Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Αλεξέι Κρασόφσκι: «Στη Ρωσία αγαπάμε να ανακαλύπτουμε εχθρούς από οπουδήποτε»


Άλλη μια επιβεβαίωση της ζωτικότητας του σύγχρονου ρωσικού σινεμά- και δη του ανεξάρτητου-, το Collector του Αλεξέι Κρασόφσκι, ένα νευρώδες ψυχολογικό θρίλερ με έντονες πολιτικές, ηθικές και υπαρξιακές διαστάσεις, προβλήθηκε στο 29ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, όπου και απέσπασε το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Γυρισμένο μέσα σε 8 μέρες, ως επί το πλείστον σε ένα χώρο, με έναν πρωταγωνιστή, αφηγείται μερικές ώρες από τη ζωή ενός αδίστακτου εισπράκτορα χρεών και την προσπάθειά του να ανασκευάσει μια κατηγορία που μπορεί να του στοιχίσει τη δουλειά- και τη ζωή του. Συναντήσαμε τον Αλεξέι Κρασόφσκι στην Αθήνα, την οποία επισκέφτηκε για πρώτη φορά, προκειμένου να παρουσιάσει την ταινία του.

Αν δεν κάνω λάθος, το Collector υπήρξε ανεξάρτητη παραγωγή.

Εδώ και 15-20 χρόνια ήθελα να γυρίσω ταινία μυθοπλασίας, αλλά δεν είχα τη δυνατότητα, γιατί στη Ρωσία δουλεύουμε ως υπηρέτες της κυβέρνησης. Δε μου αρέσει αυτό. Δεν έχουμε τα ίδια δικαιώματα με άλλους σκηνοθέτες και σεναριογράφους. Αυτή η ταινία ήταν η ευκαιρία να κάνω τα πράγματα με τον τρόπο μου. Αν δεν τα κατάφερνα αλλιώς, θα την υλοποιούσα μόνος μου, με τον εαυτό μου ως πρωταγωνιστή. Αυτό ήταν το σχέδιο β’ και γ’! Ήθελα να την κάνω οπωσδήποτε.

Ήταν, επομένως, κυρίως προϊόν αποφασιστικότητας;

Πιθανότατα. Ήταν ο μόνος τρόπος να πραγματοποιηθεί όπως την ήθελα. Έχω τόσες ιδέες, τόσα θέματα, με τα οποία θέλω να καταπιαστώ και να τα εξερευνήσω. Ίσως πρόκειται για παράξενη κατάσταση, αλλά είναι κάτι συνηθισμένο στη Ρωσία.

Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ με έντονες πολιτικές, ηθικές και υπαρξιακές διαστάσεις. Τι υπήρχε πίσω από την επιλογή του χαρακτήρα του εισπράκτορα χρεών; Είναι κάτι συνηθισμένο ή ένα αντικείμενο αντιπαράθεσης στη σύγχρονη Ρωσία;

Στις μέρες μας είναι μια πολύ δημοφιλής απασχόληση, γιατί στη Ρωσία αγαπάμε να ανακαλύπτουμε εχθρούς από οπουδήποτε. Δεν πιστεύουμε πως ο εχθρός μπορεί να προέρχεται από τους ίδιους μας τους εαυτούς. Έχουμε κάποια ηθικά διλήμματα σε ό,τι αφορά το καλό και το κακό, αλλά δε θέλουμε να λύσουμε, απλώς να βρούμε έναν εχθρό και να τον κατηγορήσουμε για τα πάντα. Πέρυσι ήταν η Ουκρανία, άλλοτε η Τουρκία ή οι Η.Π.Α., τώρα είναι οι εισπράκτορες χρεών. Όταν, ωστόσο, βρισκόμουν στη διαδικασία δημιουργίας του κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας μου, κανένας δε μιλούσε γι’ αυτό το θέμα, δεν αποτελούσε ο εισπράκτορας εχθρό ακόμα. Πήγα σε τουλάχιστον 50 παραγωγούς - έχω χάσει το λογαριασμό-, οι οποίοι δεν πίστευαν στο σενάριο. Κάποιοι έλεγαν ότι είναι καλό, αλλά «πώς θα το πουλήσουμε; Δεν είναι για το σινεμά, μόνο για το διαδίκτυο και για DVD». Μόνο ένας πίστεψε σ’ αυτό και βρήκε κάποιον επενδυτή για τη διαδικασία των γυρισμάτων, όχι της post production.



Η επιλογή της εστίασης σε έναν χαρακτήρα απορρέει από τις αντικειμενικές συνθήκες, την έλλειψη πόρων, ή αποτελεί και αφηγηματική πρόκληση;

Το πιο σημαντικό είναι η ιστορία που έχω ανάγκη να αφηγηθώ. Ως σεναριογράφος, χρειάζομαι έναν χαρακτήρα με έντονα εσωτερικά προβλήματα, ηθικά διλήμματα. Στη Ρωσία είναι πιο δύσκολο να εξασφαλίσεις πόρους για το γύρισμα των φιλμ, παρά να δημιουργήσεις χαρακτήρες.

Αντιπαθείς τους μονοδιάστατους χαρακτήρες, αντιλαμβάνομαι. Είναι έτσι;

Είναι υπερβολικά εύκολο να ερωτευτείς τον «καλό». Αγαπώ τους σύνθετους χαρακτήρες με τις διαταραγμένες ηθικές αρχές. Επιλέγοντας το χαρακτήρα του εισπράκτορα χρεών, από την πρώτη στιγμή έχεις σύγκρουση. Σε κάθε σενάριο χρειάζεται να υπάρχει σύγκρουση το γρηγορότερο δυνατόν. Για μένα, αυτός ο ήρωας ήταν σαν θησαυρός. Το δεύτερο ζήτημα αφορά στα ηθικά διλήμματα της κοινωνίας, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι άνθρωποι δε θέλουν να βρουν τις απαντήσεις μέσα τους ή στην πατρίδα τους, αλλά οπουδήποτε αλλού, όπως προανέφερα. Για μένα αυτό είναι εξαιρετικά λυπηρό. Γιατί, λοιπόν, αυτοί οι ταλαντούχοι άνθρωποι κάνουν μια τόσο ατάλαντη δουλειά; Γιατί αναγκάζονται.

«Παίζεις» εξάλλου, με το πλαστό και το αληθινό, το φαίνεσθαι και το είναι κατά τη χιτσκοκική παράδοση. Ποτέ, για παράδειγμα, δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν ένας από τους χαρακτήρες που αναφέρονται στην πλοκή όντως οδηγήθηκε στην αυτοκτονία, εξαιτίας της ψυχολογικής πίεσης από την πλευρά του εισπράκτορα, ή απλώς εξαφανίστηκε αλλάζοντας όνομα και κατοικία.

Αγαπώ σκηνοθέτες όπως ο Χίτσκοκ, αλλά προτιμώ να κάνω τις ταινίες με τον τρόπο μου. Όταν προετοιμάζομαι για ένα γύρισμα, δεν μπορώ να παρακολουθήσω καμία άλλη ταινία. Είναι ίσως ένα πρόβλημά μου. Τώρα, σε ό,τι αφορά το πλαστό και το πραγματικό, σκεφτόμουν ποιος ήταν, τελικά, η μαριονέτα. Η χήρα ήταν μαριονέτα στα χέρια του άντρα της, αλλά κι εκείνος ήταν μια μαριονέτα στα χέρια του εισπράκτορα χρεών, ο οποίος με τη σειρά του έγινε έρμαιο ενός βίντεο, που τον εμφάνιζε ως παιδεραστή. Υπάρχουν τόσοι χαρακτήρες, κι όμως κανένας δε διαθέτει ελευθερία θέλησης. Ίσως μόνο ένας, η εργαζόμενη στην κτηνιατρική κλινική.



Φαίνεται πως υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ποικιλία ταινιών και σκηνοθετών στο σύγχρονο ρωσικό σινεμά. Ταυτίζεσαι με κάποιον από αυτούς τους σκηνοθέτες ή νομίζεις ότι διαμορφώνεται μια τάση στον ρωσικό κινηματογράφο του σήμερα;

Η πιο σημαντική τάση είναι η δημιουργία ταινιών για τη σύγχρονη εποχή. Πέρυσι είδα 9-10 ανεξάρτητες ταινίες για τον καιρό μας, για τους ανθρώπους της εποχής μας, για τα προβλήματά μας. Αυτό είναι κάτι θετικό, πρόκειται για το μέλλον μας. Δεν ξέρω αν θα είναι κάτι δημοφιλές. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να μιλάνε γι’ αυτές τις ταινίες, στη Ρωσία έχουμε μόνο 300 σινεμά. Έχουμε τόσο υπέροχους, τόσο γενναίους χαρακτήρες στην πραγματική ζωή. Χρειάζεται να τους δείξουμε και να συζητήσουμε γι’ αυτούς, και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει μέσα από την τηλεόραση.

Πιστεύω σε μια κοινότητα σκηνοθέτων που μπορεί να «σπάσει» τους κανόνες και να επιλέξει τους όρους, με τους οποίους θέλει να λειτουργεί. Αλλά αυτό δεν έχει επιτευχθεί ακόμα, μόνο συζητήσεις μέσω Facebook διεξάγονται.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνομιλίας με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Αλεξέι Κρασόφσκι Collector παρουσιάστηκε σε πανελλαδική πρεμιέρα στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού του 29ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου (17-27 Νοεμβρίου), όπου και σπέσπασε το βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.)

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Λουίς Πουένσο: «Στις μέρες μας, την Ιστορία τη γράφουν τα Μ.Μ.Ε.»


30 και πλέον χρόνια μετά την πρεμιέρα της, η Επίσημη Ιστορία, η εμβληματική και πολυβραβευμένη ταινία του σπουδαίου Αργεντίνου σκηνοθέτη Λουίς Πουένσο, βρίσκει το δρόμο της και για τις ελληνικές αίθουσες, σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το φιλμ αποτελεί μια καταβύθιση στην επώδυνη και ταραχώδη ιστορία της Αργεντινής των χρόνων της Δικτατορίας. Πρωταγωνιστές του, ένα ζευγάρι της ανώτερης μεσοαστικής τάξης, το οποίο ζει στο Μπουένος Άιρες με την παράνομα υιοθετημένη του κόρη. Στη διάρκεια της ταινίας, η μητέρα της αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι το παιδί τους ενδέχεται να είναι γόνος οικογένειας «εξαφανισμένων», γεγονός που πυροδοτεί μια σειρά από δραματικές εξελίξεις. Η Επίσημη Ιστορία προβάλλεται στους κινηματογράφους από την 1η Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave. Με αυτή την αφορμή, ο Λουίς Πουένσο απάντησε στις ερωτήσεις μας.

«H Ιστορία είναι η μνήμη των λαών», λέει η πρωταγωνίστρια της ταινίας σας σε μια από πρώτες σκηνές του φιλμ το Μάρτιο του 1983 ξεκινώντας το μάθημά της. Θα θέλατε να αναλύσετε τη σημασία της μνήμης τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο;

«H Ιστορία είναι η μνήμη των λαών», λέει η καθηγήτρια το Μάρτιο του 1983 ξεκινώντας το μάθημά της στην αρχή της ταινίας. Εκείνη τη χρονιά γράφαμε το σενάριο μέσα σε ένα πολύ αυστηρό και απαιτητικό Παρόν, μιας και βρισκόμασταν υπό την εξουσία της Δικτατορίας.

Έτσι, οι δύο βασικοί άξονες του σεναρίου μας ήταν η Ιστορία με τη διπλή της έννοια στα καστιλιάνικα - του κοινωνικού και του προσωπικού- και η Μνήμη ως τη θεμέλιο λίθο των συνθηκών.

Δώσατε στην ταινία τον τίτλο Επίσημη Ιστορία. Ποιος γράφει την ιστορία, τελικά, και με ποιο τρόπο είναι δυνατό αυτή να διδαχθεί πιο αποτελεσματικά;

Ένας μαθητής στην ταινία απαντά στην καθηγήτρια ότι «την Ιστορία τη γράφουν οι δολοφόνοι» και αυτή τη φράση, φυσικά, τη γράψαμε εμείς για να τονίσουμε την αντίφαση ανάμεσα στο επίσημα αναγνωρισμένο και στο πραγματικό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Και στις μέρες μας, τα Μ.Μ.Ε.



Η Επίσημη Ιστορία προβλήθηκε δυο χρόνια μετά την πτώση της Δικτατορίας στην Αργεντινή. Ποιες είναι οι πιο ζωντανές μνήμες σας από εκείνες τις πρώτες προβολές και την αρχική υποδοχή της ταινίας;

Δεν έγινε ακριβώς έτσι. Γράψαμε το σενάριο και προσπαθήσαμε να τη γυρίσουμε, ουσιαστικά όλη η παραγωγή έλαβε χώρα στη διάρκεια της Δικτατορίας, η οποία τελείωσε - υπό μια έννοια- το Δεκέμβριο του 1983. Την προβάλαμε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1985.

Στην πραγματικότητα, όταν γυρίζαμε την ταινία, η μητέρα της τετράχρονης πρωταγωνίστριάς μας απειλήθηκε επανειλημμένα για να βγάλει την κόρη της από τα γυρίσματα. Γι’ αυτό το λόγο αναφέρω πως «υπό μία έννοια». Η Δημοκρατία αποτέλεσε μια διαδικασία πολύ σταδιακή και εύθραυστη.



Ποια είναι η γνώμη σας για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Αργεντινή και τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής δεδομένης της επανόδου συντηρητικών δυνάμεων και πολιτικών;

Αυτή ακριβώς είναι η ευθραυστότητα, στην οποία αναφέρθηκα. Στη Λατινική Αμερική, όπως και στην Ευρώπη, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, οι μεγάλες εταιρίες έχουν κατακτήσει πλήρως τον έλεγχο. Οφείλουμε να έχουμε κατά νου ότι οι περίοδοι της Ιστορίας είναι πάντοτε μεγάλης διάρκειας και ασταθείς.

Το λατινοαμερικάνικο σινεμά, με όλη την ποικιλομορφία των αποχρώσεων και των εκδοχών του, φαίνεται να βρίσκεται σε άνθιση. Πώς το αξιολογείτε;

Έχουμε ένα προστατευτικό νόμο που καταφέραμε μέσα από διεκδικήσεις να θεσπίσουμε στη δεκαετία του ‘90, μια εποχή ιδιαίτερα φιλελεύθερη στην Αργεντινή. Μια πλήρης αντίφαση, όπως τόσες άλλες από αυτές που συγκροτούν την «πολιτική». Αυτός ο νόμος εξακολουθεί να ισχύει και επέτρεψε σε μια νέα γενιά σκηνοθετών να μπορεί να γυρίσει ταινίες. Ανάμεσά τους τα παιδιά μου και άλλοι νέοι, στων οποίων τις ταινίες έχω κάνει την παραγωγή.

Ευχαριστώ θερμά την Ελένη Τεμπονέρα από το Γραφείο Τύπου της Weird Wave για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Λουίς Πουένσο Επίσημη Ιστορία προβάλλεται στον κινηματογράφο Άστορ και στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από την 1η Δεκεμβρίου σε διανομή της Weird Wave.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Ένοχοι και στο Εφετείο οι 4 βασανιστές του Ουαλίντ Τάλεμπ


Μια μικρή ηθική δικαίωση για τον Αιγύπτιο μετανάστη Ουαλίντ Τάλεμπ αποτέλεσε η σημερινή καταδίκη και σε δεύτερο βαθμό των 4 βασανιστών του, των Γιώργου Σγούρδα, Σταμάτη Σγούρδα, Φρέντερικ Ζότο και Γιώργου Ζαχαριάδη, για τις κακουργηματικές πράξεις της αρπαγής, της ληστείας και της βαριά σκοπούμενης σωματικής βλάβης.

Θυμίζουμε ότι οι 4, με προεξάρχοντα τον Γιώργο Σγούρδα, ιδιοκτήτη πρατηρίων αρτοσκευασμάτων στη Σαλαμίνα, είχαν υποβάλει τον παθόντα σε πολύωρα βασανιστήρια το Νοέμβριο του 2012, αφού προηγουμένως τον είχαν αλυσοδέσει, και στη συνέχεια του είχαν αφαιρέσει 8.000 ευρώ και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, προτού καταφέρει να δραπετεύσει. Κι όλα αυτά με το πρόσχημα πως ο μέχρι πρότινος υποδειγματικός υπάλληλος είχε δήθεν κλέψει ποσά, που, ανάλογα με τη φάση κατά την οποία βρισκόταν η διερεύνηση της υπόθεσης και η υπερασπιστική στρατηγική των συνηγόρων των βασανιστών, κυμαίνονταν από 150 έως 16.000 ευρώ.

Μετά από πολύωρη διαδικασία, στους 4 βασανιστές επιβλήθηκαν ποινές 13, 5, 9 και 10 ετών, αντίστοιχα, κατά συγχώνευση και 3ετής στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Στον Σταμάτη Σγούρδα αναγνωρίστηκε, όπως και πρωτόδικα, το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας και η εκτέλεση της ποινής του είχε ανασταλτικό χαρακτήρα. Οι υπόλοιποι 3 οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ρατσιστικό κίνητρο απέδωσε στις αξιόποινες πράξεις η εισαγγελέας σε μια ασυνήθιστα αυστηρή και εμπεριστατωμένη αγόρευση.

Στη σημερινή συνεδρίαση ολοκληρώθηκαν οι απολογίες των 4 βασανιστών. Εξαιρετικά θρασείς, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποσείσουν τις εγκληματικές ευθύνες, οι οποίες τους βάρυναν, ισχυριζόμενοι ότι δήθεν προσπάθησαν να παρέμβουν αποτρεπτικά, κατευνάζοντας την οργή του Γιώργου Σγούρδα.

«Η οργή του (σημ.: αναφερόμενος στον πατέρα του) δικαιολογείται. Λυπάμαι, αλλά αναγκάστηκε», δήλωσε ξεδιάντροπα ο Σταμάτης Σγούρδας σχετικά με τη βάναυση συμπεριφορά του πατέρα του απέναντι στον παθόντα, διεκτραγωδώντας, παράλληλα, τη δική του δεινή θέση.

«Δεν είχα ανάμιξη, δε συμμετείχα πουθενά», κατέθεσε ο 3ος κατηγορούμενος, ο αλβανικής καταγωγής Φρέντερικ Ζότο. «Όσο μπορούσα να τον συγκρατήσω (σημ.: τον Γιώργο Σγούρδα), τον συγκράτησα. Ο ρόλος μου ήταν “πυροσβεστικός”. Ήταν από όλους μας λάθος χειρισμός το να αφαιρέσουμε χρήματα, που δε μας ανήκαν», ισχυρίστηκε ο 4ος κατηγορούμενος Γιώργος Ζαχαριάδης.

«Είναι πρωτόγνωρος για τα ελληνικά δεδομένα αυτός ο βασανισμός. Υπήρξε μια ανηλεής επίθεση εναντίον του παθόντος από όλους τους κατηγορούμενους. Αφού τον χτύπησαν, του αφαίρεσαν παράνομα και διά της βίας 8.000 ευρώ. Θα μπορούσε να έχει πεθάνει από το βασανισμό. Κίνητρο των πράξεών τους δεν ήταν η κλοπή, αλλά τα οικονομικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε ο Γιώργος Σγούρδας. Ρατσιστικό το περιεχόμενό τους», επισήμανε η εισαγγελέας της έδρας σε μια ιδιαιτέρως αυστηρή αγόρευση, προτείνοντας την ενοχή όλων των κατηγορουμένων για τα κακουργήματα της αρπαγής κατά συναυτουργία, της άμεσης συνέργειας σε ληστεία και της βαριά σκοπούμενης σωματικής βλάβης.

«Να αποδοθεί δικαιοσύνη θέλει ο Ουαλίντ Τάλεμπ και να δοθεί ένα μήνυμα στην ελληνική κοινωνία ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές», επισήμανε ο συνήγορός του Βασίλης Παπαστεργίου.

Να υποβαθμίσει τη βαναυσότητα των αξιόποινων πράξεων επιχείρησε ο συνήγορος υπεράσπισης των 4 βασανιστών, ζητώντας τη μετατροπή των κατηγοριών σε πλημμεληματικές, και πιο συγκεκριμένα σε παράνομη κατακράτηση, παράνομη βία και απλές σωματικές βλάβες.

Η ανακοίνωση της ετυμηγορίας της έδρας έγινε δεκτή με ιδιαίτερη συγκίνηση τόσο από τον ίδιο τον Ουαλίντ Τάλεμπ, όσο και από τους δεκάδες αλληλέγγυους, οι οποίοι από νωρίς το πρωί είχαν κατακλύσει τον 3ο όροφο του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιά, μην επιτρέποντας στους ολιγάριθμους υποστηρικτές των βασανιστών να αρθρώσουν το μισανθρωπικό τους λόγο. Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε, εξάλλου, η προσπάθεια αστυνομικού να εμποδίσει την είσοδο του Ουαλίντ Τάλεμπ στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά την έναρξη της διαδικασίας, υπό το πρόσχημα πως δε γνώριζε την ιδιότητά του, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Renārs Vimba: «Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να κάνω μια ταινία για παιδιά ή νέους»


Μια νέα πνοή στο κορεσμένο είδος της ταινίας ενηλικίωσης δίνει ο Λετονός Renārs Vimba στο ντεμπούτο του μυθοπλασίας Mellow Mud, το οποίο αφηγείται την ιστορία της 17χρονης Ράια, η οποία καλείται να ωριμάσει απότομα, αναλαμβάνοντας μια σειρά ρόλων και πρωτοβουλιών, όταν η γιαγιά της ίδιας και τους μικρότερου αδερφού της ξαφνικά πεθαίνει. Με την εκπληκτική Elina Vaska στον πρώτο κινηματογραφικό της ρόλο, η ταινία ξεχώρισε στη φετινή Μπερλινάλε, καθώς και στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, όπου την παρακολουθήσαμε. Κουβεντιάζουμε με τον σκηνοθέτη της, με αφορμή την επαναληπτική προβολή του φιλμ στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού του 29ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για το κινηματογραφικό σου υπόβαθρο;

Σκεφτόμουν να κάνω κάτι με το σινεμά ακόμα κι όταν ήμουν παιδί. Ήταν μια εποχή, κατά την οποία εξακολουθούσαμε να έχουμε πολλές μικρές αίθουσες προβολής στην πόλη, όχι όπως σήμερα που υπάρχουν μόνο μερικά multiplex και τίποτε άλλο. Έτσι πρωτοεξερεύνησα τη Ρίγα, όπου γεννήθηκα, με τους γονείς μου. Αργότερα, όταν ήμουν περίπου 18, ήξερα ότι αυτό που πραγματικά ήθελα να κάνω ήταν να γυρίζω ταινίες. Δεν αισθανόμουν, όμως, έτοιμος για κάτι τέτοιο, χρειαζόμουν χρόνο για να ωριμάσω και να κατανοήσω τι θέλω από τον κόσμο, προκειμένου να μπορώ να πω κάτι γι’ αυτόν. 10-11 χρόνια αργότερα έγινε αυτο το «κλικ», είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή, τώρα ή ποτέ. Πήγα, λοιπόν, σε κινηματογραφική σχολή.

Έτσι, αυθόρμητα;

Είχα κάνει πολλά διαφορετικά πράγματα, ακόμα να «τρέχω» τη δικιά μου επιχείρηση, να εργάζομαι σε τράπεζα ή να σπουδάζω διεθνείς σχέσεις και οικονομικά. Θεώρησα, όμως, πως όλα αυτά με απομάκρυναν από αυτό που όντως ήθελα να κάνω. Έκλεισα, λοιπόν, την επιχείρηση, άρχισα να σπουδάζω κινηματογράφο και ένιωσα πολύ ευτυχής γι’ αυτό. Έπειτα, έκανα μερικές ταινίες μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ. Αυτή είναι η ιστορία μου!

Πώς οδηγήθηκες, μετέπειτα, στο ντεμπούτο σου μυθοπλασίας, γιατί αυτός ο τίτλος και γιατί η διαφορά με το λετονικό;

Όταν άρχισα να αναπτύσσω το ντεμπούτο μου, αυτό συνέβη στο εξωτερικό στο πλαίσιο κάποιου εργαστηρίου ανάπτυξης σεναρίου. Έπρεπε να βρω ένα τίτλο, κι έτσι προέκυψε ο συγκεκριμένος, ο οποίος διαθέτει την ποιητική ποιότητα του φιλμ. Κάποια στιγμή εξασφάλισα Λετονούς παραγωγούς και χρειαζόταν να αποφασίσουμε για το λετονικό τίτλο, ο αγγλικός δε λειτουργούσε στη λετονική του εκδοχή, κι έτσι γεννήθηκε ο λετονικός, που φάνταζε περισσότερο σαν δήλωση: «Είμαι εδώ», «Στέκομαι στα δυο μου πόδια».

Δεδομένου ότι το πεδίο των ταινιών ενηλικίωσης έχει καλυφθεί, αν όχι εξαντληθεί, τόσο από αναγνωρισμένους, όσο και από λιγότερο γνωστούς σκηνοθέτες ανά τα χρόνια, αισθανόσουν πως έχεις να προσφέρεις κάτι πρωτότυπο;

Ήθελα απλώς να αφηγηθώ μια ιστορία, δεν τη σκέφτηκα στο πλαίσιο κάποιου είδους. Σε δραματουργικό επίπεδο, αυτή ηλικία είναι ωφέλιμη, είναι μια περίοδος που αισθάνεσαι τέτοια αβεβαιότητα για τη ζωή σου- ποιος είσαι, τι θέλεις, πώς προχωράς, τι είναι σωστό και λάθος. Είναι, εξάλλου, μια ηλικία που γνωρίζω και στην οποία μπορώ να αναφερθώ. Δε θα μπορούσα να κάνω μια ταινία για ένα άτομο 50 ή 60 χρονών. Δε θα ένιωθα την ίδια σύνδεση. Η ετικέτα της «ταινίας ενηλικίωσης» προέκυψε αργότερα, οι κριτικοί την επινόησαν. Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να κάνω μια ταινία για παιδιά ή νέους. Είχα την αίσθηση ότι αυτό το φιλμ θα μπορούσε να λειτουργήσει σε ανθρώπους από 7 έως 107 χρονών.



Η Elina Vaska, η πρωταγωνίστρια της ταινίας, είναι μια απoκάλυψη, καταφέρνοντας να αποδώσει την πολλαπλότητα των διαθέσεων και των συναισθημάτων του χαρακτήρα, τον οποίο υποδύεται, χωρίς μελοδραματισμό ή αποστασιοποίηση. Πώς την βρήκες; Ήταν επαγγελματίας ηθοποιός ή ερασιτέχνης;

Είναι πολύ απλό. Δεν έχουμε επαγγελματίες ηθοποιούς σε αυτή την ηλικία. Οι νεότεροι επαγγελματίες είναι 20-22 χρονών- και χρειαζόμασταν μια 18χρονη και έναν 14χρονο για τους βασικούς ρόλους. Ήταν, επομένως, ξεκάθαρο πως έπρεπε να τους βρούμε στο δρόμο. Ποτέ δεν εμπιστευόμουν τα ερασιτεχνικά θέατρα κι έτσι ποτέ δεν ακολούθησα αυτή την κατεύθυνση. Για μένα αυτά καταστρέφουν δυνητικά ταλέντα. Γι’ αυτό ψάξαμε σε κανονικά σχολεία, πιστεύοντας ότι, αν βρίσκαμε τα κατάλληλα άτομα, ίσως να γινόταν μια καλή ταινία. Κάναμε, λοιπόν, κάστινγκ σε περίπου 2.000 αγόρια και κορίτσια, ζητώντας τους να «παίξουν» ένα απόσπασμα από το σενάριο, που κινηματογραφήθηκε. Στη συνέχεια, παρακολούθησα αυτά τα σχεδόν 2.000 βίντεο, επέλεξα μερικές δεκάδες από τα παιδιά και τα συνάντησα. Στο τέλος, έπρεπε να διαλέξουμε ανάμεσα σε 2 κορίτσια και 3 αγόρια για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και οδηγηθήκαμε σε αυτά.

Η πρωταγωνίστριά σου, σε κάθε περίπτωση, φαντάζει σαν ένα σπάνιο ταλέντο, το οποίο, με την κατάλληλη εκπαίδευση και τριβή, θα δώσει ακόμα σημαντικότερες ερμηνείες στο μέλλον.

Το ελπίζω. Αλλά, ξέρεις, το να αναζητάς έναν μη επαγγελματία ηθοποιό σημαίνει να αναζητάς κάποιον που διαθέτει τις ίδιες ποιότητες με το χαρακτήρα, τον οποίο θα υποδυθεί. Αν είσαι αρκετά τυχερός και υπομονετικός, ώστε να τον βρεις, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι εντάξεις στην ιστορία σου αυτές τις ήδη υπάρχουσες ποιότητες. Και η Elina Vaska διέθετε τις απαιτούμενες ποιότητες: αυτοπεποίθηση, θυμό, παιδιάστικη, ίσως, ξεροκεφαλιά, χαλαρότητα στο πλατό. Είναι ο τύπος της μαχήτριας που έψαχνα.  

Και η ταινία σου αποπνέει την ίδια αυτοπεποίθηση. Ετοιμάζεις κάτι καινούριο;

Δουλεύω πάνω στην επόμενη ταινία μου σε δικό μου σενάριο, η οποία «παίζει» γύρω από αυτή την αποκαλυπτική κατάσταση, όπου ένας θανατηφόρος ιός εξαπλώνεται και μια οικογένεια κρύβεται σε ένα αγροτόσπιτο. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μια αποδόμηση του φόβου και του πώς πρέπει να αντιδρούμε απέναντι σε μια απειλή. Είναι ένα θρίλερ, αρκετά διαφορετικό από την προηγούμενη δουλειά μου.

Η ταινία του Renārs Vimba Mellow Mud επαναπροβάλλεται στο πλαίσιο του Διαγωνιστικού του 29ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Τετάρτη 23 Νοεμβρίου στον κινηματογράφο Ααβόρα στις 19:00.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Κρίστι Πούιου: «Η ανάγκη για φήμη και δόξα γέννησε το “Ρουμανικό Νέο Κύμα”»


Αναπάντεχα ευθύς, αυτοκριτικός στα όρια του αυτοσαρκασμού και χειμαρρώδης, ο Κρίστι Πούιου θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές αυτού που αργότερα αποκλήθηκε Ρουμανικό Νέο Κύμα. Τον συναντήσαμε στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου ήταν παρών, προκειμένου να παρουσιάσει την πιο πρόσφατη ταινία του, τη σουρεαλιστικά τιτλοφορημένη Sieranevada, μια χιουμοριστική, και ενίοτε σαρκαστική, ματιά στη ρουμανική μεσαία τάξη- και όχι μόνο. Το φιλμ, το οποίο αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ρουμανίας για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το 2017, προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 10 Νοεμβρίου.

Θεωρείσαι από τους θεμελιωτές του Ρουμανικού Νέου Κύματος. Ποια ανάγκη το γέννησε;

Άρχισα να αναρωτιέμαι γι’ αυτό το ζήτημα κάμποσα χρόνια πριν, όταν η συγκεκριμένη ετικέτα εμφανίστηκε και οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι αποφάσισαν να το αποκαλέσουν έτσι. Δεν υπήρχε, όταν άρχισα να κάνω ταινίες. Η απάντηση έχει να κάνει περισσότερο με την ανάγκη και την επιθυμία για φήμη και δόξα, παρά με το ενδιαφέρον για το σινεμά. Σε ό,τι με αφορά, έκανα μια ταινία το 2001, τη Γερή μπάζα, που βραβεύτηκε εδώ στη Θεσσαλονίκη, γεγονός πολύ σημαντικό για έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, ο οποίος έχει ανάγκη από μια τέτοια επιβεβαίωση.

Και αναγνώριση.

Ένα είδος αναγνώρισης από τους κριτικούς, αν και ο πρόεδρος της Επιτροπής Τζον Μπούρμαν μου είχε πει πως ήταν καλή ταινία, αλλά φλύαρη. Έδωσαν, λοιπόν, το κύριο βραβείο σε μια άλλη ταινία. Θα ήταν μια πολύ καλή αρχή, έτσι όπως το αντιλαμβανόμουν. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, είναι μια ψευδαίσθηση, από την οποία πρέπει να κρατάς τις αποστάσεις σου. Αυτή η ιδέα των βραβείων είναι απλώς βλακεία. Η νίκη μου, πάντως, στη Θεσσαλονίκη ήταν το γεγονός ότι στον Τζεϊλάν, ο οποίος ήταν μέλος της Επιτροπής, άρεσε η ταινία μου. Μετά από αυτό το φιλμ ακολούθησαν η Δύση του Μουντζίου και η Οργή του Ράντου Μουντεάν, που έγιναν θετικά δεκτές στη χώρα. Η δική μου όχι. Δε θεωρήθηκε σινεμά: κακά κινηματογραφημένη, «όλοι μπορούν να το κάνουν», κ.λπ. Όπως όταν επισκέπτεσαι μια έκθεση έργων αφηρημένης ζωγραφικής και όλοι έχουν την αίσθηση «ο γιος μου μπορεί να το κάνει καλύτερα». Αυτή η αντίληψη κυριαρχούσε για τη Γερή μπάζα, ότι υπάρχει κάτι λάθος σ’ αυτή. Γι’ αυτό και στη Ρουμανία έκοψε μόνο 3.000 εισιτήρια, σε αντίθεση με τα δεκάδες χιλιάδες εισιτήρια που έκοψαν οι άλλες 2 ταινίες.



Και τότε υπήρξα πολύ τυχερός γιατί κέρδισα στην Μπερλινάλε το βραβείο για την καλύτερη μικρού μήκους ταινία, γεγονός που μου επέτρεψε να συγκεντρώσω τους πόρους για την επόμενη μεγάλου μήκους δουλειά μου μου, την Οδύσσεια του κύριου Λαζαρέσκου.

Την ταινία, η οποία σε έκανε ευρύτερα γνωστό.

Επιλέχτηκε για το τμήμα Ένα κάποιο βλέμμα των Καννών. Ένιωσα προδομένος από αυτή την απόφαση, ήθελα να έχει περιληφθεί στο Διαγωνιστικό. Αλλά αυτές ήταν οι σκέψεις κάποιου που έδινε προσοχή στις συγκεκριμένες δομές. Η Επιτροπή έφυγε από την προβολή μισή ώρα μετά την έναρξή της και μόνο 2 μέλη της την παρακολούθησαν μέχρι τέλους και ζήτησαν από τους άλλους να επιστρέψουν . Η προσωπική μου πορεία είναι γεμάτη από όλων των ειδών τα ατυχήματα και τα εμπόδια. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, κέρδισε το βραβείο του τμήματος. Μετά την Οδύσσεια του κύριου Λαζαρέσκου, ένα τσούρμο σκηνοθετών από τη Ρουμανία είπαν «αυτή πρέπει να είναι η φόρμουλα για το Χρυσό Φοίνικα» και έτσι το καθετί στο σινεμά έγινε νατουραλιστικό. Ξεχάσαμε τους εαυτούς μας και τι θέλουμε να κάνουμε με το σινεμά και φορέσαμε αυτό το «παλτό», επειδή θα μας οδηγούσε σε κάποια βραβεία. Κι αυτό ίσχυσε στην περίπτωση του Μουντζίου, ο οποίος πέτυχε την κοινωνική και τη διεθνή αναγνώριση. Όταν πρόκειται για το σινεμά, δεν ευχαριστείς το κοινό.



Υποθέτω ότι δεν είναι αυτός ο στόχος σου.

Δεν μπορώ να το κάνω, γιατί είναι μια μορφή προδοσίας. Δεν μπορώ να προδώσω τον εαυτό μου.

Φτάσαμε, λοιπόν, στη Sieranevada, μια χιουμοριστική και συχνά σαρκαστική ματιά στη ρουμανική μεσαία τάξη- και όχι μόνο στη ρουμανική.

Ένα από τα προβλήματα είναι πως επινοήσαμε αυτά τα πεδία ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν είμαστε ελεύθεροι να παρακολουθήσουμε τον κόσμο, γιατί τον αντιλαμβανόμαστε μέσω των φίλτρων, τα οποία έχουν τοποθετηθεί μπροστά στα μάτια μας. Η τάση είναι, λοιπόν, να πιστεύουμε ότι η κουλτούρα είναι πολύ πιο σημαντική από τον άνθρωπο. Αυτό είναι απλώς βλακεία. Οι άνθρωποι ανά τον κόσμο κάνουν τα ίδια πράγματα: τρώνε, γαμιούνται, χέζουν, κατουράνε, έχουν πρόβλημα με το στομάχι τους. Τα παραμερίζουμε, για να τα αναλύσουμε από την πολιτισμική σκοπιά. Και τότε εντυπωσιαζόμαστε: «Για δες, μπορούν να συμβούν και στη χώρα μας!», λέμε. Οι ταινίες για μένα είναι πολύ λιγότερο σημαντικές από τα λουλούδια. Τα περισσότερα από τα πολύ ουσιαστικά πράγματα δε σχετίζονται με την κουλτούρα.



Αλλά ο θάνατος έρχεται, τελικά, για όλους μας. Και τότε, όσα θεωρείς σημαντικά στη ζωή σου θα εξαφανιστούν. Γι’ αυτό με απασχολούν θέματα που σχετίζονται με το θάνατο και πώς αυτός βιώνεται από το άτομο, πώς ενσωματώνεται, πώς «χωνεύεται» μέσω ιστοριών, τις οποίες άλλοι αφηγούνται. Γεννιέσαι σ’ ένα κόσμο, όπου ο θάνατος δεν υπάρχει. Για τα παιδιά, είναι απλώς μια λέξη. Λίγο λίγο, χτίζουμε αυτό το μηχανισμό φόβου και νιώθουμε αγωνία.

Οι ήρωές σου στη Sieranevada μιλάνε ακατάπαυστα για σχεδόν κάθε θέμα, το οποίο μπορεί να βάλει ο ανθρώπινος νους- από την ιστορία και την πολιτική, μέχρι τις ανθρώπινες σχέσεις και τη θρησκεία-, προκειμένου να αποφύγουν να θίξουν το μείζον.

Αυτός είναι ένας τρόπος απόδρασης, σαν καταφύγιο, για να αποφύγουν τη συζήτηση του κυρίως θέματος, την απώλεια του «πατριάρχη». Τι θα κάνεις γι’ αυτό; Γι’ αυτό και μιλάνε για οτιδήποτε άλλο. Αυτό συνέβη στο μνημόσυνο του πατέρα μου. Το πιο σημαντικό που μπορεί να κάνει ένας δημιουργός είναι να αποτελεί έναν ειλικρινή μάρτυρα της εποχής του και του μυαλού του. Δε μ’ ενδιαφέρει κάτι άλλο.



Και φαίνεται πως η κάμερά σου- κι εσύ πίσω από αυτή- είστε τέτοιοι μάρτυρες.

Έτσι πρέπει να είναι. Να αφήνεις τα πράγματα να εξελίσσονται και απλώς να τα καταγράφεις. Είναι κάποιοι άνθρωποι, που στη διάρκεια της ζωής τους αποφάσισαν να γίνουν ηθοποιοί. Τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός; Υπάρχει μια περιεκτική ατάκα στην Μαμά και την πουτάνα, όπου ο Ζαν Πιερ Λεό λέει ότι «το να είσαι ηθοποιός σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου με τις λέξεις ενός άλλου». Πρέπει να ξεσκεπάσεις τον εαυτό σου, να κοιτάξεις την καρδιά σου. Ρώτα τον εαυτό σου όσα δεν τολμάς και τότε αποφασίζεις ποια κατεύθυνση θα πάρεις ή πόσο σοβαρό είναι το σινεμά. Νομίζω πως τα πιο σημαντικά πράγματα στις ταινίες μου είναι εκείνα, τα οποία δεν τοποθέτησα εκεί συνειδητά. Η Sieranevada ξεκίνησε από την ανάγκη να αφηγηθώ την ιστορία του εαυτού μου, που ζει μέσα στην ίδια του τη μυθοπλασία. Γι’ αυτό και συνδύασα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν στη μικροκλίμακα μιας οικογένειας και στην ευρύτερη ιστορική διαδικασία.

Επιστρέφοντας εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Έχει μέλλον το Ρουμανικό Νέο Κύμα; Ή χρειάζεται να ανανεωθεί, να επανεπινοηθεί;

Κατά κάποιο τρόπο έκανε κακό, γιατί οδήγησε στην απώλεια ατομικών φωνών. Αλλά αυτές οι φωνές, όπως του Μουντζίου, ξανακερδίζονται.

Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Κερκινό, υπεύθυνο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, για την πολυτιμη βοήθειά του στον προγραμματισμό της συνομιλίας με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Κρίστι Πούιου Sieranevada προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 10 Νοεμβρίου σε διανομή της Seven Films.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ντάνις Τάνοβιτς: «Αν η Βοσνία δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε κι η Ευρώπη μπορεί»


Βραβευμένη στη φετινή Μπερλινάλε με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής και εκείνο της FIPRESCI, η πιο πρόσφατη ταινία του σημαντικότερου Βόσνιου σκηνοθέτη Ντάνις Τάνοβιτς Θάνατος στο Σαράγεβο είναι, ταυτόχρονα, ένα «σφιχτοδεμένο» πολιτικό θρίλερ και μια πολυεπίπεδη σάτιρα της Βοσνίας, αλλά και της Ευρώπης, του σήμερα. Κουβεντιάζουμε με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την προβολή της ταινίας του στις αίθουσες από τις 10 Νοεμβρίου σε διανομή της AMA Films.

Η ταινία σου Θάνατος στο Σαράγεβο βασίζεται στο θεατρικό του Μπερνάρ Ανρί Λεβί Hotel Europe. Τι σε προσέλκυσε στο συγκεκριμένο θεατρικό, ώστε να προχωρήσεις στην κινηματογραφική του διασκευή;

Αρχικά, η ιδέα ήταν να κάνω ένα ντοκιμαντέρ, αλλά το θεατρικό στην πραγματικότητα είναι ένας μονόλογος για το τι συμβαίνει σε αυτό τον άνθρωπο, ο οποίος έρχεται στο Σαράγεβο. Το πιο ενδιαφέρον ήταν πώς ο Μπερνάρ βλέπει αυτό τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάδου από τον Γκάβριλο Πρίντσιπ. Το να λάβω το συγκεκριμένο γεγονός υπόψη θα έδινε στο φιλμ μια εντελώς διαφορετική προοπτική, βοσνιακή, όταν, μάλιστα, δεν ενδιαφερόμαστε για κάτι τέτοιο, γιατί η ζωή εδώ είναι δύσκολη για τους απλούς ανθρώπους. Το κατανοείς όντας από την Ελλάδα, επειδή η ζωή κι εκεί είναι δύσκολη στις μέρες μας.

Αποτελεί κάποιος είδος αμυντικού μηχανισμού το να μην εστιάζεις σε αυτά που σε αναστατώνουν;

Οι πολιτικοί σίγουρα χρησιμοποιούν αυτό τον αμυντικό μηχανισμό έναντι των ανθρώπων. Αν μιλήσεις στους καθημερινούς ανθρώπους, δε δίνουν δεκάρα για τον Γκάβριλο Πρίντσιπ. Αν, όμως, παρακολουθήσεις τα Μ.Μ.Ε., αναφέρονται στον πόλεμο και σ’ αυτόν λες και έχει πεθάνει 10 βδομάδες πριν. Αυτό είναι γελοίο, πρέπει να προχωρήσουμε.

Δεδομένου ότι πρόκειται για κινηματογραφική διασκευή, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Δεν ήταν μόνο μία, για να είμαι ειλικρινής. Μια από τις μεγαλύτερες ήταν να κάνω την ταινία να κινείται, ξέρεις. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο εσωτερικό ενός κτιρίου, επομένως ήθελα να κάνω μια οπτικά συναρπαστική κι όχι βαρετή ταινία, γι’ αυτό και άλλαξα το χώρο από το ξενοδοχείο Europa, όπου σύμφωνα με το θεατρικό λάβαινε χώρα η δράση, στο Holiday Inn, το οποίο έχει μια μυθική ιστορία, είναι συνδεδεμένο με την πόλη και φαίνεται εντυπωσιακό, παρότι την ίδια στιγμή καταρρέει- μια αντιστοιχία με το ένδοξο παρελθόν.

Έχω επισκεφτεί το Σαράγεβο μερικές φορές, αλλά δεν είχα δει πώς μοιάζει το Holiday Inn από μέσα.

Το είδες στην ταινία τώρα! Επιστρέφοντας στο ζήτημα των προκλήσεων, μια άλλη ήταν να αφαιρέσω το συμβολικό επίπεδο. Να μην είναι υπερβολικό, αλλά να το νιώθεις. Ρίσκο υπήρξε και η χρήση της κάμερας gimbal, δεν την είχα ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ. Αλλά, ως επί το πλείστον, λειτούργησε.

Το Θάνατος στο Σαράγεβο μπορεί να «διαβαστεί» ταυτόχρονα ως «σφιχτοδεμένο» πολιτικό θρίλερ και πολυεπίπεδη, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σάτιρα της βοσνιακής κοινωνίας. Είχες τον Ρόμπερτ Άλτμαν κατά νου όταν σκηνοθετούσες το φιλμ σου;

Ασφαλώς. Μου αρέσει ο τρόπος που αναμιγνύει τις ιστορίες, ιδίως όταν αυτό λειτουργεί. Επίσης, σκεφτόμουν ότι, αν εστίαζα μόνο σε μία ιστορία, θα έχανα την ευρύτερη εικόνα. Αλλά δεν είναι μόνο ο Άλτμαν αναφορά. Αν μπω στη διαδικασία να σκεφτώ τις αναφορές μου, η λίστα θα είναι πολύ μεγάλη, μιας και είμαι λάτρης του σινεμά.



Η ταινία σου διαθέτει, εξάλλου, θαυμάσια «ενορχηστρωμένες» ερμηνείες.

Είναι απόρροια της πολύχρονης δουλειάς με τους ηθοποιούς και την κάμερα, αλλά και της προσπάθειας να μην πιέζω τις καταστάσεις. Μου αρέσει η κίνηση της κάμερας, αλλά πρέπει να υπάρχει λόγος, για να γίνει κάτι τέτοιο. Έφερνα, λοιπόν, τους ηθοποιούς στο χώρο των γυρισμάτων, τους άφηνα να εξοικειωθούν μ’ αυτόν, τους τοποθετούσα κι έπειτα τους άφηνα να «χορέψουν». Πρόκειται για την 4η ταινία μου με το ίδιο συνεργείο, καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο.

Πόσο εύκολα θα μπορούσαν να σχετιστούν τα διαφορετικά κοινά με την ιστορία της ταινίας σου;

Οι άνθρωποι στα Βαλκάνια, και εσείς στην Ελλάδα, μπορείτε εύκολα να σχετιστείτε με την ιστορία. Δεν είμαι σίγουρος πως το γερμανικό κοινό θα συνδεόταν μ’ αυτή, δε ζουν σε ένα εξίσου χαοτικό σύστημα. Αντιμετωπίζουν άλλου είδους προβλήματα.

Πώς οραματίζεσαι την Ευρώπη;

Χρειαζόμαστε την Ευρώπη. Θα είμαστε καλύτερα εντός της, από το να υπάρχουν ένα μάτσο μικρές χώρες. Αυτό, στο οποίο χρειάζεται να επιστρέψουμε, ωστόσο, είναι η ιδέα της Ευρώπης, αποσπώντας την από όλους αυτούς τους γραφειοκράτες, τους τεχνοκράτες και τους τραπεζίτες, οι οποίοι την καταστρέφουν. Η ιδέα της, λοιπόν, συνίσταται στην ένωση των εθνών, στη συνεργασία των ανθρώπων. Τα ξεχάσαμε αυτά, μόνο για ποσοστώσεις μιλάμε. Κι η Ε.Ε. στις μέρες μας αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση της από τον καιρό της δημιουργίας της.

Η κατάσταση στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη σε ανησυχεί; Πρόσφατη είναι, εξάλλου, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη σερβοβοσνιακή οντότητα. Δεν ξέρω πόσο σοβαρή εξέλιξη είναι αυτή, τελικά.

Έχεις τον Ντόντικ (σημ.: ο ηγέτης των Σερβοβόσνιων της Republika Srpska), που ξέρει να χρησιμοποιεί καλά το «χαρτί» του εθνικισμού και για όσο διάστημα παράγει εχθρούς γύρω του δε χρειάζεται να φροντίζει την οικονομία. Αλλά, ξέρεις, το ρολόι χτυπάει, μπορείς να «παίζεις» με τον εθνικισμό για λίγο καιρό, αλλά, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε, δε θα τους αρκεί. Νομίζω, πάντως, ότι η κατάσταση αλλάζει, βελτιώνεται. Όταν τη βλέπεις ως εξωτερικός παρατηρητής, σε ανησυχεί. Δε βρισκόμαστε, όμως, στο 1992 και οι Σέρβοι δεν έχουν το γιουγκοσλαβικό στρατό από πίσω τους, οπότε ο πόλεμος δεν αποτελεί επιλογή αυτή τη στιγμή. Κι αν ο Ντόντικ επιδιώξει την απόσχιση της σερβοβοσνιακής οντότητας από τη χώρα, δε θα του το επιτρέψουν. Έχουν πεθάνει πολλοί, προκειμένου να μη συμβεί κάτι τέτοιο. Παίζει με τη φωτιά, αλλά πρέπει να βρούμε μια κοινή γλώσσα.

Μια τέτοια γλώσσα επιδιώκει να αναζητήσει και η ταινία σου.

Μεγάλωσα στο Σαράγεβο. Πάντοτε μου άρεσε το γεγονός πως αποτελεί ένα κράμα Μουσουλμάνων, Ορθόδοξων, Καθολικών υπό σοσιαλιστικό, ή όπως αλλιώς θέλεις να το αποκαλέσεις, καθεστώς. Ήταν ένα είδος Ευρώπης σε μικρογραφία. Αυτή είναι η κληρονομιά του, για την οποία πρέπει να είμαστε περήφανοι και να την προστατεύουμε, όχι να τη διαγράφουμε. Αν η Βοσνία δεν μπορεί να υπάρχει, ούτε κι η Ευρώπη μπορεί. Είναι τόσο απλό. Μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουμε την ίδια κουλτούρα, ακούμε την ίδια μουσική, διαβάζουμε τους ίδιους συγγραφείς, μετακινούμαστε με τα ίδια λεωφορεία. Αν δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί, τότε κανένας δεν μπορεί.



Έχεις κερδίσει  Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και πλήθος άλλων βραβείων. Πόσο σημαντικό είναι για σένα το γεγονός αυτό;

Είμαστε 4 εκατομμύρια άνθρωποι σε αυτή τη χώρα. Η διεθνής βράβευση, λοιπόν, μου προσφέρει μια αναγνώριση, την οποία δε θα απολάμβανα στη χώρα μου. Είναι διαφορετικό όταν είσαι Γάλλος, Γερμανός ή Αμερικανός. Πρέπει να έχουμε αυτή τη διεθνή επιτυχία, αλλιώς δεν υπάρχουμε. Είμαι σίγουρος ότι έχετε πολλές σπουδαίες ταινίες στην Ελλάδα, αλλά μόνο λίγες βγαίνουν προς τα έξω. Και φυσικά το όνειρο του κάθε κινηματογραφιστή είναι να αναγνωριστεί γι’ αυτό που κάνει. Υπήρξα πολύ τυχερός που κέρδισα το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας με την πρώτη μου δουλειά. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό σε διευκολύνει να γυρίσεις ταινίες, ιδίως το είδος των ταινιών που σκηνοθετώ.

Πώς αντιμετωπίζονται οι ταινίες σου διεθνώς; Στις Η.Π.Α., σε άλλες ηπείρους;

Οι Η.Π.Α. είναι «σκληρό καρύδι» για όλους. Αλλά οι ταινίες μου προβάλλονται στην Ιαπωνία, τη Βραζιλία, την Ινδία. Αναλογιζόμενος ότι προέρχομαι από μια μικρή χώρα και μιλάω σε γλώσσα που κανένας δεν καταλαβαίνει, νομίζω πως πάνε πολύ καλά.

Ελπίζω η ταινία σου να πάει καλά κι εδώ.

Κι εγώ. Δεν έχω επισκεφτεί ποτέ την Αθήνα και θα με ευχαριστούσε, αν έβρισκα την ευκαιρία να κάνω κάτι τέτοιο.  

Η ταινία του Ντάνις Τάνοβιτς Θάνατος στο Σαράγεβο προβάλλεται από τις 10 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της AMA Films.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Dave Johns: «Το “Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ” ήθελε να πλήξει όσους δεν έχουν συνείδηση»


Εγκλωβισμένοι στα «γρανάζια» ενός εκδικητικού οικονομικού συστήματος σχεδιασμένου να τους εκμηδενίσει και όχι να τους βοηθήσει, ο 59χρονος ξυλουργός με καρδιακά προβλήματα Ντάνιελ (Dave Johns) και η Κέιτι (Hayley Squires), μια ανύπαντρη μητέρα με 2 ανήλικα παιδιά, είναι οι πρωταγωνιστές της οργισμένης ταινίας του Κεν Λόουτς Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ. Η ταινία απέσπασε το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και το βραβείο κοινού στο Λοκάρνο. Την παρακολουθήσαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου και ήταν προσκεκλημένος ο πρωταγωνιστής της Dave Johns, ένας καταξιωμένος stand-up κωμικός στον πρώτο του ρόλο σε ταινία μυθοπλασίας. Κουβεντιάσαμε μαζί του λίγες βδομάδες αργότερα. Το Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 3 Νοεμβρίου.

Τι σε έφερε στον κόσμο της κωμωδίας; Ήταν κάποιου είδους κλίση;

Στη δεκαετία του ’80 υπήρχε στο Λονδίνο μια αναβίωση της stand-up κωμωδίας. Το 1988 πήγα να δω ένα σόου σε ένα θέατρο και με συγκλόνισε τελείως. Είπα «αυτό θα κάνω». Πάντα ήμουν αστείος, κι έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη stand-up κωμωδία.

Πώς σε υποδέχτηκαν, μιας και ήσουν νεοφερμένος στο χώρο;

Όταν ξεκινάς κάτι, μαθαίνεις τον τρόπο σου. Τα πρώτα σόου ήταν ζόρικα, αλλά ήξερα πως είχα πάθος γι’ αυτό κι έτσι έγινα αρκετά καλός αρκετά γρήγορα. To Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι, πάντως, η πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας.

Ένιωθες άγχος, πριν ξεκινήσει η διαδικασία των γυρισμάτων;

Ένας φίλος μου, ο οποίος είναι παραγωγός, μου είχε πει ότι ο Κεν αναζητούσε έναν ηθοποιό περίπου στην ηλικία μου με προέλευση από τα βορειοανατολικά της Αγγλίας. Έστειλα, λοιπόν, ένα βιογραφικό και γύρω στις 2 βδομάδες μετά δέχτηκα ένα τηλεφώνημα, όπου με καλούσαν σε μια συνάντηση με τον Κεν. Πήγα, κουβεντιάσαμε 15 λεπτά ένα πρωί, η κουβέντα εξελίχτηκε σπουδαία, ποτέ δε με ρώτησε τι έχω κάνει, κι έπειτα αρχίσαμε να μιλάμε για ποδόσφαιρο. Κάποιο διάστημα αργότερα με ειδοποίησαν για μια οντισιόν, κατά την οποία έκανα κάποιο αυτοσχεδιασμό με διαλόγους στο δωμάτιο προβών. Μετά τη δεύτερη ακρόαση, μου πρόσφερε το ρόλο. Ήταν καταπληκτικό, ήμουν συγκλονισμένος.

Τα πήγατε καλά.

Ο Κεν κι εγώ βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά σε ό,τι αφορά την πολιτική. Του αρέσει το ποδόσφαιρο, όπως και σε εμένα, και είναι σπουδαίος άνθρωπος στη συνεργασία. Έχει ένα καλό επιτελείο γύρω του, με το οποίο δουλεύει επί πάρα πολύ καιρό, οπότε είναι ένα ασφαλές περιβάλλον. Κάναμε γυρίσματα για 8 βδομάδες στα βορειοανατολικά της Αγγλίας κι ήταν εξαιρετική εμπειρία. Φυσικά, η πρώτη μέρα μου κουρέλιασε τα νεύρα, γιατί δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά έχει τον τρόπο του να σε κάνει να νιώθεις χαλαρός.



Υπάρχει στην ταινία πολλή ειλικρίνεια, χιούμορ, τρυφερότητα, απόγνωση, παραίτηση- και σθένος, επίσης. Πόσο δύσκολο ήταν να προσαρμόσεις το υποκριτικό σου στιλ  στην ενσάρκωση ενός να χαρακτήρα που δεν είναι ακριβώς κωμικός;

Βασικά ο Κεν μου είπε την πρώτη μέρα «ό,τι κάνεις πρέπει να είναι γνήσιο, ακούτε ο ένας τον άλλο, αλλιώς δε θα “γράφει” καλά στην οθόνη». Με τον Κεν δεν παίρνεις στα χέρια σου το πλήρες σενάριο, μόνο μια δυο σελίδες κάθε 2 μέρες, έτσι δεν ήξερα το τέλος της ταινίας μέχρι μια μέρα πριν το γύρισμά του. Κάθε μέρα, λοιπόν, ήταν μια έκπληξη, έπρεπε, επομένως, να είσαι αληθινός, αλλιώς δε θα λειτουργούσε. Γι’ αυτό και αισθάνεσαι πως οι ταινίες του είναι τόσο αληθινές, λες και βρίσκεσαι σ’ ένα δωμάτιο και παρακολουθείς τι συμβαίνει, δε νιώθεις ότι βρίσκεσαι στο πλατό μιας ταινίας, ούτε υπάρχει τεράστιος αριθμός προσωπικού. Στο γύρισμα είσαι εσύ, ο συνάδελφός σου ηθοποιός, η κάμερα και ο ήχος. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ.

Ήσουν εξοικειωμένος με τη δουλειά του;

Δεν είχα δει όλες τις ταινίες του, αλλά είχα παρακολουθήσει το Κες, όταν ήμουν πιτσιρικάς, το Κάθι γύρνα πίσω, το Ριφ Ραφ, το Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι. Όταν προβαλλόταν το Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ σε διάφορα φεστιβάλ, πολλοί έλεγαν «δεν καταλαβαίνουμε ποιο είναι το σύστημα που έχετε, αλλά καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει». Βασικά, οι καθημερινοί άνθρωποι αναγκάζονται να πληρώσουν τα λάθη των μεγαλοτραπεζιτών, των πολυεθνικών, που δεν πληρώνουν καθόλου φόρους, και των κυβερνήσεων. Κι αυτό νομίζω συνέβη στην Ελλάδα, όπου φαντάζομαι ότι οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει με τη λιτότητα. Ο μόνος τρόπος να ξανασταθεί ποτέ η χώρα σας στα πόδια της είναι η διαγραφή του χρέους- αυτό πρέπει να γίνει, αυτό πρέπει η Ε.Ε. να κάνει. Αν οι άνθρωποι είναι χρεωμένοι, χάνουν τις ελπίδες τους. Υπάρχει συνειδητή προσπάθεια, όπως λέει κι ο Κεν, να παραμείνουν οι άνθρωποι σε καθεστώς χρέους, αυτό «λαδώνει» τα «γρανάζια» του μεγάλου καπιταλιστικού κόσμου.

Ερχόμαστε στην αναπόφευκτη ερώτηση-πειρασμό για το Brexit. Ποια είναι θέση σου;

Ήθελα να παραμείνουμε στην Ε.Ε., αν και η Ευρώπη είναι μαντάρα και το κυρίαρχο μοντέλο δε λειτουργεί, για να αλλάξει το σύστημα από τα μέσα. Ο λόγος που ψήφισα υπέρ της παραμονής ήταν ότι θα ήμασταν καλύτερα έτσι, δεδομένου του πώς είναι ο κόσμος τώρα, ώστε να μπορούμε να συνομιλήσουμε και να διευθετήσουμε τα ζητήματα από κοινού. Αυτό, πάντως, που με χαροποιοιεί είναι ότι οι νέοι στη Βρετανία αποκτούν φωνή και γίνονται πολιτικά ευαισθητοποιημένοι. Ακόμα κι αυτοί λένε «υπάρχει, πρέπει να υπάρχει ένας άλλος τρόπος». Κανένας πάνω από τα 60 δε θα έπρεπε να έχει ψηφίσει σ’ αυτό το δημοψήφισμα: δεν αφορούσε το μέλλον τους, κι αυτοί στην πλειονότητά τους ψήφισαν «όχι», ονειρευόμενοι μια Βρετανία που δεν υπάρχει πια. Από την άλλη, κανένας δεν είναι πιο ευχαριστημένος με τις εξελίξεις από την Ακροδεξιά- και τον Πούτιν, που πρέπει να χορεύει στο Κρεμλίνο. Κι όταν οι άνθρωποι φοβούνται, πάντοτε στρέφονται στη Δεξιά, γιατί τους δίνει απλές απαντήσεις. Ειπώθηκαν, εξάλλου, πολλά ψέματα και δεν υπήρξε αντιπαράθεση πάνω στα πραγματικά ζητήματα.

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Μεγάλης Βρετανίας παρουσιάζεται στην ταινία ως κάτι δυσλειτουργικό, αν όχι εκδικητικό. Ποια είναι η δικιά σου εμπειρία από αυτό;

Το Εθνικό Σύστημα Υγειας δημιουργήθηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βασικά για να βοηθήσει τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα. Αυτό σήμαινε ότι θα λάβαινες ιατρική φροντίδα, όποιος κι αν ήσουν. Είμαι 60 χρονών και ουδέποτε έχω πληρώσει για γιατρό ή νοσοκομειακή φροντιδα και το βρετανικό Ε.Σ.Υ. υπήρξε, για μένα, εκπληκτικό. 800.000 άνθρωποι το χρησιμοποιούν καθημερινά. Αυτό που συμβαίνει είναι πως δε χρηματοδοτείται, υποκρίνονται ότι χρηματοδοτείται. Τα περισσότερα πολιτικά κόμματα θα ήθελαν να το ξεφορτωθούν και να το ιδιωτικοποιήσουν, με τον ίδιο τρόπο που διαλύθηκε η κοινωνική κατοικία σ’ αυτή τη χώρα με την Μάργκαρετ Θάτσερ. Κι αυτό συμβαίνει και στην ταινία, όπου η Κέιτι, η πρωταγωνίστρια, μια ανύπαντρη μητέρα με 2 μικρά παιδιά, έπρεπε να μείνει σε hostel για άστεγους με ένα υπνοδωμάτιο.



Ο δε Ντάνιελ, ο οποίος περίμενε ότι θα βοηθηθεί, απλώς αφήνεται έρμαιο της γραφειοκρατίας να συμπληρώνει κουτάκια σε φόρμες. Θέλουν να τα παρατήσεις, ή να κάνεις δουλειές χωρίς σύμβαση, ή να τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Κάθε πολιτισμένη κοινωνία θα έπρεπε να φροντίζει τους ευάλωτους ανθρώπους ή εκείνους που δεν τα καταφέρνουν μόνοι τους. Είναι θέμα απλής ανθρωπιάς. Γι’ αυτό και θεατές της ταινίας έχουν συγκινηθεί τόσο μ’ αυτή. Είναι μια απλή ταινία, γυρισμένη με απλό τρόπο. Αφηγείται την ιστορία 2 απλών ανθρώπων: η Κέιτι θα μπορούσε να είναι η αδερφή, ή η κόρη σου, ο Ντάνιελ ο πάτερας, ή ο παππούς σου, που, σε ώρα ανάγκης, στρέφονται στο σύστημα, το οποίο πλήρωναν όλη τους τη ζωή, για να συνειδητοποιήσουν πως δεν υπάρχει για να τους βοηθήσει. Η απόλυτη αδικία αυτού του πράγματος «μιλάει» όπου κι αν είσαι.

Δεν αισθάνθηκες αμήχανα, όταν μια τέτοια ταινία πρωτοπροβλήθηκε στις γκλαμουράτες Κάννες;

Αυτό ήταν το ζήτημα. Πρέπει να μεταφέρεις το μήνυμα σε όσους δεν το καταλαβαίνουν. Και δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να δείξεις τι συμβαίνει στους ανθρώπους που παράγουν τον πλούτο από το να προβάλλεις το φιλμ στις Κάννες, όπου η πλειονότητα των θεατών ήταν εύποροι. Η ταινία δε θέλει να πλήξει τους πλούσιους, αλλά όσους δεν έχουν συνείδηση. Και τo ότι κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα, της δίνει πρόσθετο βάρος. Οι άνθρωποι ανά τον κόσμο έχουν κουραστεί με τη λιτότητα.  

Η ταινία του Κεν Λόουτς Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ με πρωταγωνιστές τον Dave Johns και την Hayley Squires προβάλλεται από την Πέμπτη 3 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.