητά μου, η οποία μπορεί να αναχθεί στις καταβολές μου. Για να το θέσω απλά, το να μη χάσω τον «εαυτό» μου.

Από τον καιρό του ντεμπούτου σας μυθοπλασίας Suzaku, που προβλήθηκε στις Κάννες 20 χρόνια πριν, έχετε υπάρξει ανάμεσα στις «αγαπημένες» σκηνοθέτριες του φεστιβάλ ανά τα χρόνια. Αισθάνεστε έτσι; Πόυ αποδίδετε τη σταθερή εμπιστοσύνη των προγραμματιστών του στη δουλειά σας;

Αναμφίβολα, εισπράττω αγάπη απο τις Κάννες. Και πράγματι νιώθω ότι με έχουν γαλουχήσει. Όπως έχω δηλώσει κι άλλοτε, νομίζω πως αυτό συμβαίνει γιατί συνεχίζω να δημιουργώ «κάτι που μόνο η Ναόμι Καουάσε μπορεί να δημιουργήσει».  

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ναόμι Καουάσε, η οποία βρήκε το χρόνο να απαντήσει στις ερωτήσεις μου εν μέσω post-production της καινούριας της ταινίας Radiance, και την βοηθό της Deguchi Chiharu για την πολύτιμη συνδρομή της στη διεξαγωγή της συνέντευξης.

Η ταινία της Ναόμι Καουάσε Γλυκό φασόλι προβάλλεται από τις 9 Φεβρουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Mikrokosmos/Flisvos Films.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Μοχάμεντ Ντιάμπ: «Για την αιγυπτιακή κοινωνία δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το μαζί»


Το κλειστοφοβικό πολιτικο-κοινωνικό θρίλερ του πολλά υποσχόμενου Αιγύπτιου σκηνοθέτη Μοχάμεντ Ντιάμπ Η κλούβα, εξ ολοκλήρου γυρισμένο σε μια αστυνομική κλούβα, αποτυπώνει με οδυνηρή διαύγεια τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μέσα από την ιστορία μιας πλειάδας αντιπροσωπευτικών χαρακτήρων διαφορετικών πεποιθήσεων, έγκλειστων εκεί για τα 97 εκρηκτικά λεπτά της ταινίας. Το φιλμ του Ντιάμπ, με το οποίο εγκαινιάστηκε το τμήμα Ένα κάποιο βλέμμα του περσινού Φεστιβάλ Καννών, προκάλεσε παθιασμένες συζητήσεις και διαμάχες στην Αίγυπτο και προβάλλεται από τις 9 Φεβρουαρίου  στις αίθουσες, μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του στο περσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Από τη σεξουαλική παρενόχληση γυναικών (Οι γυναίκες του λεωφορείου 678), στην πολιτική βία και τη στρατιωτική καταστολή (Η κλούβα), δε φοβάσαι ποτέ να καταπιαστείς με σύγχρονα ζητήματα, ως επί το πλείστον συνδεόμενα με την αιγυπτιακή κοινωνία. Θεωρείς τη σκηνοθεσία πολιτική διαδικασία, μια αντανάκλαση του πώς λειτουργείς πολιτικά ως άτομο;

Για μένα η σκηνοθεσία είναι κάτι άλλο. Όταν γράφω και σκηνοθετώ μια ταινία, πρόκειται για 3 χρόνια από τη ζωή μου, επομένως χρειάζεται να έχω κίνητρο, μια ιδέα που να με έχει συγκινήσει τόσο πολύ, ώστε να είμαι εντάξει με το να αφιερώσω αυτό τον καιρό στοχαζόμενος πάνω στη συγκεκριμένη ιδέα κάθε μέρα που περνά. Ασφαλώς, οι περισσότερες από αυτές αφορούν ουσιωδώς την κοινωνία μου. Η πρώτη σχετιζόταν με τη σεξουαλική παρενόχληση. Ένιωσα την ανάγκη να καταπιαστώ μ’ αυτή, ιδίως ως άντρας, γιατί εκείνη την περίοδο κανένας δεν παραδεχόταν πως αντιμετωπίζαμε αυτό το πρόβλημα στην Αίγυπτο- οι γυναίκες κυρίως ήταν εκείνες που το συζητούσαν, ενώ οι άντρες κυρίως εκείνοι που αρνούνταν την ύπαρξή του.



Το ίδιο και με την Κλούβα. Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει πιο σημαντική ιδέα στην αιγυπτιακή κοινωνία από εκείνη της συνύπαρξης. Όταν μια χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα εμφύλιου πολέμου, δεν υπάρχει κάτι ουσιαστικότερο από το να πεις «όχι, δεν είναι αυτή η λύση». Εξ αποστάσεως, είμαι το είδος του ανθρώπου, ο οποίος θα ήθελε οι ταινίες που κάνει να έχουν θετική επίδραση στους ανθρώπους, να αλλάξουν τη ζωή τους, να τους φέρουν κοντά. Δε με βλέπω ως πολιτικοποιημένο άτομο, είμαι κοινωνικός ακτιβιστής. Ϊσως η επόμενη ταινία μου να είναι μόνο για την αγάπη. Δεν ξέρω.

Η πιο πρόσφατη ταινία σου Η κλούβα, προσφέρει μια ολοκληρωμένη, αν και ενοχλητική, εικόνα της μετεπαναστατικής αιγυπτιακής κοινωνίας. Πόσο δούλεψες πάνω στη βασική ιδέα της ταινίας και σε ποιο βαθμό μετασχηματίστηκε με τον καιρό;

Η ιδέα ήρθε στον αδερφό μου, που είναι και συν-σεναριογράφος, και σε μένα στο τέλος του 2013 και μας πήρε 3 χρόνια, για να την υλοποιήσουμε. Τουλάχιστον ένα χρόνο πριν την έναρξη των γυρισμάτων, κατασκευάσαμε μια ξύλινη ρεπλίκα της κλούβας και ξεκινήσαμε τις πρόβες με τους ηθοποιούς εκεί, ανακαλύπτοντας ιδέες και καταστάσεις, οι οποίες δεν περιέχονταν στο σενάριο. Έπειτα, γυρίσαμε όλη την ταινία μέσα στην κλούβα, γεγονός που μου δίδαξε πολλά για τον κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά. Τα γυρίσματα υπήρξαν πρόκληση από τεχνικής άποψης, ιδίως για κάποιον όπως εγώ με μηδενικό τεχνικό υπόβαθρο. Ήταν η περίοδος της δοκιμής και του λάθους.



Γιατί επέλεξες να τη γυρίσεις σε κλειστό χώρο;

Γιατί ήθελα οι θεατές της ταινίας να βιώσουν αυτή την εμπειρία ως δικιά τους- αν βρεθείς σε μια τέτοια κλούβα, έτσι βλέπεις τον κόσμο. Για μένα, σε αυτό συνίσταται το σινεμά, στο να βλέπεις τον κόσμο μέσω της ιδέας, των ματιών ενός άλλου. Κι η συγκεκριμένη ταινία βλέπει τον κόσμο μέσω των εμπειριών άλλων ανθρώπων. Αυτή είναι Αίγυπτός μας, παραπονιόμαστε πολύ, είναι δύσκολο, αλλά ζούμε μαζί και πρέπει να βρούμε ένα τρόπο. Για την αιγυπτιακή κοινωνία δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το μαζί.

Παρά την ύπαρξη του συγκεκριμένου φορμαλιστικού περιορισμού, αλλά και πρόκλησης, καταφέρνεις να διατηρήσεις μια απίστευτη αίσθηση ρυθμού και αγωνίας σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Πόσο δύσκολο ήταν να πετύχεις αυτό το αποτέλεσμα;

Πάντα λέμε ότι, όσο περισσότερο περιορίζεσαι, τόσο περισσότερο αποκτάς στιλ, τόσο πιο πολύ αναγκάζεσαι να είσαι δημιουργικός. Ένα φιλμ με 27-28 βασικούς χαρακτήρες ήταν μια τεράστια πρόκληση. Πώς μπορείς να συμπάσχεις με καθένα από τους χαρακτήρες, με όλες τις πολιτικές πτυχές ή τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί και προκύπτουν στην ταινία; Αλλά, όπως προείπα, οι πρόβες πριν τα γυρίσματα βοήθησαν πολύ προς αυτή την κατεύθυνση. Μια άλλη πρόκληση, ήταν τα γυρίσματα στους δρόμους. Ήταν αυτοκτονία. Γι’ αυτό και έπρεπε να γυρίζουμε γρήγορα και με επαγγελματισμό. Ακόμα κι έτσι, η σκηνή στη γέφυρα ήταν μια καταστροφή, γιατί επενέβη η αστυνομία, οι άνθρωποι της γειτονιάς μας επιτέθηκαν και ο οικονομικός διευθυντής της παραγωγής έπεσε θύμα απαγωγής. Χτυπήθηκε λίγο, αλλά έπειτα μου είπε ότι θα το ξαναεμπλεκόταν στην ταινία! Οι Αιγύπτιοι, εξάλλου, ενθουσιάζονται: οι μισοί υποστήριζαν την αστυνομία κι οι υπόλοιποι με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Όλη η διαδικασία έμοιαζε αληθινή κι οι άνθρωποι ήθελαν να συμμετάσχουν.



Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι στο σύνολό τους εξαιρετικές. Πόσο κοντά στους χαρακτήρες που υποδύονταν βρίσκονταν- ή πόσο διέφεραν στην πραγματική τους ζωή;

7-8 από τους χαρακτήρες της ταινίας βασίζονταν στους πραγματικούς. Δε χρειαζόταν να μιμηθούν κάποιον, απλώς να έχουν μια ιδέα για το ποιος είναι, ποιο είναι το ταξίδι της ζωής του. Έδωσα στον κάθε ηθοποιό την ελευθερία να υποδυθεί το χαρακτήρα με τον τρόπο που ήθελε. Άλλωστε, επειδή ήταν μια τόσο δύσκολη ταινία, το σενάριο ξαναγράφτηκε 13 φορές, ενώ ακύρωσα χαρακτήρες και έδωσα σε ηθοποιούς διαφορετικούς ρόλους. Όταν βλέπεις ηθοποιούς να αλληλεπιδρούν, αντιλαμβάνεσαι τι είναι αληθινό, τι ψεύτικο, τι περιττό, τι λειτουργικό και τι όχι. Ελπίζω να μπορέσω να ξανακάνω κάτι τέτοιο, να δώσω στον εαυτό μου να εξασκηθώ, πριν κάνω μια ταινία.



Παρά τις συμφιλιωτικές της προθέσεις, η Κλούβα υπαινίσσεται ένα χαοτικό, και πιθανότατα όχι αισιόδοξο, τέλος. Έτσι αντιλαμβάνεσαι την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αίγυπτο; Και πώς έγινε δεκτή η ταινία σου στη χώρα;

Για μένα, πρόκειται για ανοιχτό τέλος, συνεπώς ο καθένας έχει τη δικιά του ερμηνεία. Αλλά, ρεαλιστικά και ειλικρινά μιλώντας, οι πιθανότητες είναι σε βάρος των Αιγυπτίων, σε βάρος των χαρακτήρων στην κλούβα. Στις μέρες μας η λέξη «συνύπαρξη» ισοδυναμεί με προδοσία. Γι’ αυτό και, όταν προβλήθηκε η ταινία στην Αίγυπτο, μας εκτόξευσαν όλων των ειδών τις κατηγορίες από κάθε πλευρά. Κάθε πλευρά αντιμετωπίζει την άλλη ως κάτι τερατώδες, διαβολικό. Ήταν σαν να κάνεις μια ταινία για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία παρουσιάζει με ανθρωπιά τους Γερμανούς, τους Ιταλούς, τους Αμερικανούς και τους Ιάπωνες. Ωστόσο, είμαι ονειροπόλος, εξακολουθώ να ονειρεύομαι. Οτιδήποτε συμβαίνει στην κοινωνία ανάγεται στις επιλογές του καθενός. Προσωπικά, διαλέγω την ιδέα της συνύπαρξης κι ελπίζω να λειτουργήσει. Δε θέλω να είμαι πεσιμιστής. Σε πολλούς, άλλωστε, άρεσε η ταινία και το μήνυμά της, η προώθηση της ιδέας της Επανάστασης πως υπάρχει χώρος για τον καθένα.



Η Κλούβα υπήρξε η πρόταση της Αιγύπτου για το φετινό Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Δεδομένης της ανοιχτά κριτικής στάσης της ταινίας σου απέναντι στις διάφορες πτυχές της αιγυπτιακής κοινωνίας, καθώς και στις θρησκευτικές και στρατιωτικές δομές εξουσίας, σε εξέπληξε αυτή η επιλογή;

Επειδή, σύμφωνα με το ισχύον σύστημα, προτάθηκε από ανεξάρτητους καλλιτέχνες, δεν ήταν έκπληξη. Αν επρόκειτο για κυβερνητική επιλογή, θα ήταν μεγάλη.

Πότε αναμένεται να ξεκινήσουν τα γυρίσματα της επόμενης δουλειάς σου;

Το επόμενο εγχείρημα, το οποίο ονειρεύομαι να υλοποιήσω, είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που γράφω. Θα είναι στα αγγλικά. Κατά κάποιο τρόπο, επέλεξα να γυρίσω μια τέτοια ταινία για να δραπετεύσω. Έχω κατακλυστεί από τα πολιτικά και τα κοινωνικά ζητήματα και ήθελα να μιλήσω για κάτι που δεν υπάρχει, φανταζόμενος το μέλλον. Δε θα περιέχει ιπτάμενους δίσκους, πάντως!

Ευχαριστώ πολύ τον Μοχάμεντ Ντιάμπ, ο οποίος, εν μέσω της συγγραφής του σεναρίου της καινούριας του ταινίας, ξέκλεψε λίγο χρόνο για τη συνομιλία μας, και την Ελένη Τεμπονέρα από το Γραφείο Τύπου της Weird Wave για τη συμβολή της στην πραγματοποίησή της.

Η ταινία του Μοχάμεντ Ντιάμπ Η κλούβα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 9 Φεβρουαρίου σε διανομή της Weird Wave.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Κιμ Νουέν: «Το να έρχεσαι αντιμέτωπος με το κρύο σου θυμίζει πως έχεις σώμα»


Ο Κιμ Νουέν, ένας από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους Καναδούς σκηνοθέτες, βρέθηκε για λίγες μέρες στην Αθήνα στο πλαίσιο της πρώτης Εβδομάδας Καναδικού Κινηματογράφου, που ολοκληρώνεται την Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Στη διάρκεια της παραμονής του, παρουσίασε στο αθηναϊκο κοινό την πιο πρόσφατη ταινία του Δυο εραστές και μια αρκούδα, μια ιστορία αγάπης και πόνου με φόντο το αφιλόξενο αρκτικό τοπίο και πρωταγωνιστές δυο εραστές και μια... αρκούδα με φιλοσοφημένη διάθεση. Τον συναντήσαμε.

Ποια είναι η σχέση με το αρκτικό τοπίο αυτό όχι μόνο ως τέτοιο, αλλά και ως πλαίσιο αναφοράς, ως αίσθηση, ως διάθεση;

Είναι περίεργο, αλλά πρόκειται για κάτι που ξαναανακάλυψα πρόσφατα. Όταν ζεις σ’ ένα κρύο μέρος όπως ο Καναδάς, υπάρχει πάντα μια περίοδος, κατά την οποία θέλεις να απαρνηθείς τη σχέση σου με το κρύο και να μείνεις μέσα. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, μέσω των χειμερινών σπορ και της διαδικασίας δημιουργίας αυτής της ταινίας, συνειδητοποίησα ότι συνδέομαι βαθιά με το κρύο, με το αρκτικό τοπίο, με τον άνεμο. Νομίζω, λοιπόν, πως η καλύτερη εξήγηση που έχω είναι ότι στις μέρες μας δε βγαίνουμε έξω πλέον. Κάνουμε παραγγελίες μέσω Amazon ή του eBay, στέλνουμε γραπτά μηνύματα. Η σχέση μας με τον εαυτό μας και τη φύση δεν υφίσταται όσο στο παρελθόν. Για μένα, έτσι, το να έρχεσαι αντιμέτωπος με το κρύο και τις ακραίες θερμοκρασίες κατά κάποιο τρόπο σου θυμίζει πως έχεις ένα σώμα, με την καλή έννοια. Είναι, επομένως, μια σύνδεση με τον εαυτό σου. Όταν εισέρχεσαι σε πολύ κρύες συνθήκες, πρέπει να γνωρίζεις ολόκληρο το σώμα σου, κι έτσι επανασυνδέεσαι μ’ αυτό.



Αυτές οι καιρικές συνθήκες είναι, επίσης, ένα είδος καταφυγίου, μια απόδραση από προβληματικές καταστάσεις.

Όχι στην περίπτωσή μου, αλλά πολλοί άνθρωποι που συναντάς στις αρκτικές περιοχές, έχουν ξεφύγει από πράγματα. Υπάρχει μια παροιμία, σύμφωνα με την οποία όσοι έρχονται από το Νότο και έχουν ζήσει εκεί για καναδυό χρόνια, βρίσκονται σ’ αυτό το μέρος είτε γιατί ξεφεύγουν από κάτι, είτε για να βρουν κάτι. Ή λίγο κι απ’ τα δύο. Κι αυτό ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους που συνάντησα ή τα ήπιαμε παρέα στο Βορρά και προέρχονται από το Νότο.



Αυτό πιθανότατα ισχύει και για τους πρωταγωνιστές της ταινίας σου. Κι οι δύο προσπαθούν να αποδράσουν από καταστάσεις και ανθρώπους που πάντα τους στοίχειωναν. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ταινία, η οποία αφορά και στην υπέρβαση, την κατανίκηση φόβων και φοβιών;

Νομίζω πως κάθε άνθρωπος αναζητά την επιβίωση, αλλά και το πιο σοβαρό του εμπόδιο, προσπαθώντας να προχωρήσει πέρα από αυτό. Δεν είναι ποτέ εύκολο. Σ’ αυτή την περίπτωση, μάλιστα, αυτό είναι ακόμα πιο εμφανές, μιας και βιώνουν τα εσωτερικά τους τραύματα από το παρελθόν. Όταν διάβασα τη δεκασέλιδη ιστορία, όπου βασίζεται το φιλμ, υπήρχε ένα εντυπωσιακό γεγονός, το ότι η περιοχή και οι αντίξοες συνθήκες σχεδόν γίνονται οι ίδιες ένας χαρακτήρας. Κι αυτό βοηθά στο να αποκτήσουν υλική υπόσταση οι εσωτερικοί «δαίμονες» των ηρώων. Ο αγώνας τους να αντιμετωπίσουν τις σκληρές συνθήκες συνιστά μια αναπαράσταση της εσωτερικής τους πάλης.

Το τοπίο είναι ένας χαρακτήρας που «αναπνέει», επίσης.

10 χρόνια πριν, συνήθιζα να κάνω storyboard για το καθετί, να σχεδιάζω κάθε λήψη- κι εξακολουθώ να το κάνω για τις σύνθετες σκηνές. Αλλά τώρα με ενδιαφέρει περισσότερο τι χρειάζεται η ιστορία και τι σου φέρνει η ίδια η ταινία, χρησιμοποιώντας τη ματιά του φωτογράφου. Ξαναπαίζοντας τις φωτογραφίες που είχαμε τραβήξει ήταν εκπληκτικό, γιατί έμοιαζε σαν μια γη που αναπνέει. Δεν είχα ξαναδει κάτι τέτοιο, ότι η γη έμοιαζε με μια ζωντανή ύπαρξη.

Πρώτη φορά ταξίδεψες τόσο βόρεια;

Για αυτή την ταινία ιδίως, ναι. Έκανα έρευνα, ήταν η πρώτη φορά που επισκέφτηκα τις πραγματικές αρκτικές περιοχές. Αυτό που είναι εκπληκτικό εκεί είναι πως, κάποια στιγμή, η γραμμή των δέντρων εξαφανίζεται, σαν μια ξυριστική μηχανή να εξαφάνισε τα δέντρα. Αυτή η καθαρότητα του τοπίου το καθιστά πραγματικά εντυπωσιακό.

Ανέφερες πριν την αθηναϊκή πρεμιέρα του φιλμ ότι έχεις επηρεαστεί από την αρχαιοελληνική παράδοση. Αποτελεί για σένα πηγή έμπνευσης στο επίπεδο της αφήγησης ιστοριών και της αφηγηματικής δομής;

Είναι πιθανότατα μια από τις ισχυρότερες επιδράσεις σήμερα στη συγγραφή σεναρίων στις Η.Π.Α. Η αρχαιοελληνική τραγωδία είναι η ισχυρότερη επίδραση, θα έλεγα. Είμαι σχεδόν βέβαιος γι’ αυτό. Υπήρχε ένας «γιατρός σεναρίων», ο Σιντ Φιλντ, ο οποίος είχε κατοχυρώσει τη δομή σε 3 μέρη ισχυριζόμενος ότι την επινόησε, αλλά έχει επινοηθεί 2.000 χρόνια πριν. Και οι Ιάπωνες την έχουν. Αυτή η δομή εφαρμόζεται σχεδόν σε όλα τα δίωρης διάρκειας σενάρια. Αλλά, για μένα, το πιο βοηθητικό όταν γράφω σενάρια, ιδίως όταν δε διαθέτουν κάποιο στοιχείο τραγωδίας, είναι να προσπαθήσω να «τραγικοποιήσω» την ιστορία. Αυτό, στην ουσία του, είναι απλούστερο. Αναζητώ, λοιπόν, σύμβολα που σχετίζονται με τη σπηλιά, για παράδειγμα, ή τον σοφό άντρα. Αυτά τα οδυσσειακά σύμβολα είναι πολύ βοηθητικά. Και όσο λιγότερο ταιριάζει η ιστορία στην αρχαιοελληνική τραγωδία, τόσο περισσότερο χρήσιμα είναι, γιατί σε διευκολύνουν να της προσδώσεις δυναμική.



Πού εντάσσεται, λοιπόν, η πολική αρκούδα σ’ αυτό το πλαίσιο;

Είναι ο σοφός άντρας!

Κι η σχέση σου με τους ντόπιους; Σε βοήθησαν, έδειξαν κατανόηση, ή ένιωθαν αμήχανα που ένας ξενομερίτης σκηνοθέτης εισερχόταν στο μικρόκοσμό τους;

Για να λέμε την αλήθεια, το Ικάλουιτ, όπου έκανα τα γυρίσματα, είναι μια πολύ σύγχρονη πόλη, από τις πιο σύγχρονες στον κόσμο, γιατί έχει να αντιμετωπίσει ακραίες θερμοκρασίες και χρησιμοποιεί όλη τη διαθέσιμη τεχνολογία γι’ αυτό το σκοπό. Δεν πρόκειται, επομένως, καθόλου για τη ρομαντική τοποθεσία που θα περίμενες από το Βορρά. Είναι σαν μια σεληνιακή βάση, σαν μια πόλη βγαλμένη από την επιστημονική φαντασία. Αυτή, λοιπόν, ήταν μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις που βίωσα, και ήθελα να την ενσωματώσω στην ταινία. Κάτι το οποίο υπήρξε πραγματικά υπέροχο όσο βρισκόμουν εκεί ήταν ότι οι ιθαγενείς, όντας υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουν το κρύο, πρέπει πάντα να προβλέπουν το χειρότερο σενάριο. Βγαίνεις, ας πούμε, με το χιονοέλκηθρο για μια ώρα από την πόλη, μπορεί να αποκλειστείς εν μέσω χιονοθύελλας, και άρα χρειάζεται να έχεις μαζί σου φαγητό. Δεν κάνουμε κάτι τέτοιο στην Αθήνα ή το Μόντρεαλ. Κατανόησαν, έτσι, οι ντόπιοι απόλυτα τις αρχές που διείπαν το γύρισμα ερχόμενοι προετοιμασμένοι γι’ αυτό.



Μιας και ανέφερες τους ντόπιους, είσαι παιδί μικτού γάμου, με πατέρα Βιτναμέζο και μητέρα Καναδέζα. Πώς ήταν για σένα να μεγαλώνεις στην καναδική κοινωνία των δεκαετιών του ’70 και του ’80;

Νομίζω ότι βίωσα μια από τις πιο ανοιχτόμυαλες παιδικές ηλικίες που μπορεί κάποιος να ζήσει. Όντας ελάχιστα διαφορετικός σε ένα βορειοαμερικανικό πλαίσιο, πράγματι θυμάμαι κάποια περιστατικά, όπως το να δέχομαι κάποιες προσβολές, αλλά η εμπειρία μου απέχει από αυτό που άλλοι ίσως βίωσαν. Θυμάμαι, επίσης, πως κι εγώ ήμουν ρατσιστής ως παιδί απέναντι σε άλλες κουλτούρες, γιατί ήμαστε απλώς παιδιά και ανόητα. Έπειτα μαθαίνεις, και αλλάζεις στάση. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να μαθαίνεις και να διορθώνεις τα λάθη σου. Επιπλέον, δεν έζησα πόλεμο, ούτε κι οι γονείς μου. Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι παππούδες και οι γιαγιάδες βίωσαν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κι όμως, πολλά από όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια θυμίζουν πολεμικές συνθήκες, κι όχι απαραίτητα σε σχέση με την ύπαρξη θυμάτων, αν και έχουν υπάρξει χιλιάδες αυτοκτονίες.

Αλήθεια; Δεν το ήξερα.



Μου έχει κάνει εντύπωση που ο Καναδάς αποτυπώνεται ευρύτατα ως ένας επίγειος παράδεισος, όπου η ποικιλομορφία και ο πολυπολιτισμός ανθούν. Είναι έτσι, βάσει της εμπειρίας σου ως Καναδός πολίτης;

Είναι πάντα μια εύθραυστη κατάσταση. Ιδίως στο Κεμπέκ, υπάρχουν πιτσιρίκια που είναι απομονωμένα στο ίντερνετ και έχουν όλο και λιγότερη επαφή με την κοινωνία. Αυτό είναι από τα μεγαλύτερα προβλήματα των ημερών μας, ίσως σε πολλά μέρη στη Βόρεια Αμερική. Αυτό αισθάνομαι ότι συμβαίνει λιγότερο στην Ευρώπη, ύπάρχει εδώ η παράδοση της αδελφοσύνης, της εγγύητητας στον άνθρωπο. Αντίθετα, στη Βόρεια Αμερική υπάρχει πολλή απομόνωση, λόγω της αστικοποίησης, και η έλλειψη ανεκτικότητας μπορεί να επανεμφανιστεί έτσι απλά. Και με τον Τραμπ να λέει διάφορα, πράγματα που ακούω και στο Μόντρεαλ, υπάρχει η άνοδος της δυσανεξίας και του φόβου. Όχι απαραιτήτως του ρατσισμού, περισσότερο πρόκειται για ξενοφοβία και για ένα άγχος απέναντι σε άλλες κουλτούρες. Το βλέπουμε και αλλού στον Καναδά. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να κρατήσουμε το διάλογο ζωντανό.

Αυτή η δυσανεξία αποτυπώνεται και στον πρόσφατο εμπρησμό τζαμιού στο Κεμπέκ.

Είναι τρελό. Αν είχαμε λιγότερο έλεγχο στα όπλα, όπως συμβαίνει στις Η.Π.Α., θα συνέβαιναν περισσότερα τέτοια περιστατικά. Ο έλεγχος των όπλων είναι σημαντικό να διατηρηθεί.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της κουβέντας, καθώς και την Νίνα Βελιγράδη από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος για τη συνδρομή της στη διεξαγωγή της.

Η πρώτη Εβδομάδα Καναδικού Κινηματογράφου ολοκληρώνεται την Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος με την προβολή των ταινιών Iqaluit (2016) του Μπενουά Πιλόν (20:00, αίθουσα 1) και Εφιάλτες (2016) του Νέιθαν Μορλάντο (22:00, αίθουσα 1).

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Ζόλταν Φένιβεσι: «Μου αρέσουν οι προκλήσεις, και τα “Δολοφονικά αμαξίδια” ήταν μεγάλη»


Μια άκρως ευρηματική διασταύρωση μαύρης γκανγκστερικής κωμωδίας στο ύφος του Ταραντίνο και μιας ιστορίας ενηλικίωσης, τα Δολοφονικά αμαξίδια του Ούγγρου Ατίλα Τιλ απέσπασαν, πιθανώς ανέλπιστα, τον Χρυσό Αλέξανδρο στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ οι 3 πρωταγωνιστές, 2 από τους οποίους χρησιμοποιούν αναπηρικό καροτσάκι, το βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Η ταινία προβάλλεται στις αίθουσες σε διανομή του Filmcenter ΤΡΙΑΝΟΝ από τις 2 Φεβρουαρίου και με αυτή την αφορμή επιχείρησα να γνωρίσω καλύτερα έναν από τους συμπρωταγωνιστές της, τον Ζόλταν Φένιβεσι. Παρά τη σωματική του αναπηρία, παραμένει ένας άνθρωπος ενεργός, αισιόδοξος και πηγή έμπνευσης.

Μια ευρηματική διασταύρωση μαύρης κωμωδίας αλά Ταραντίνο και μιας ιστορίας ενηλικίωσης. Έτσι αντιλαμβάνεσαι κι εσύ τα Δολοφονικά αμαξίδια; Ποια είναι η σχέση μου το σινεμά, γενικότερα;

Ναι, σίγουρα θα το έλεγα αυτό. Η σχέση μου με το σινεμά συνίσταται στο ότι θα ήθελα να πηγαίνω εκεί, αλλά δεν έχω τόσο χρόνο όσο είχα, όταν ήμουν παιδάκι.

Πώς ενεπλάκης σε αυτή την ταινία, κατ’ αρχήν;

Ενεπλάκην, όταν ο σκηνοθέτης Ατίλα Τιλ μου τηλεφώνησε μια μέρα λέγοντάς μου πως θα ήθελε να συναντηθούμε για καφέ και να μου πει κάποια πράγματα σχετικά με την ταινία. Όταν πρωτοβρεθήκαμε, ήταν παρών ένας ακόμη από τους ηθοποιούς, ο Σάμπολτς Τούροτσι- και οι δυο τους ήταν πολύ καλοί. Από κει και πέρα, έπρεπε να περάσω από κάστινγκ, ενώ εκπαιδευτήκαμε και πολύ, επίσης.



Το γεγονός ότι επρόκειτο για ταινία δράσης με την πιο αυστηρή έννοια της λέξης έκανε την ηθοποιία πιο απαιτητική, αν όχι δύσκολη, για σένα; Ποια υπήρξε η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες σε οποιοδήποτε επίπεδο και η πιο έντονη στιγμή χαράς που βίωσες;

Λοιπόν, μου αρέσουν οι προκλήσεις και σίγουρα αυτή η ταινία ήταν μια μεγάλη, αλλά νομίζω πως οι δραματικές σκηνές ήταν οι πιο δύσκολες για μένα. Απόλαυσα, πάντως, τα γυρίσματα στη λίμνη, είχαν πολλή πλάκα, και πιστεύω ότι, όταν τα κάναμε, ήρθε όλο το καστ πιο κοντά.

Τα Δολοφονικά αμαξίδια δίνουν την εντύπωση της δουλειάς συνόλου- η «χημεία» ανάμεσα στους 3 πρωταγωνιστές είναι απολύτως λειτουργική στην οθόνη. Ήταν έτσι και πίσω από αυτή;

Όταν ξεκινήσαμε να αυτοσχεδιάζουμε και να εκπαιδευόμαστε μαζί, νομίζω πως τα βρήκαμε πολύ γρήγορα και το γεγονός αυτό έκανε το καθετί ευκολότερο. Μετά την ταινία, παραμένουμε φίλοι, αλλά δε βλεπόμαστε τόσο συχνά όσο στη διάρκεια των γυρισμάτων.

Το ότι ο Ατίλα Τιλ είχε στο παρελθόν ξαναδουλέψει με άτομα, τα χρησιμοποιούν αναπηρικό καροτσάκι, έκανε τη συνεργασία σας ομαλότερη;

Εκτιμώ πως ναι, την έκανε. Ήδη γνώριζε τις δυσκολίες και καθετί που σχετίζεται με το να βρίσκεσαι σε ένα καροτσάκι. Το ότι δε χρειαζόταν να του εξηγήσω κάτι διευκόλυνε την κατάσταση.



Αν το δημοκρατικό πνεύμα και η ανοιχτότητα μιας κοινωνίας κρίνονται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα μέλη των μειονοτήτων της- εθνικών, πολιτικών, θρησκευτικών, σεξουαλικών, κοινωνικο-οικονομικών-, πώς θα χαρακτήριζες την ουγγρική κοινωνία, η οποία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την κυρίαρχη πολιτική, μοιάζει με μια από τις πιο συντηρητικές στην Ευρώπη;

Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα έλεγα πως οι Ούγροι γίνονται όλο και πιο δεκτικοί. Πρόκειται για αργή διαδικασία, αλλά, παρόλα αυτά, οι άνθρωποι συχνά μου προσφέρουν τη βοήθειά τους- και όχι μόνο σε μένα, αλλά, με τον ίδιο τρόπο, και σε άτομα με προβλήματα όρασης ή σε οποιονδήποτε έχει κάποια αναπηρία. Η κάθε πλευρά έχει, ωστόσο, πολλά να μάθει ακόμα.

Παρά τη σωματική σου αναπηρία, παραμένεις ενεργός και πηγή έμπνευσης. Αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου ως «εκπρόσωπο τύπου» όλων όσων βρίσκονται στην ίδια ή σε παρόμοια με σένα κατάσταση, ως ένα άτομο που προωθεί τον αγώνα για ίσα δικαιώματα, αμοιβαίο σεβασμό και ορατότητα;

Δε θα έλεγα ότι είμαι ένας «εκπρόσωπος τύπου» και σίγουρα δε θέλω να είμαι, γιατί δεν είναι μια εύκολη «δουλειά». Επίσης, απλώς ζω τη ζωή μου όπως μπορώ και προσπαθώ να δείχνω στους άλλους ότι μπορούν να πετύχουν τους στόχους τους, εξίσου- δεν είναι κάτι εύκολο για κανέναν από μας, αλλά, στο τέλος, αποδίδει.



Τα Δολοφονικά αμαξίδια απέσπασαν τον Χρυσό Αλέξανδρο στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και οι 3 συμπρωταγωνιστές κερδίσατε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας. Άλλαξε το γεγονός αυτό τη ζωή σου, ή επηρέασε τα μελλοντικά σου σχέδια; Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να μοιραστείς με το αθηναϊκό κινηματογραφόφιλο κοινό ενόψει της κυκλοφορίας του φιλμ στις αίθουσες στις 2 Φεβρουαρίου;

Το ότι κερδίσαμε αυτά τα βραβεία ήταν κάτι ξεχωριστό για μένα ψυχικά. Έχω βρεθεί στην Ελλάδα μερικές φορές, και έχω, επίσης, μερικούς Έλληνες φίλους εδώ στη Βουδαπέστη. Ήταν, λοιπόν, λίγο λυπηρό που δεν μπορούσα να έρθω στο Φεστιβάλ. Πάντα ένιωθα πως οι Έλληνες είναι αυθεντικά ευγενικοί και βοηθούν, επομένως δεν αμφιβάλλω ότι θα τους αρέσει η ταινία.

Ευχαριστώ τον Ζόλταν Φένιβεσι για την προθυμία του να απαντήσει στις ερωτήσεις μου και την Μαργαρίτα Βόρρα, υπεύθυνη κινηματογραφικής διανομής του Filmcenter ΤΡΙΑΝΟΝ, για την πολύτιμη συμβολή της στο συντονισμό της επικοινωνίας.

Η ταινία του Ατίλα Τιλ Δολοφονικά αμαξίδια με συμπρωταγωνιστές τους Ζόλταν Φένιβεσι, Σάμπολτς Τούροτσι και Άνταμ Φέκετε προβάλλεται στις αίθουσες από τις 2 Φεβρουαρίου σε διανομή του Filmcenter ΤΡΙΑΝΟΝ.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ντέμπορα Λίπστατ: «Εξισώνω αντισημιτισμό και ισλαμοφοβία ως προκαταλήψεις, όχι ως μεθοδολογίες»


Ιστορικός και καθηγήτρια Σύγχρονης Εβραϊκής Ιστορίας και Σπουδών Ολοκαυτώματος στο Πανεπιστήμιο Emory, η Αμερικανοεβραία Ντέμπορα Λίπστατ αφηγείται στο βιβλίο της History on Trial: My Day in Court with a Holocaust Denier (2006) τη δικαστική της διαμάχη με τον διαβόητο αρνητή του Ολοκαυτώματος Ντέιβιντ Έρβινγκ ο οποίος την είχε μηνύσει για συκοφαντική δυσφήμηση. Το βιβλίο μεταφέρθηκε πέρσι στον κινηματογράφο από τον Μικ Τζάκσον με τον τίτλο Άρνηση, και προβάλλεται από τις 19 Ιανουαρίου στις αίθουσες. Με αυτή την αφορμή, κουβεντιάσαμε με την Ντέμπορα Λίπστατ.

Γιατί αποφασίσατε να γίνετε ιστορικός, κατ’ αρχήν;

Οι γονείς μου αγαπούσαν την ιστορία, η οποία αποτελούσε θέμα συζήτησης στο οικογενειακό τραπέζι. Επιπλέον, μου αρέσουν οι ιστορίες, μου αρέσει να αφηγούμαι και να ακούω ιστορίες. Για μένα η Ιστορία είναι ένα είδος παραμυθιού. Κανένας δε με έχει ρωτήσει κάτι τέτοιο τους τελευταίους 8 μήνες.

Νομίζω ότι είναι θεμελιώδες ερώτημα.

Το ξέρω, ασφαλώς. Χαμογελάω, επειδή είναι τόσο θεμελιώδες.

Σε ποιο σημείο της ζωής κατέστη ξεκάθαρο πως η ενασχόληση με την Ιστορία ήταν η κλίση σας;

Στο Γυμνάσιο ήμουν πολύ καλή στην Ιστορία, το ίδιο κι η αδερφή μου, έγινε, λοιπόν, αυτό που κατά κάποιο τρόπο μας άρεσε και απολαμβάναμε. Σε προσελκύουν πράγματα που κάνεις καλά, ξέρεις. Αλλά, έπειτα, σε σχέση με την ιδιαιτερότητα της έλξης για το Ολοκαύτωμα, δεν προέρχομαι από οικογένεια επιζώντων. Ο πατέρας μου είχε γεννηθεί στη Γερμανία, αλλά την άφησε το 1926. Δεν ήταν, επομένως, αυτό, ήταν άλλα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, πέρασα κάποιο χρόνο στο Ισραήλ στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ως φοιτήτρια. Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί επιζώντες στα 40 τους, βρισκόμασταν στο 1966, ακριβώς 21 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.

Ήταν νωπές οι μνήμες.

Ήταν, αλλά οι δικοί μου δε συζητούσαν αυτό το θέμα, δε θυμάμαι ανθρώπους να το συζητάνε ιδιαίτερα. Το 1972, ωστόσο, πήγα στην πρώην Σοβιετική Ένωση, συγκεκριμένα για να επισκεφτώ Ρωσοεβραίους. Είδα ανθρώπους, οι οποίοι κυριολεκτικά υπέφεραν- επαγγελματικά, προσωπικά, τα παιδιά τους δέχονταν εκφοβισμό, πειράγματα, χτυπήματα στο δρόμο. Συνάντησα ανθρώπους που είχαν πληγεί από τον πόλεμο- πολλοί από αυτούς ήταν επιζώντες ή παιδιά επιζώντων-, κι αυτό νομίζω είχε μεγάλο αντίκτυπο πάνω μου. Ήταν, εξάλλου, η περίοδος του πολέμου στο Βιετνάμ, υπήρξα παιδί αυτής της γενιάς. Πιστεύω πως η σκέψη ότι οι γονείς μας- και μιλάω ως Αμερικανίδα τώρα- τα είχαν κάνει μαντάρα, δεν είχαν διαμαρτυρηθεί ούτε πολεμήσει όπως θα έπρεπε, με επηρέασε. Ήμουν, βέβαια, υπερβολικά απλουστευτική, κι η κατάσταση ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Αλλά, όταν είσαι νέος, νομίζεις πως τα ξέρεις όλα, και κάποιες φορές κάνεις λάθος. Όπως και να ‘χει, ενεπλάκην πολύ με το ζήτημα των Ρωσοεβραίων, ήθελα να τους βοηθήσω να φύγουν και να μετακομίσουν στο Ισραήλ ή τις Η.Π.Α. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Ρωσοεβραίοι θα υφίσταντο Ολοκαύτωμα, αλλά βίωναν τεράστια τραγωδία και έντονο αντισημιτισμό και οι αναλογίες ανάμεσα σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία καταδιώκουν ανθρώπους μόνο και μόνο γι’ αυτό που είναι, ήταν πολύ ισχυρές για μένα.  



Ποια είναι η δική σας αντίληψη, το δικό σας βίωμα της «εβραϊκότητας», όσο μπορούν να συνοψιστούν;

Δύσκολη ερώτηση. Και 2 ώρες να είχαμε στη διάθεσή μας δε θα έφταναν! Να στο θέσω διαφορετικά. Κάποιος με ρώτησε τις τελευταίες μέρες «έχεις ορίσει τον εαυτό σου;». Όταν, λοιπόν, με ρωτάνε ποια είμαι, απαντώ πως είμαι Αμερικανίδα. Αν εμπλέκομαι σε συζήτηση για γυναικεία ζητήματα, νιώθω πολύ έντονα γυναίκα- αν σήμερα βρισκόμουν στις Η.Π.Α., θα πορευόμουν μαζί με τις γυναίκες στην Ουάσινγκτον. Αν η συζήτηση αφορά στη θρησκεία ή την εθνική ταυτότητα, λέω ότι είμαι Εβραία. Όλα αυτά συναποτελούν την ταυτότητά μου. Και, επιστρέφοντάς στην πρώτη ερώτησή σου, είμαι και ιστορικός προσεγγίζοντας τα πράγματα σε ένα ιστορικό πλαίσιο.

Είναι ξεκάθαρο για μένα, το ίδιο υποθέτω και για σας, πως η Ιστορία δεν μπορεί να διερευνηθεί, να συζητηθεί, ή ακόμα και να καλλιεργηθεί, σε μια δικαστική αίθουσα. Ποιο είναι, λοιπόν, το κατάλληλο πλαίσιο, εντός του οποίου μπορεί μια τέτοια διαδικασία να συντελεστεί και να οδηγηθούμε σε κάποιο συμπέρασμα- ή όχι;

Πρώτα απ’ όλα, ανάμεσα σε ιστορικούς: ειλικρινείς ιστορικούς, όχι κακούς ανθρώπους, όπως ο Ντέιβιντ Έρβινγκ. Ως ιστορικός, είσαι εκπαιδευμένος να ερευνάς όλα τα γεγονότα, παραμερίζοντας τις προσωπικές σου συμπάθειες και κλίσεις και αφήνοντας τα γεγονότα να σε οδηγήσουν όπου ίσως σε οδηγήσουν. Ασφαλώς, οι ίδιες σου οι κλίσεις θα «χρωματίσουν» την έρευνά σου, αλλά να το ξέρεις. Να έχεις επίγνωση του ποιος και τι είσαι, αλλά μην επιτρέψεις στις προκαταλήψεις και τις συμπάθειές σου να «χρωματίσουν» το πού κατευθύνεσαι. Αλλά και ανάμεσα σε ανθρώπους, γενικότερα, οι οποίοι έχουν ευθύνη να είναι πληροφορημένοι. Σε κάποιο επίπεδο, αυτό νομίζω ότι είναι το σημαντικότερο μήνυμα της ιστορίας μου και της ταινίας, πως ζούμε σε ένα κόσμο, όπου οι άνθρωποι επινοούν πράγματα. Το έκαναν πάντα. Αλλά τότε το αποκαλούσαν «μεθοδολογία», ενώ τώρα «αλήθεια». Στις 20 Ιανουαρίου, για παράδειγμα, έλαβε χώρα η ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είπε ότι συμβαίνει «μακελειό» (“carnage”) στις Η.Π.Α. Αυτό δεν ισχύει.



Αγνοεί πολλά.

Κυρίως αγνοεί την ίδια του την άγνοια, κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο. Κι εγώ γνωρίζω πως δεν έχω ιδέα από φυσική ή μηχανική, γι’ αυτό και, αν κάποιος μου ζητούσε να του χτίσω μια γέφυρα, θα του απαντούσα «μην έρχεσαι σε μένα». Αλλά αυτός ο τύπος νομίζει ότι γνωρίζει λίγο απ’ όλα, πως είναι έξυπνος- και, επιπλέον, είναι πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Επινοεί πράγματα, το ίδιο κι οι υποστηρικτές του, και το κάνουν με μια ψευτοπαλικαριά και μια αυτοπεποίθηση, που είναι τρομακτικές. Όχι ότι το κάνουν μόνο οι οπαδοί του Τραμπ, συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Το φαινόμενο αυτό περιγράφηκε 10 χρόνια πριν από τον κωμικό και σχολιαστή ειδήσεων Steven Colbert ως «αληθοφάνεια» (“truthiness”). Αν πιστεύω κάτι πολύ, δεν έχει σημασία αν είναι αληθινό ή όχι. Το πόσο θορυβώδης είμαι, πόσο δυνατά φωνάζω, έχει σημασία. Πιο σοβαρά τώρα, αυτός ο άνθρωπος θα σου πει ότι στις 11/9 είδε στην τηλεόραση πως Αμερικανοί Μουσουλμάνοι χόρευαν στο Νιου Τζέρζι, υπονοώντας ότι δεν μπορείς να εμπιστευτείς τους Αμερικανούς Μουσουλμάνους, και πως πολλοί συμφωνούν μαζί του. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμία απολύτως απόδειξη ότι κάτι τέτοιο συνέβη.



Εκεί αναδύεται η ευθύνη του ιστορικού, αλλά και του κάθε ανθρώπου με κριτική στάση, να εκθέτει, να ξεμπροστιάζει τους διαστρεβλωτές κάθε είδους.

Γίνομαι βραχνάς για τους φίλους μου. Μια φίλη μου είπε πρόσφατα πως είχε ακούσει ότι η Χίλαρι Κλίντον, της οποίας υπήρξα υποστηρίκτρια, ήταν άρρωστη. Ήταν μια φήμη που διακινείτο. «Πολύ ενδιαφέρον», της είπα. «Πού το άκουσες;». «Δε θυμάμαι ακριβώς, το διάβασα στο ίντερνετ, δε θυμάμαι πού, ποιος το είπε ή αν υπήρχαν αποδείξεις», απάντησε. Στο τέλος της συζήτησης, ήταν πολύ ήσυχη. Δε θέλω να «χτυπήσω» το ίντερνετ- έχω επωφεληθεί ιδιαίτερα από αυτό στην έρευνά μου, και μας επιτρέπει αυτή τη στιγμή να κουβεντιάζουμε-, αλλά πρέπει να υπάρχει ευθύνη. Η ταινία, λοιπόν, παρέχει μια μεταφορά γι’ αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.

Συνεργαστήκατε με τους συντελεστές της ταινίας, ή, τουλάχιστον, σας συμβουλεύτηκαν;

Ήταν εξαιρετικά γενναιόδωροι και αγχωμένοι να ακούσουν τη γνώμη μου. Αλλά εγώ δεν ξέρω ούτε από σκηνοθεσία, ούτε από συγγραφή σεναρίου. Δούλεψα στενά με τον σεναριογράφο Ντέιβιντ Χέαρ και την Ρέιτσελ Βάις (σημ.: υποδύεται την Ντέμπορα Λίπστατ στο φιλμ), Με ρωτούσαν πολλά, αλλά έπρεπε να ξέρω πότε να βγω από τη μέση, αφήνοντάς τους να χρησιμοποιήσουν την ιδιοφυία τους σ’ αυτό που κάνουν καλά. Φίλοι μου που δουλεύουν στην κινηματογραφική βιομηχανία μου είπαν πως με ανέδειξαν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι συνηθίζεται στις ταινίες. Από αυτή την άποψη, υπήρξα πολύ τυχερή.



Είναι εμφανής η άνοδος της Ακροδεξιάς παγκοσμίως. Συνδέεται το γεγονός αυτό με την άνοδο του αντισημιτισμού, είναι η ισλαμοφοβία ο αντισημιτισμός της εποχής μας, ή όλα αυτά συμβαδίζουν;

Θα μπορούσα να απαντήσω καταφατικά και στις 3 ερωτήσεις, παρότι κάτι τέτοιο θα ήταν αντιφατικό. Το να φοβάσαι κάποιον επειδή είναι Μουσουλμάνος είναι τρομερό και επικίνδυνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν πιστεύω, πάντως, πως η ισλαμοφοβία είναι το ίδιο με τον αντισημιτισμό. Ο αντισημιτισμός έχει μακραίωνη ιστορία. Είναι ριζωμένος στην ιστορία της Καινής Διαθήκης, σε αρχαίες ιστορίες και μύθους που οι άνθρωποι έχουν ενστερνιστεί. Η ισλαμοφοβία είναι τρομερή, και όσοι ανησυχούν για τις προκαταλήψεις πρέπει ασφαλώς να την πολεμήσουν, αλλά δεν είναι κάτι ισοδύναμο με τον αντισημιτισμό, πρόκειται για σύγχρονο φαινόμενο. Τα εξισώνω ως προκαταλήψεις, όχι ως μακρόχρονες μεθοδολογίες. Υπάρχει, ωστόσο, μια προκατάληψη, ένας αντισημιτισμός, που προέρχεται και από την πολιτική Αριστερά. Και δεν εννοώ, επειδή είναι πολύ εύκολο να παρεξηγηθώ, ότι οποιοσδήποτε ασκεί κριτική στο Ισραήλ είναι αντισημίτης- είναι ανόητο. Θες να δεις κριτική στο Ισραήλ; Διάβασε Χάνα Άρεντ. Κάποιες στάσεις, κάποια σχόλια των Εργατικών του Τζέρεμι Κόρμπιν, για παράδειγμα, είναι πολύ ενοχλητικά. Κι αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι πως υπάρχει μια τάση να μην παίρνουν τον αντισημιτισμό στα σοβαρά.

Αυτές τις μέρες βρίσκεστε στην Πολωνία. Διοργανώνονται κάποιες εκδηλώσεις, με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Ολοκαυτώματος;

Η ταινία θα προβληθεί στο Μουσείο του Άουσβιτς στις 27 Ιανουαρίου ως μέρος των εκδηλώσεων μνήμης. Με εντυπωσιάζει το ενδιαφέρον που υπάρχει εδώ για το φιλμ και την ιστορία, και πολλοί χαίρονται γιατί γυρίστηκε και στην Πολωνία.

Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι ταινίες όπως αυτή και η δουλειά σας θα βοηθήσουν στο να διατηρηθούν η μνήμη και η κριτική στάση ζωντανές.

Σε ευχαριστώ πολύ! Νομίζω πως είναι μια σπουδαία καταληκτική επισήμανση. Δε θα μπορούσα να τη διατυπώσω καλύτερα.

Ευχαριστώ θερμά την Ντέμπορα Λίπστατ για το χρόνο που μου διέθεσε, και τις Anna Bohlin, υπέυθυνη δημοσίων σχέσεων της Cornerstone Films, και Άννα Κουτσιλοπούλου από το Γραφείο Τύπου της Odeon για τη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνομιλίας.

Η ταινία του Μικ Τζάκσον Άρνηση προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 19 Ιανουαρίου σε διανομή της Odeon.