Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Λέιλα Χάλεντ: «Κοιμόμαστε και ονειρευόμαστε την Παλαιστίνη»


Με υπέρμετρη αγάπη για τον Παλαιστίνη και τους ανθρώπους της, πολιτικό κριτήριο διαυγές και οξύ, και βλέμμα διαπεραστικό, η Λέιλα Χάλεντ, ένας ζωντανός θρύλος της παλαιστινιακής αντίστασης, βρέθηκε πριν από μερικές μέρες για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Resistance Festival. Η συνάντηση μαζί της αποτέλεσε την πραγματοποίηση ενός ονείρου ζωής για μένα. Την ευχαριστώ για το χρόνο της, όπως και για τη συνομιλία που ακολουθεί.

Είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα. Πώς νιώθετε;

Εκπληκτικά. Από τη μία, είναι συμβολικό που ήρθα στο πλαίσιο του Resistance Festival. Από την άλλη, συνάντησα τη νεολαία, και μάλιστα πολλές γυναίκες, κυρίως από Ελλάδα, αλλά και παλαιστινιακής καταγωγής- κι αυτό σημαίνει ότι το μέλλον είναι πιο φωτεινό. Ξέρεις, οι Παλαιστίνιοι, ακόμα και του ίδιου κόμματος, δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Το πιο σημαντικό είναι πως οι άνθρωποι δεν ξεχνούν.

Ιστορικά μιλώντας, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, σε γενικές γραμμές, πάντα υποστήριζαν τους Παλαιστίνιους. Το ότι αυτές τις μέρες μου ζητούν να υπογράψω το βιβλίο μου δε σημαίνει μόνο πως θέλουν να έχουν την υπογραφή μου, θέλουν να ξέρουν την ιστορία μου. Γιατί η ιστορία μου είναι και η ιστορία του λαού μου, και κυρίως των προσφύγων.

Πώς αξιολογείτε τη φιλο-ισραηλινή στροφή του τρέχοντος κυβερνητικού συνασπισμού στην Ελλάδα, αν κρίνουμε από την επιχειρούμενη αναβάθμιση των στρατιωτικών και άλλων σχέσεων με το Ισραήλ;  

Υποστήριζαμε το κίνημα που έφερε στην εξουσία το ΣΥΡΙΖΑ και περιμέναμε τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα είδαμε και σοκαριστήκαμε μετά. Τους το είπαμε. Τους ασκήσαμε κριτική ανοιχτά και θέλω να τους συναντήσω, να τους ρωτήσω: «Τι είναι αυτά; Πρέπει να αναθεωρήσετε την πολιτική σας, δεν μπορείτε να είστε ταυτόχρονα με τους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς, δε βγάζει νόημα». Η συμφωνία για το φυσικό αέριο αφορά στο κλεμμένο φυσικό αέριο των Παλαιστινίων και σημαίνει ότι το Ισραήλ θα επωφεληθεί απ’ αυτό. Είτε είσαι στην πλευρά των ιμπεριαλιστών και των φασιστών, ή με τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να πατάς σε δύο «βάρκες» την ίδια στιγμή. Και πάντοτε οι ιμπεριαλιστές θέλουν να τιθασεύσουν τα αποτελέσματα των λαϊκών κινητοποιήσεων, όπως έκαναν οι Ισραηλινοί και η παλαιστινιακή ηγεσία, όταν υπέγραψαν τη Συμφωνία του Όσλο. Έτσι περιόρισαν το αποτέλεσμα της λαϊκής κινητοποίησης στην Αίγυπτο. Εκατομμύρια βγήκαν στο δρόμο, για μέρες, για μήνες. Και στην Τυνησία το ίδιο, αν και εκεί η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική.

Και συνέβη κι εδώ. Δεν εφαρμόζεται το αριστερό πρόγραμμα, για το οποίο ο κόσμος βγήκε στους δρόμους. Ούτε και είναι δυνατό να υπάρχει συνασπισμός με τους δεξιούς και τους φασίστες. Το Ισραήλ είναι ένα καθεστώς απάρτχαϊντ. Ελπίζω να μην είναι αλλαγή στρατηγικού χαρακτήρα. Δε χρειάζεται να είσαι Αριστοτέλης, για να αντιληφθείς πως αυτή η πολιτική, το να έχεις σχέσεις με μια κυβέρνηση εγκληματιών πολέμου, δεν είναι προς το συμφέρον των πολιτών της Ελλάδας, ούτε και προς το συμφέρον της οποιασδήποτε κυβέρνησης. Αυτή η χώρα αντιμετώπισε τη γερμανική κατοχή και πολλοί πέθαναν για να απελευθερωθεί η Ελλάδα. Τώρα, γιατί να συνάψεις σχέσεις με εγκληματίες πολέμου, όποιο όνομα κι αν έχουν;

Πόσο έχει επιδεινωθεί η κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη;

Όλοι βλέπουν τι συμβαίνει στην Παλαιστίνη: την πολιορκία της Γάζας, τα σημεία ελέγχου, το τείχος, τη δήμευση παλαιστινιακής γης. Και τώρα οι Ισραηλινοί υιοθετούν μια άλλη πολιτική: «Πυροβολήστε για να σκοτώσετε». Είναι «διψασμένοι» για παλαιστινιακό αίμα. Ξέρουν ότι οι Παλαιστίνιοι δε θα σταματήσουν την αντίσταση, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν με την αδικία. Εμείς είμαστε αυτοί που υποφέρουν, όχι κάποιοι διανοούμενοι. Είτε θα ζήσουμε με αξιοπρέπεια και ελευθερία, ή θα χάσουμε το χώρο μας, γιατί μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Υπάρχουν 8.000 έγκλειστοι στις φυλακές.

Και πολλοί ανήλικοι.

Περιμένουν μέχρι να γίνουν 14, ώστε να τους φυλακίσουν, αν και διεθνώς κάποιο άτομο θεωρείται παιδί μέχρι τα 18. Αλλά όχι στο Ισραήλ. Δεν τους νοιάζει, γιατί δεν τιμωρούνται.

Ποια είναι η άποψή σας για την παλαιστινιακή Αριστερά;

Η Αριστερά δεν είναι ενωμένη. Το προσπαθούμε χρόνια, όχι τώρα. Και έχουμε συγκροτήσει πολλές κοινές ηγεσίες, ως Δημοκρατικό Μέτωπο, που αποτελούσε τμήμα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Κάναμε προσπάθειες για τη διεξαγωγή διαλόγου ανάμεσα σε περισσότερες παρατάξεις. Τώρα είμαστε 5, γιατί η φιλελεύθερη πτέρυγα, που εκπροσωπείται από τη Φατάχ, και η θρησκευτική, που εκπροσωπείται από τη Χαμάς, είναι στα δεξιά. Η Αριστερά, λοιπόν, έχει μια αποστολή. Προσπαθούμε να χτίσουμε αυτό το δημοκρατικό ρεύμα, να συντονιστούμε ώστε να διαμορφώσουμε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, για να δουλέψουμε μαζί. Υπάρχουν πολιτικές στάσεις που καθιστούν την ενότητα απομακρυσμένη προοπτική, αλλά προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Πώς μπορεί να ξεπεραστεί ο κατακερματισμός των παλαιστινιακών δυνάμεων, ανεξαρτήτως των συχνά θεμελιωδών διαφορών μεταξύ τους;

Στο στάδιο της απελευθέρωσης, οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι ενωμένοι. Προσπαθήσαμε στο πολιτικό επίπεδο με ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, έτσι προέκυψε η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, που εκπροσωπούσε όλους τους Παλαιστίνιους. Όταν υπογράφηκε η Συμφωνία του Όσλο, δημιουργήθηκε μεγάλος διχασμός μέσα στην κοινωνία, κυρίως σε σχέση με τους πρόσφυγες. Οι παράνομοι ισραηλινοί οικισμοί, για παράδειγμα, αυξήθηκαν κατά 15% μετά το Όσλο. 23 χρόνια αργότερα, τι κερδίσαμε απ’ αυτή τη συμφωνία; Παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να κάνουμε έκκληση για ενότητα ανάμεσα στις παρατάξεις και τις κοινωνικές οργανώσεις, ώστε να διαμορφώσουμε μια καινούρια στραηγική αντιμετώπισης των εχθρών μας, των κατακτητών μας. Είχαμε εθνικό διάλογο το 2012 και έχουμε υπογράψει το πρόγραμμα και το μηχανισμό ανοικοδόμησης της Ο.Α.Π. ως του μοναδικού εκπροσώπου των Παλαιστινίων. Ήμαστε αναγνωρισμένοι διεθνώς, αλλά η Ο.Α.Π. είχε χτιστεί με το αίμα των μαρτύρων και των μαχητών της ελευθερίας και μέσα από μακρόχρονο αγώνα. Και τώρα είναι περιθωριοποιημένη έναντι της Παλαιστινιακής Αρχής, η οποία δεν έχει καμία εξουσία και είναι δεσμευμένη από τη Συμφωνία του Όσλο, άρα είναι σαν δημοτική αρχή.

Τουλάχιστον το BDS κίνημα εξελίσσεται πολύ πετυχημένα, παρά τις αντιδράσεις απέναντί του.

Ακόμη κι ο πρέσβης του Ισραήλ αντέδρασε για την επίσκεψή μου στην Ελλάδα. Δε δέχονται ούτε καν να ακούσουν μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Δεν το θέλουν. Κι έχουν ένα μεγάλο προϋπολογισμό για αντι-BDS δραστηριότητες.

Υπάρχουν άτομα ή ομάδες από το Ισραήλ, με τα οποία και τις οποίες θα μπορούσατε να μιλήσετε ή να καλλιεργήσετε ένα είδος κατανόησης, στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου σεβασμού;

Βεβαίως. Στο ακαδημαϊκό επίπεδο ο Ιλάν Παπέ, ο Νόαμ Τσόμσκι, στον οποίο όμως δεν επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Παλαιστίνη, όταν προσκλήθηκε από το Πανεπιστήμιο Μπιρ Ζέιτ, ο Νόρμαν Φίνκελσταϊν.

Θεωρείται κι αυτός ένας από τους «Εβραίους που μισούν τον εαυτό τους», βέβαια.

Πάντα το λένε αυτό. Κρύβει πολλή λογική απάρτχαϊντ το να λες σε κάποιον «μισείς τον εαυτό σου». Γιατί; Επειδή το λες εσύ; Τώρα υπάρχουν στρατιώτες που πολέμησαν τους Παλαιστίνιους και έχουν συνειδησιακά προβήματα. Δημιούργησαν μια ΜΚΟ, η οποία λέγεται Breaking the Silence. Και συγκεντρώνουν μαρτυρίες στρατιωτών ρωτώντας γιατί πολέμησαν τους Παλαιστίνιους. Ξέρεις, στην Πρώτη Ιντιφάντα πολλοί στρατιώτες αυτοκτόνησαν.



Διαβάζοντας για την ιστορία σας, κυρίως της περιόδου συμμετοχής σας στις αεροπειρατείες, αναρωτήθηκα αν ποτέ φοβηθήκατε μήπως εξελισσόσαστε σε μύθο, σε είδωλο.

Το 1972, μετά τη δολοφονία του Γκασάν Καναφάνι, ήμουν διαρκώς στο προσκήνιο. Πήγα, λοιπόν, στον Γενικό Γραμματέα και του είπα ότι ήθελα να είμαι με τους ανθρώπους μου. Με ρώτησε γιατί. Του απάντησα: «Φοβάμαι μήπως εξελιχθώ σε ένα άτομο, που κανένας δεν μπορεί να του μιλήσει. Δεν είμαι διαφορετική από τους συντρόφους μου. Είναι κι αυτοί μαχητές της ελευθερίας, που διασχίζουν τα σύνορα για να διεξαγάγουν επιχειρήσεις ή φυλακίζονται σε ισραηλινές φυλακές». Και πήγα να μείνω σε ένα προσφυγικό καταυλισμό. Ένιωθα άνετα εκεί. Και σήμερα ακόμη, όταν πηγαίνω εκεί, μου φέρνουν καρέκλα, για να κάτσω, ενώ εκείνοι κάθονται κατάχαμα. Τους ρωτώ γιατί. Μπορώ κι εγώ να κάτσω κάτω. Έχουν αυτή την εικόνα, την οποία κατασκεύασαν τα Μ.Μ.Ε. Κι αυτό είναι ευθύνη. Φοβήθηκα να κάνω πράγματα, που δε θα ήταν αποδεκτά από το λαό μου- ακόμα και σε σχέση με το πώς ντύνομαι. Πρέπει να σέβομαι τις παραδόσεις του λαού μου. Το καλοκαίρι φοράω πάντοτε μακρυμάνικα ρούχα- και όχι γιατί πιστεύω κάτι τέτοιο, είναι ένδειξη σεβασμού.

Πολλές γυναίκες, εξάλλου, οργανώνονταν στην αντίσταση. Και καθεμιά ήθελε να είναι όπως εγώ. Ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξεις τη νοοτροπία του κόσμου- και είναι ακόμη. Όποτε με ρωτούν ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που αισθάνομαι πως έκανα, απαντώ: το ότι οργάνωνα κόσμο, βοηθώντας τον να αλλάξει νοοτροπία.

Πείτε μου για τις Παλαιστίνιες.

Είμαι περήφανη που είμαι γυναίκα, και μάλιστα Παλαιστίνια. Γιατί οι γυναίκες μας παλεύουν ακόμη να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, την πατρίδα τους, το μέλλον των παιδιών τους. Κι όταν φυλακίζονται, είναι αποφασισμένες. Μια μητέρα 5 παιδιών από τη Γάζα, όλα μάρτυρες, διαρκώς δέχεται κόσμο. Όλοι την γνωρίζουν στην περιοχή. Αυτές είναι οι Παλαιστίνιες. Ακόμη κι αν χάσουν τα παιδιά τους, θα νικήσουν και θα ζήσουν στον τόπο τους ελεύθερες.

Φοβηθήκατε ποτέ μήπως αποτελέσετε θύματα κάποιας «εξωδικαστικής δολοφονίας», που, άλλωστε, δεν είναι και ασυνήθης πρακτική του ισραηλινού κράτους;

Δυο φορές προσπάθησαν να με δολοφονήσουν. Η πρώτη ήταν το 1971, όταν βρήκα ένα μαύρο κουτί με 10 κιλά ΤΝΤ κάτω από το κρεβάτι μου. Η δεύτερη στο Λίβανο το 1974, όταν το σπίτι δέχτηκε 6 οβίδες, και δεν πέθανα. Παρόλα αυτά, νομίζω πως οι Ισραηλινοί δεν ξεχνούν.

Έχετε πει στο παρελθόν ότι η Παλαιστίνη είναι για σας ο παράδεισος. Παραμένει;

Βεβαίως.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρο, η μεγαλύτερη ελπίδα σας;

Να επιστρέψω στον τόπο μου, τη Χάιφα. Και έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου πως, αν αυτό συμβεί κάποτε, θα κοιμηθώ κάτω από ένα δέντρο. Είναι ένα μικρό όνειρο, αλλά είναι όνειρο.

Κάποιες φορές, όταν κάποιος επιμένει προς την κατεύθυνση του στόχου του, ίσως υπάρξει αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα.

Αυτό είναι το όνειρο όλων των Παλαιστινίων, ξέρεις. Είναι τα πάντα για μας. Γι’ αυτό κάναμε τις Ιντιφάντα, κι ο αγώνας συνεχίζεται. Εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε την επιστροφή μας, γιατί είναι δικαίωμά μας. Άσε το Ισραήλ να ανησυχεί! Κοιμόμαστε και ονειρευόμαστε την Παλαιστίνη. Αυτό είναι το λιγότερο, το να ονειρευόμαστε. Αλλά είμαι αισιόδοξη. Ακόμη κι αν δε γυρίσω εγώ, θα γυρίσουν τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου. Εμείς απλώς ανοίγουμε το δρόμο.

Το βιβλίο της Λέιλα Χάλεντ Ο λαός μου θα ζήσει, Η αυτοβιογραφία μιας επαναστάτριας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α/συνέχεια.

Ευχαριστώ θερμά την οργανωτική επιτροπή του Resistance Festival, και κυρίως τον Γιώργο Τζαφέρη, χάρη στην επιμονή του οποίου ήρθε η Λέιλα Χάλεντ στην Ελλάδα, για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της κουβέντας μου μαζί της.


Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Vladimir Tomić: «Η τέχνη μου εστιάζει στον άνθρωπο και την κατάστασή του»


Με καταγωγή από το Σαράγεβο, το οποίο εγκατέλειψε με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό του λόγω του πολέμου σε πολύ μικρή ηλικία μεταναστεύοντας στη Δανία, ο Βόσνιος σκηνοθέτης Vladimir Tomić καταθέτει με το ντοκιμαντέρ Flotel Europa ένα βαθύ και συγκινητικό στοχασμό πάνω στην προσωπική και τη συλλογική μνήμη, την ιστορία, την παιδική ηλικία και την προσφυγιά. Το ντοκιμαντέρ του, που έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις διεθνώς, προβάλλεται την Τετάρτη 1η Ιουνίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του αφιερώματος Πρόσφυγες: απόδραση προς την ελευθερία; Στο μεταξύ, είχαμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον σκηνοθέτη.

Πότε πρωτοκράτησες κάμερα (φωτογραφική ή κινηματογραφική) και τι εντύπωση σου άφησε;

Αυτό δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι, αν το σπίτι μου καιγόταν και ήμουν μόνος μέσα, πιθανότατα πρώτα θα προσπαθούσα να σώσω την κάμερα και το υλικό, που είχα αποθηκευμένο εκεί.



Σε ποιο σημείο έπαψε να είναι ο φακός της ένα μέρος, πίσω από το οποίο κρυβόσουν, και, αντιθέτως, μετατράπηκε σε «όπλο», που θα σε βοηθούσε να πολεμήσεις τους «δαίμονές» σου, ανακαλύπτοντας εκ νέου, και ίσως επανεπινοώντας, τον εαυτό σου;

Ξεκίνησα να κάνω τις δικές μου πιο σοβαρές δουλειές, όταν εισήχθην στη Βασιλική Δανέζικη Σχολή Καλών Τεχνών το 2003. Πιο πριν, ήμουν φωτογράφος πλατώ σε δουλειές άλλων. Γρήγορα ανακάλυψα πως στη δική μου δουλειά χρησιμοποιούσα την κάμερα ως «ασπίδα» περισσότερο από ό,τι σαν «όπλο». Ως «ασπίδα», επειδή ήθελα να καταλάβω την ιστορία, και όχι να την πολεμήσω. Η ιστορία χρειάζεται να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή με όλες τις θετικές και τις αρνητικές της πλευρές. Πιστεύω πως ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να την πολεμά, κάτι που κάνουν οι πολιτικοί, γι’ αυτό και συχνά διαπράττουν τα ίδια λάθη.

Η κάμερα στέκεται, επίσης, ανάμεσα σε μένα και τα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής που θέλω να καταλάβω περισσότερο, αλλά φοβάμαι να προσεγγίσω. Ένα από αυτά τα ερωτήματα ήταν: «Ποια ήταν η επίδραση του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία στους ανθρώπους και σε μένα;». Μου πήρε πολύ καιρό και σκληρή δουλειά, για να κατανοήσω κάποια από αυτά τα πράγματα, και υποθέτω ότι ποτέ δεν μπορεί κάποιος να τα καταλάβει πλήρως.



Μαζί με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό σου, αναγκαστήκατε να εγκαταλείψετε το Σαράγεβο και την πρώην Γιουγκοσλαβία, εξαιτίας του πολέμου. Ποιες είναι οι πιο ευτυχισμένες αναμνήσεις σου από την περίοδο πριν τον πόλεμο; Κι αν είναι αλήθεια πως πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία, τι συμβαίνει αν αυτή η παιδική ηλικία διακόπτεται απότομα, παραμορφώνεται ή γίνεται επώδυνη;

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τα θετικά και τα αρνητικά της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά ένα είναι σίγουρο. Εκτός από τους σκληροπυρηνικούς εθνικιστές, οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα εύχονται να ήταν τα πράγματα όπως τότε. Η κοινωνική και οικονομική ασφάλεια ήταν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο και, αν αυτό δεν αρκούσε, οι άνθρωποι ήξεραν ότι η αλληλεγγύη ανάμεσα στις εθνοτικές και τις θρησκευτικές ομάδες ήταν βέβαιη. Για κάποιες γενιές, που είχαν γεννηθεί τότε, διαφορές ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες δεν υπήρχαν. Καθ΄οδόν για το σχολείο, το οποίο ονομαζόταν «Αδερφότητα και Ενότητα», περνούσα από το τζαμί, τη συναγωγή, την καθολική και την ορθόδοξη εκκλησία, ενώ άκουγα τσιγγάνικη μουσική στο δρόμο. Δε μου άρεσε και πολύ να πηγαίνω στο σχολείο, αλλά αγαπούσα την ομορφιά και την ποικιλομορφία της πατρίδας μου, και ήθελα να μαθαίνω τα πάντα για την ιστορία της και την ιστορία της Ευρώπης. Δυστυχώς, οι πιο σκοτεινές πλευρές της ιστορίας της εθνικής μας ταυτότητας «ξύπνησαν» στη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’80 και όλα πήγαν κατά διαόλου.

Είναι φυσιολογικό για μας τους ανθρώπους να νιώθουμε έναν ξεχωριστό δεσμό με το μέρος, όπου γεννηθήκαμε. Ανεξάρτητα από το αν μιλάμε για την παιδική ηλικία ή την ενήλικη ζωή, όταν η ζωή κάποιου διακόπτεται απότομα, αυτό θα ασκήσει κάποιου είδους αρνητική επίδραση πάνω του για την υπόλοιπη ζωή του. Όσοι δεν έχουν βιώσει κάτι τέτοιο, μπορεί να δείξουν συμπάθεια, αλλά ποτέ δε θα μάθουν τι σημαίνει να χάνεις το σπίτι, τους φίλους και μέλη της οικογένειάς σου. Να ξυπνάς την υπόλοιπη ζωή σου και να νιώθεις σαν ένας ξένος, ο οποίος έχει μέλλον, επειδή κάποιος ήταν αρκετά ευγενικός να του δώσει μια ευκαιρία.

To Flotel Europa είναι μια δυνατή και συγκινητική δουλειά, δεξιοτεχνικά ισορροπώντας ανάμεσα στο κινημτογραφικό ημερολόγιο και ένα βαθύ, χαμηλών τόνων, μελαγχολικό, χιουμοριστικό σε βαθμό αυτοσαρκαστικό, και συμφιλιωτικό στοχασμό πάνω στην ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πόσο καιρό σου πήρε να συγκεντρώσεις όλα αυτά αυτά τα διασκορπισμένα βιντεοσκοπημένα κομμάτια προσωπικής και συλλογικής μνήμης, και πόσο απαιτητικό ήταν να τα ενσωματώσεις σε μια συνεκτική αφήγηση, ικανή να έχει απήχηση σε ευρύτερα κοινά, όχι κατ’ ανάγκη εξοικειωμένα με όσα συνέβησαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία;

Όλη η ταινία συντίθεται από προσωπικά βίντεο, τραβηγμένα από Βόσνιους πρόσφυγες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στον προσφυγικό καταυλισμό Flotel Europa στη Δανία μεταξύ 1992-1996. Έχω, επίσης, οικογενειακές βιντεοκασέτες, τις οποίες φτιάξαμε, έτσι να μπορούμε να τις στείλουμε στην οικογένειά μας στο Σαράγεβο μετά τον πόλεμο. Σε εκείνες τις βιντεοκασέτες μιλούσαμε για τη ζωή μας στον καταυλισμό και σχετικά με τις πιθανότητες για έναν ερχομό της υπόλοιπης οικογένειας μετά τον πόλεμο. Λοιπόν, ήταν η μητέρα μου που μιλούσε, ενώ εγώ κι ο αδερφός μου στεκόμασταν από πίσω, κάτι που φαινόταν αστείο. Ήξερα πως κι άλλοι πρόσφυγες είχαν δικές τους βιντεοκασέτες, και με λίγη βοήθεια ήρθα σε επαφή μαζί τους.



Πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν πολύ δύσκολο να κάθομαι και να παρακολουθώ πολλές, πολλές ώρες ερασιτεχνικής βιντεοσκόπησης. Καθώς ξέρεις, οι περισσότεροι ερασιτέχνες κινηματογραφούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τις σημαντικές στιγμές της ζωής τους, αλλά αυτό που κινηματογραφούν είναι αυθεντικό, και συχνά προκαλεί έκπληξη, γιατί δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Μερικές φορές, υπήρχε υλικό, το οποίο ήταν τόσο όμορφο και συγκινητικό, τόσο προσωπικό και δυνατό, που γελούσα και έκλαιγα την ίδια στιγμή. Ευτυχώς, ανακάλυψα πως η ταινία θα λειτουργούσε αν έγραφα την ιστορία της ζωής μου στον προσφυγικό καταυλισμό Flotel Europa και έπειτα επέλεγα το σωστό υλικό από βιντεοκασέτες γι’ αυτή. Το μοντάρισμα της δουλειάς έγινε από τον υπέροχο κινηματογραφιστή Srdjan Keca, χωρίς τον οποίο θα ήταν πολύ δύσκολο να βγει σωστά. Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα περιλάμβανε όλα όσα περιλαμβάνει η ζωή. Από το ρομάντσο, τη δύσκολη πραγματικότητα, κωμικές στιγμές, μέχρι την καθημερινότητα του να φτιάχνεις φαγητό και να παρακολουθείς τηλεόραση. Ήθελα να δείξω πώς κατέρρευσε η Γιουγοσλαβία για μένα στη Δανία και το κοινό να γελάσει και να κλάψει όπως εγώ, όταν παρακολουθούσα το υλικό. Ο Srdjan ένιωσε το ίδιο, γι’ αυτό και ήμαστε μια σπουδαία ομάδα.  

Η ταινία τελειώνει στο σημείο που είστε έτοιμοι να μετακομίσετε σε ένα κανονικό διαμέρισμα στην Κοπεγχάγη. Πώς κύλησαν τα χρόνια, τα οποία ακολούθησαν; Σας φέρθηκαν με συμπάθεια, κατανόηση, ή έστω ανοχή;

Σίγουρα τα επόμενα χρόνια ήταν πολύ καλύτερα. Άρχισα να νιώθω περισσότερο στο σπίτι μου στη Δανία, καθώς πήγα σε δανέζικο σχολείο, έκανα Δανούς φίλους και αισθάνθηκα πως, έχοντας το υπόβαθρο που είχα, ήταν κάτι που με έκανε πιο σοφό. Οι Δανοί μου φέρθηκαν καλά, αλλά, όπως και στα περισσότερα μέρη, παίρνεις ό,τι δίνεις. Βεβαίως, είναι πολύ δυσκολότερο να ξεκινήσεις μια καινούρια ζωή κάπου, όπου δεν έχεις τίποτα και κανέναν, αλλά η οικογένειά μου δούλεψε σκληρά, για να γίνει κομμάτι μιας νέας κοινωνίας και να φτιάξει μια ζωή εκεί.



Επέστρεψες στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, ενώ γυρνούσες το ντοκιμαντέρ My lost generation. Την έχεις επισκεφτεί ξανά, έκτοτε; Και πώς συνδέεσαι συναισθηματικά μ’ αυτήν;

Ασφαλώς κι έχω πάει στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη πολλές φορές από το 2004, κυρίως για να επισκεφτώ την οικογένεια που έχει απομείνει και να δείξω τις ταινίες μου σε φεστιβάλ. Μερικές φορές, διδάσκω, επίσης, νεαρούς Βόσνιους κινηματογράφο. Το αγαπώ αυτό.

Συνήθως είμαι πολύ ανήσυχος, όταν πηγαίνω στο Σαράγεβο, καθώς νιώθω αποξενωμένος από τη γενέτειρά μου και όχι πραγματικά ευπρόσδεκτος. Έχω το κλειδί του άδειου διαμερίσματος του παππού και της γιαγιάς μου, όπου δεν μπορώ να βρω ησυχία ή να κοιμηθώ, αν είμαι μόνος. Όπου κοιτάζω, βλέπω κομμάτια της παιδικής μου ηλικίας, τα οποία, όπως και η πόλη στον πόλεμο, κατέρρευσαν. Κάποιες φορές σταματώ σε κάποιο σχολείο ή στο πάρκο και παρακολουθώ νεαρά άτομα να μιλάνε, να γελάνε, να φιλιούνται- αυτό μου δίνει ενέργεια. Ορισμένοι άνθρωποι που ξέρω και η δουλειά μου δίνουν ενέργεια να μείνω εκεί λίγες μέρες.

«Όλο αυτό το ρομάντσο θα σε σκοτώσει», μου λένε μερικοί.

Ζούμε σε καιρούς που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, βιώνουμε αυξημένη μετανάστευση, καθώς και πολλή υποκρισία, σκληρότητα και κυνισμό από την πλευρά των εξουσιαστών. Η ανάδυση της Ακροδεξιάς και της νεοναζιστικής «ιδεολογίας» είναι, επίσης, προφανής, ακόμη και σε σκανδιναβικές χώρες, όπως η Δανία. Ως πρώην πρόσφυγας, πώς νιώθεις για όλα αυτά, και πώς νομίζεις ότι το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί δίκαια και ανθρώπινα;

Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω την πολυπλοκότητα του κόσμου, στον οποίο ζούμε, αλλά και της «μοιραίας» κοινοτοπίας των πάντων. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις σε ένα μέρος, όπου διαφορετικές δυνάμεις νιώθουν την ανάγκη να κυριαρχούν και να επηρεάζουν η μία την άλλη. Η τέχνη μου εστιάζει στον άνθρωπο και την κατάστασή του, απλωμένα ανάμεσα στην εξουσία, την ιδεολογία, τη θρησκεία, την ιστορία και την ίδια του τη φύση. Αυτό που βλέπω να συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι η αύξηση του φόβου. Είναι σαν πολλοί να μην ήξεραν ότι εδώ και 15 χρόνια είμαστε, στην πραγματικότητα, αναμεμειγμένοι σε πολέμους εκτός Ευρώπης.  

Από την άλλη, βλέπω μια έξαρση του πρωτογονισμού, ο οποίος συχνά είναι πολύ στενόμυαλος και μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Μη με παρεξηγήσεις: άνθρωποι, τους οποίους αποκαλούμε «διανοούμενους», μπορεί να είναι εξίσου πρωτόγονοι. Όταν αυτός ο τρόπος σκέψης και δράσης κυριαρχεί, τότε είναι πολύ αργά να σώσουμε οτιδήποτε. Το είδαμε να συμβαίνει στη Γιουγκοσλαβία. Τα πράγματα χρειάζεται να μεταμορφωθούν σε κάτι καλύτερο και πιο ανθρώπινο, όχι να καταστραφούν.



Η πιο πρόσφατη δουλειά σου λέγεται Remembering the nowhere. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για την κεντρική της ιδέα; Και τι ετοιμάζεις στο κινηματογραφικό «μέτωπο»;

Το Remembering the Nowhere ήταν μια έκθεση που έκανα φέτος. Περιλάμβανε τα πάντα από προσωπικές φωτογραφίες Βόσνιων προσφύγων, μέχρι αντικείμενα και βίντεο. Μπορείς να δεις τον κατάλογο στο προσωπικό μου site.

Αυτό, που προσπάθησα να προσεγγίσω μέσω της έκθεσης, ήταν το κενό, το οποίο αφήνει ο πόλεμος στους ανθρώπους. Την ονόμασα «πουθενά», γιατί είναι ένα κράτος, όπου το άτομο καταρρέει, όταν μετατρέπεται σε πρόσφυγα ή ξένο προς το περιβάλλον του, καθώς και προς την πατρίδα του. Ήθελα να δω πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται αυτού του είδους την προσωπική ιστορία και ποια είναι η φύση της μνήμης.

Δε μιλάω για εγχειρήματα, που δεν έχουν ολοκληρωθεί. Σε ευχαριστώ!

Το προσωπικό site του Vladimir Tomić είναι http://www.vladimirtomic.com/

Το ντοκιμαντέρ του Flotel Europa προβάλλεται την Τετάρτη 1η Ιουνίου στις 22:15, στο πλαίσιο του αφιερώματος Πρόσφυγες: απόδραση προς την ελευθερία;, το οποίο φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Martin Phillipps: “I would not have survived without music”


Intrigued by an enthusiastic review of their then current LP Submarine Bells, that I had read in a Greek music magazine, and delighted by the video-clip of their trademark Heavenly Pop Hit I had watched on MTV, I set out to buy the promising LP of a New Zealand band completely unknown to me, at the time: The Chills. It blew me away and still consider it to be one of the most well-crafted pop albums to have graced the vinyl format. In fact, due to repeated plays some 25 years ago, my first copy of it broke and had to replace it! In the ensuing years, I kept following the group’s musical adventures… and then, all of a sudden, there was long pause. I was, therefore, extremely thrilled and moved, when I was informed that they had released a fresh album, Silver Bullets, nearly 20 years after Sunburnt. On this occasion, I sought to communicate with Martin Phillipps, the “soul” of The Chills. What follows, is the “product” of this communication.

How and when did it all start- and why The Chills?

Although we didn't know it at the time, The Chills were part of the post-punk explosion of music around the world - some of which came from the most unlikely cities in the least likely countries. We were called The Chills, because co-founder Peter Gutteridge and I were big fans of The Cramps, so the name felt right and because Dunedin gets cold in winter. We formed late 1980, after my first band The Same (late 1978 - early 1980) had ended.

Cozy in the North wing/ Taking turns at Swamp Thing/ Listening to the Byrds sing on/ the tape recorder”, you wrote back then in Don’t be- Memory. Were the Byrds among your main influences? How about Beach Boys? Listening to your work, I have the feeling that you “marry” Pet Sounds’ infectious sunshine pop melodies with punk rock sensibilities and a very distinctive melancholic aura. Is that true?

The music of Brian Wilson and the Beach Boys around the time of Pet Sounds and Smile and the many songs, which lead up to that, and the huge wealth of material that came out afterwards, some on solo albums, has always been important to me. I was also listening to '60's garage punk and psychedelia and British R&B and also folk rock like the Byrds, Nick Drake, Tim Buckley and Tim Hardin. Then, there was Ramones, Suicide, Swans, Napalm Death and so much more. There is a lot of music, which affects me deeply, but which I do not choose to emulate. Bowie was always a big influence.

You are an extremely talented composer and lyricist. Did you receive relevant education? Have you attempted to write a novel or short stories, as well? What do you aim to “catch” through your lyrics/ storytelling?

I had some very basic music lessons as a child, but I am largely self-taught. I sometimes wish I knew more about music structure, but I think that I have my own way of creating things and that maybe I should leave it like that. I have had articles and short stories published already and some poetry. I hope that my lyrics capture some beauty, because I work hard to make it so, and also to show some basic honesty.

The uncaring power of memory/ so crippling in its clarity/ Those spiteful spikes of sentiment/ I’d love to make some sense of it”, you wrote in the same song- my favorite of yours. Why “uncaring”?

Memory will replay moments, which you may not want to re-live - it does not care.

Where we could we dwell? / Within our past alive and well/ Escape from all that’s hard to bare/ To where the child that you were/ creeps near- without fear”. Do you still feel nostalgic about your childhood?

We have been working on a documentary about my life, which is based around the themes of my songs, and I have had to confront images from my childhood and younger years. It has not always been easy and sometimes it has been painful. But most of the time now I feel so separate from the person I was as a youth, that I cannot understand how he achieved what he did, yet I am very proud of the courage that it took.

During the 90s you battled with a few personal “demons”, including depression and heroin. Did music help you get over that dark period of your life?

Music is a great healer and I would not have survived without it. I never stopped making music, but it took me some years to recognize that, although the music I was generating was not advancing my career, it was a better shot in the arm than opiates and it was what was truly keeping me alive. That, and the love from my family and friends.



Silver Bullets sounds like the natural successor to Submarine Bells, with at least half of its songs nearly as brilliant as those of that album. How long did the completion of it take? Were the songs written over different periods of time, or in a condensed timeframe?

Some of the basic riffs are years old and some lyrics were written down years ago, but mostly it all came together over a year or so once we realized we were being given the opportunity to record a quality album, and not something that would sound like a bunch of cheap demo's. And many people have been discovering the best material on the Soft Bomb and Sunburnt albums, which became a bit lost when first released.

Though The Chills were never apolitical, in Silver Bullets you do seem to employ a more open political stance, especially in songs like the eponymous one or Underwater Wasteland. Did the economically, politically and socially-driven adverse circumstances dominating most parts of the world urge you to do that?

It felt to me that there was so much music being released, that it was pointless releasing an album that wasn't important. That was a problem for me, because I didn't want to do a political album in case it quickly dated. But those were the lyrics, which were pouring out, and so it became a challenge for me as a song-writer to see if I could craft those sentiments into something more beautiful and longer-lasting. There are huge issues to be talked about at the moment and I hoped we could help with the discussion.

Pyramids/ When the Poor can Reach the Moon is one of the most accomplished and uplifting compositions of yours, comparable to your trademark Heavenly Pop Hit. Can the “poor” actually reach “the moon”? Someone once wrote that your songs restore his faith in humanity. Do you feel hopeful for its future?

Humans often do wonderful things for each other - and for other creatures. So there is always hope. But often it is the most powerful people, who make the cruelest decisions. I do not know what will happen to us, or our planet. I am not a prophet.

You never managed to become as successful as you could have been, commercially-wise. Was that annoying- or even necessary, in fact? How do you personally “measure” success?

I am 52 years old, and many of my friends and colleagues can now afford good homes, restaurants, holidays and they have children, who are doing well. Sometimes I feel a sense of loss at what might have been. But then, when The Chills perform live, I experience that wonderful energy and connection with the audience, which only rock and roll can generate to that extreme - and which The Chills have our own unique formula of.  And then I feel that this is good enough - this is what I am here for. I have changed lives for the better. Who could ask for more?

It’s been a truly long time since you last toured in Greece- that was probably back in 1987, when I was too little to be allowed to walk out on my own, let alone attend a gig. What do you recall form those series of gigs in Athens and Thessaloniki. Do you plan to play in Greece in the future?

I recall Greece being one of the most wonderful places we ever visited. We made great friends, who I would love to see again. The food and wine and the lifestyle were wonderful. The gigs were a bit chaotic, but magical. I hope very much that we can play there again.

[Photo credits: Jon Thom Moodie. Cover illustration: Bruce Mahalski].

More on The Chills can be found on the group’s official website http://www.softbomb.com/

I would like to warmly thank Scott Muir, the manager of The Chills, for making this conversation possible, Alice Gros from Fire Records for providing the photographic material enhancing this upload and, last but not least, Martin Phillipps for being a constant source of beautiful and meaningful pop music over the years.


Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Anna Muylaert: «Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι να γράψω πολιτικό μανιφέστο»


Ένα βαθιά πολιτικό και με σαφώς ταξική «ανάγνωση» οικογενειακό δράμα επιβεβαιώνει τη ζωτικότητα του νοτιοαμερικάνικου σινεμά. Ο λόγος για την ταινία Η δεύτερη μάνα της Βραζιλιάνας Anna Muylaert, η οποία επιτέλους προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους, 1 και πλέον χρόνο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου οι πρωταγωνίστριές της Regina Casé και Camila Márdila απέσπασαν το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στην κατηγορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Val (Regina Casé), η οποία εργάζεται ως εσώκλειστη νταντά, και ουσιαστικά ως πραγματική μητέρα, σε μεγαλοαστικό σπίτι στο Σάο Πάολο, έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει και φυσικοποιήσει την ταξικά κατώτερη θέση της. Η εμφάνιση της νεαρής κόρης της Jéssica (Camila Márdila), την οποία έχει να δει επί πολλά χρόνια, στην πόλη, όπου σκοπεύει να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, θα «πυροδοτήσει» μια σειρά από ανατροπές. Κουβεντιάζουμε με την Anna Muylaert, με αφορμή τη διεισδυτική της ταινία.



Φαίνεται ότι η Δεύτερη μάνα σε «ταλαιπώρησε» για πολλά χρόνια. Ποια ήταν η αφετηρία όλης της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από το γύρισμα της ταινίας και γιατί χρειάστηκες τόσο μεγάλο διάστημα, για να την ολοκληρώσεις;

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο πριν από 20 χρόνια, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και συνειδητοποίησα πόσο ευγενής απασχόληση είναι να ανατρέφεις ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, παρατήρησα, επίσης, το βαθμό, στον οποίο το καθήκον αυτό είναι υποτιμημένο στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Στο κοινωνικό μου κύκλο, αντί να φροντίζεις το ίδιο σου το μωρό, πιο συχνά προσλαμβάνεις μια εσώκλειστη νταντά, στην οποία αναθέτεις την περισσότερη δουλειά, που θεωρείται βαρετή και σε «αδειάζει». Αλλά αυτές οι νταντάδες συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τα δικά τους παιδιά σε κάποιον άλλο, για να χωρέσουν σε αυτό το πλαίσιο.

Αυτό το κοινωνικό παράδοξο υπήρξε για μένα ένα από τα πιο σημαντικά στη Βραζιλία, γιατί είναι πάντα τα παιδιά που βγαίνουν χαμένα- τόσο εκείνα των εργοδοτών, όσο και των νταντάδων. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο θεμέλιο της κοινωνίας μας, την εκπαίδευση.

Μου πήρε τόσα χρόνια, για να βρω τη σωστή ιστορία και να συγκεντρώσω χρήματα.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δουλειάς σου είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της, το γεγονός ότι «απογυμνώνει» τις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στη Βραζιλία, χωρίς, ούτε μια φορά, να αναφέρεται σε κάποια πολιτική ιδεολογία ή όρο (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο), ή να γίνεται διδακτική. Ήταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής, ή αποφάσισες πως αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία;

Δεν ήταν καν απόφαση. Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι γράψω το οποιοδήποτε πολιτικό μανιφέστο.

Ταυτίζεσαι με τη ζωντανή παράδοση του νοτιοαμερικάνικου σινεμά, που συνδυάζει οξύ κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο και μια ευαίσθητη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση;

Το ελπίζω! Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, οι αναφορές μου παραπέμπουν περισσότερο στον ιταλικό κινηματογράφο.



Η Regina Casé, η πρωταγωνίστριά σου, δίνει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων τόσο σε λεκτικό, όσο και μη-λεκτικό επίπεδο, θυμίζοντάς μου πολύ το ταμπεραμέντο των γυναικών και των μητέρων της Μεσογείου. Πώς ήταν συνεργασία σας;  

Πράγματι συνεισέφερε πολύ στη διαμόρφωση των διαλόγων και το «χτίσιμο» του χαρακτήρα της. Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Η εμφάνιση της κινηματογραφικής της κόρης, που ενσαρκώνεται υπέροχα από την Camila Márdila, λειτουργεί καταλυτικά με πολλούς τρόπους- κι όχι μόνο σε σχέση με την ήρεμη ριζοσπαστικοποίηση της μητέρας. Αντιμετωπίζεις, επίσης, τις νεότερες γενιές- ή τμήματά τους- ως «καταλύτες» της κοινωνικής αλλαγής;

Ναι, σίγουρα. Αλλά, αυτή τη στιγμή, στη Βραζιλία ο συγκεκριμένος χαρακτήρας φέρει μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία, λόγω των πρόσφατων ενεργειών που κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν εκατομμύρια φοιτητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων στο πανεπιστήμιο.

Εκτός από παραγωγική σκηνοθέτρια τηλεταινιών και ταινιών μικρού μήκους, έχεις, επίσης, ασχοληθεί με την κριτική κινηματογράφου. Σε βοήθησε να διαμορφώσεις την κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Ασφαλώς. Για να σκηνοθετήσεις μια ταινία, πρέπει όχι μόνο να αισθάνεσαι, αλλά και να κρίνεις όλη την ώρα.

Ποιοι σκηνοθέτες συνιστούν τις βασικές σου αναφορές/ πηγές έμπνευσης;

Οι δάσκαλοι. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φελίνι, ο Παζολίνι, ο Γκλάουμπερ Ρόχα, ο Γκοντάρ. Επίσης, οι Αδερφοί Κοέν, ο Γκας Βαν Σάντ, καθώς και σύγχρονοι Βραζιλιάνοι σκηνοθέτες, όπως ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο και ο Κλαούντιο Ασίς.

Υπάρχει ένα «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο, ή, απλώς, καλοί και κακοί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες; Τι καθιστά ένα φιλμ «καλό», κατά τη γνώμη σου;

Πιστεύω πως υπάρχει γυναικείο βλέμμα, αλλά νομίζω ότι δεν εξαρτάται από το φύλο του σκηνοθέτη. Ο Αλμοδόβαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι δύσκολο να ορίσεις ένα «καλό» φιλμ, αλλά αυτό που τέτοιες ταινίες έχουν ως κοινό ίσως είναι ότι είναι ζωντανές, ότι λένε περισσότερα από όσα είχαν σκοπό να πουν.

Πόσο δύσκολη είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για κινηματογραφικά εγχειρήματα στη Βραζιλία;

Δύσκολη όσο και οπουδήποτε αλλού. Το σινεμά απαιτεί πολλά χρήματα.

2 ταινίες σου (Η δεύτερη μάνα, Dont call me son) έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ τα 2 τελευταία χρόνια. Προς το παρόν ξεκουράζεσαι, ή είσαι στη διαδικασία προετοιμασίας μιας καινούριας ταινίας;

Ξεκουράζομαι!

Η φωτογραφία της Anna Muylaert είναι του Marcos Alves και εκείνες των 2 πρωταγωνιστριών της Aline Arruda.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Manuela Mandler από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας, την Gullane, που με έφερε ταχύτατα σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Anna Muylaert Η δεύτερη μάνα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.