Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

Ευαγγελία Κρανιώτη: «Αυτό που με ώθησε στον κινηματογράφο είναι πως φάνταζε λιγότερο “καθαρό” μέσο»


Υπεύθυνη για μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων, το ντοκιμαντέρ Exotica, Erotica, Etc., η εικαστικός και σκηνοθέτρια Ευαγγελία Κρανιώτη επέστρεψε φέτος με το Obscuro Barroco, μια εξερεύνηση της μεταβαλλόμενης ταυτότητας του Ρίο ντε Τζανέιρο μέσα από μια κατάδυση στο μικρόκοσμο της queer κοινότητας της πόλης, με «όχημα» την εμβληματική τρανς ακτιβίστρια και ηθοποιό Luana Muniz.

Το ντοκιμαντέρ πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του στη φετινή Μπερλινάλε, όπου απέσπασε το βραβείο Teddy, και την πανελλήνια στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ενόψει σειράς προβολών του σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Αμαλιάδα, «συναντηθήκαμε» με την σκηνοθέτρια μέσω Skype.



Η πολύ ξεχωριστή εικαστική σου ματιά, όπως αποτυπώνεται και στο Exotica, Erotica, Etc. και στο πρόσφατο Obscuro Barroco, είναι προϊόν της ενασχόλησής σου με τη φωτογραφία και τις εγκαταστάσεις, μεταξύ άλλων;

Το γεγονός ότι τα πρώτα μου πρότζεκτ έλαβαν χώρα στο ευρύτερο πεδίο της τέχνης με έκανε αρχικά να θέσω στον εαυτό μου ερωτήματα αισθητικής φύσης. Κι αυτό δεν μπορούσε να χαθεί, γιατί το ίδιο μου το βλέμμα έχει «σμιλευτεί» μέσα από χρόνια ενασχόλησης με την εικόνα. Απλώς εξελίχτηκε «αγκαλιάζοντας» και το λόγο, άλλη μια από τις μεγάλες μου αγάπες από μικρή. Αυτά τα δύο απέκτησαν νόημα εφόσον άρχισα να θέλω να διηγούμαι ιστορίες.

Τα δύο πρότζεκτ, επομένως, σίγουρα συνδέονται, γιατί τα κινηματογράφησα η ίδια, σαν να ήμουν ένας σεισμογράφος ή παλμογράφος. Ακόμη και η οποιαδήποτε ανατριχίλα, είτε δικιά μου είτε του ανθρώπου που κινηματογραφούσα, πέρναγε στην εικόνα.



Δεδομένου ότι και στα δύο ντοκιμαντέρ σου συνυπάρχουν στοιχεία τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας, είναι στις μελλοντικές σου προθέσεις η στροφή προς μια πιο «καθαρή» μυθοπλασία;

Αυτό που με ώθησε στον κινηματογράφο και στην κινούμενη εικόνα είναι πως φάνταζε στα μάτια μου λιγότερο «καθαρό» μέσο. Είχε κάτι το βαθιά ανθρώπινο, μια άλλη ένταση μέσα του. Φαντάζομαι ότι, επειδή έχω μάθει να κινηματογραφώ μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο κι όταν ξεκίνησα αυτό το πρότζεκτ δεν είπα «πάω να κάνω ένα ντοκιμαντέρ», αλλά «πάω να ζήσω μια πολύ ενδιαφέρουσα περιπέτεια», την απέδωσα με τον τρόπο που της άξιζε, κι αυτός ήταν η κινηματογράφηση.

Ο ίδιος ο τίτλος του ντοκιμαντέρ συμπυκνώνει το βίωμά σου σχετικά με την πόλη του Ρίο ντε Τζανέιρο;

Σίγουρα το επίθετο «σκοτεινό» ήταν κομμάτι της εμπειρίας μου στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Από την άλλη, ο τίτλος Obscuro Barroco είναι απόηχος της οπτικής εμπειρίας που συνιστά η ταινία, στο πλαίσιο της οποίας σχεδόν αποκλειστικά κινηματογράφησα το φως, τα χρώματα, τις λάμψεις στο σκοτάδι.

Από κει και πέρα, η προσθήκη του μπαρόκ στον τίτλο ήταν πολύ συνειδητή, αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγα όταν αποφάσισα να κάνω ένα πρότζεκτ στην πόλη του Ρίο, η οποία με ώθησε στην κινηματογράφηση.



Επέστρεψα εκεί συνειδητά τη χρονιά των Ολυμπιακών, για να επισπεύσω αυτό που είχα κατά νου, το οποίο αρχικά ήταν μια μεγάλη εγκατάσταση, ένα οπτικοακουστικό αρχείο που θα οργάνωνα ως αλφαβητάρι. Σ’ αυτό το πλαίσιο, είχα ξεκινήσει μια έρευνα σχετικά με πολλές πτυχές της ζωής του Ρίο, κάποιες από τις οποίες αφορούσαν στην αρχιτεκτονική και την ιστορία του.

Τότε άρχισα να ψάχνω το μπαρόκ ως έννοια και τη σχέση του με τη βραζιλιάνικη κουλτούρα και ταυτότητα. Η Βραζιλία, ως νέο κράτος, έχει θέμα με την προέλευσή της και το τι χρωστάει στις φυλές, από τις οποίες αποτελείται.

Αποτυπώνεις, άλλωστε, το ρευστό, μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της ταυτότητας και της ίδιας της πόλης.

Δε θα μπορούσα παρά να επιλέξω την queer κοινότητα, όταν συνειδητοποίησα ότι και για μένα το Ρίο είναι αυτή η συνεχής καμπύλη, η οποία διαρκώς μεταμορφώνεται. Αλλά επίσης, επειδή πρόκειται για ένα πρότζεκτ πάνω στον Άλλο, είμαι εγώ που κοιτώ, «αγγίζω» με το βλέμμα μου μια άλλη κουλτούρα, την οποία νιώθω απίστευτα οικεία.

Εκεί έβρισκα το δεύτερο μισό που απαρτίζει την τραγωδία ως έννοια και εμπειρία, το διονυσιακό, αν υποθέσουμε πως ως κληρονομιά φέρουμε το απολλώνειο. Αυτή την ανάμειξη των δύο άρχισα να ψάχνω στην ιστορία της Βραζιλίας. Έτσι οδηγήθηκα στο μπαρόκ, όταν έμαθα περισσότερα για την περίοδο της αποικιοκρατίας, κατά την οποία το ευρωπαϊκό μπαρόκ ήρθε στη Βραζιλία, μετατρεπόμενο σ’ αυτό που συνθέτει πλέον τη βραζιλιάνικη κουλτούρα.



Είναι, ωστόσο, ένα μπαρόκ, το οποίο οφείλει την ύπαρξή του στην πρόσμειξη των λαών, μαύρων και λευκών, στο γεγονός ότι οι λευκοί  αποικιοκράτες απέκτησαν παιδιά με τις σκλάβες τους, κι αυτά τα παιδιά, που δεν ήταν ούτε σκλάβοι, αλλά ούτε ελεύθεροι, προωθήθηκαν στη μουσική και στην τέχνη. Αυτά, λοιπόν, τα παιδιά πήραν τα εργαλεία του ευρωπαϊκού μπαρόκ και τα έκαναν κάτι άλλο. Μέσα από τα χέρια τους γεννήθηκε το βραζιλιάνικο, καθ’ όλα υβριδικό μπαρόκ

Αυτή η «αντίσταση» μέσω της τέχνης και η περίοδος κατά την οποία αναδύθηκε η έννοια του “homem barroco” στη λογοτεχνία, δηλαδή του ανθρώπου της εποχής μπαρόκ, με έκαναν να ανακαλύψω την έννοια ενός τραγικού ήρωα μέσα στο βραζιλιάνικο μπαρόκ, ενός ανθρώπου διχασμένου ανάμεσα στα ένστικτα και τη λογική, στο σώμα και το πνεύμα, γεγονός που βρήκα να ταιριάζει πολύ τόσο με τη δική μας τραγική κληρονομιά, όσο και με το χαρακτήρα της πόλης.

Βήμα βήμα, λοιπόν, στράφηκα σ’ αυτό που μου φάνηκε ότι συνένωνε τα δύο: στα σώματα. Η βραζιλιάνικη κουλτούρα είναι πολύ σωματική.



Όπως σωματική είναι και η ταινία σου.

Δε θα μπορούσε να μην είναι. Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα όταν είδα ότι μια κουλτούρα που από μόνη της είναι πανσεξουαλική έχει την ίδια έχθρα είτε λόγω θρησκείας είτε λόγω machismo απέναντι στους ανθρώπους, οι οποίοι -για μένα- την ενσαρκώνουν απόλυτα.

Άρχισα, έτσι, να αναζητώ τη δυαδικότητα στα πάντα: ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το αρσενικό και το θηλυκό. Ήταν, επομένως, ξεκάθαρο πως έπρεπε να στραφώ προς ένα σώμα που είχε βιώσει οριακές εμπειρίες αναφορικά με την ταυτότητά του, αν μ’ ενδιέφερε να εξερευνήσω τη βραζιλιάνικη ταυτότητα μέσα από τον ίλιγγο του μπαρόκ και της σωματικότητας.

Και η Luana Muniz ήταν το «όχημα», μέσω του οποίου μπορούσες να αποδώσεις αυτό που ήθελες.

Ένιωσα σαν να κοιτάζω το Ρίο ντε Τζανέιρο στα μάτια.



Το Οbscuro Barroco είναι ένα πορτρέτο και της ίδιας, έστω κι αν δεν είχες ξεκινήσει με αυτή την πρόθεση. Συναντηθήκατε τυχαία;

Όταν δουλεύεις με την πραγματικότητα, συμβαίνουν πράγματα που δεν είχες προβλέψει. Κάποια άλλα τα κυνηγάς. Όταν συναντηθήκαμε, δεν είχα προβλέψει ότι θα υπήρχε αυτή την έλξη. Δουλεύεις το τυχαίο στο ντοκιμαντέρ, αλλά επιμένεις τόσο πολύ, που εντέλει είναι σαν να προκαλείς πράγματα (γέλιο). Σχεδόν όπως συμβαίνει και με τη μυθοπλασία. Είναι σαν να ξεκινάς από τον αντίθετο πόλο, αλλά να καταλήγεις στο ίδιο κέντρο.

Το σώμα της ήταν σαν ένα μανιφέστο, όπως ανέφερες στο Q&A μετά την πανελλήνια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ σου στο 20ό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ήταν τόσο ατίθασο σώμα, σαν καλλιτεχνική δημιουργία, σαν να μπορούσε να διασχίζει τους δρόμους ακόμα και ακρωτηριασμένο, σαν να είχε τη δικιά του γεννήτρια ζωής. Το σώμα της Luana, όπως και πολλών τραβεστί, ήταν μπαρόκ. Η ίδια ανήκε στη γενιά που ήθελε τις υπερβολικές καμπύλες. Σαν να έπρεπε να περάσει στην κοινωνική συνείδηση αυτού του είδους το σώμα, για να ανοίξει το δρόμο ελευθερίας και σε άλλα σώματα, σε άλλου είδους ταυτότητες, πολλαπλές. Ήταν ένας ογκόλιθος, που του άξιζε να ζει σαν κομμάτι της φύσης.

Παρόλα αυτά, ήταν κομμάτι της Luana, η οποία δεν υπάρχει πια, κι έτσι το σώμα της παραμένει μόνο στη φαντασία και μέσα από την ταινία.


Δραστηριοποιείσαι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, εκτός ελληνικών συνόρων. Θα σε ενδιέφερε μελλοντικά να καταπιαστείς μ’ ένα θέμα περισσότερο εστιασμένο στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Ήδη υπάρχουν τέτοιες ιστορίες στο μυαλό μου που σκοπεύω να αφηγηθώ μέσα από εικόνες. Το ότι δε ζω στην Ελλάδα με κάνει να την επιθυμώ, να τη νοσταλγώ. Αν έμενα εκεί, δεν ξέρω αν θα ήμουν τόσο ευαίσθητη στα ερεθίσματα της ελληνικής πραγματικότητας, ή αν θα είχα το βλέμμα μου στραμμένο αλλού. Εντέλει λαμβάνω ερεθίσματα από την Ελλάδα, στα οποία δεν είμαι καθόλου αδιάφορη. Ελπίζω, λοιπόν, πως ένα από τα επόμενα πρότζεκτ μου θα κινηματογραφηθεί εκεί.

Σε άγχωσε η δημοφιλία που κατέκτησες μέσω του Exotica, Erotica, Etc.;

Νιώθω ότι χτίζω σιγά σιγά και πολύ αθόρυβα αυτό που θέλω να κάνω, οπότε δεν αισθάνθηκα τέτοια πίεση. Ήταν, ωστόσο, πολύ ευπρόσδεκτη η υποδοχή της ταινίας: τόσο, ώστε να μου δώσει κουράγιο και επιθυμία να συνεχίσω. Ένα ραντεβού με το κοινό που ήθελα ν’ ανανεώσω!

Photo credit (Ευαγγελία Κρανιώτη): EPA/Hayoung Jeon.

Το ντοκιμαντέρ της Ευαγγελίας Κρανιώτη Obscuro Barroco προβάλλεται την Τετάρτη 25 Απριλίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (19:30) στο πλαίσιο του CineDoc, στη Θεσσαλονίκη, αίθουσα Σταύρος Τορνές (21:00), στην Πάτρα, κινηματογράφος Πάνθεον (21:30) και στην Αμαλιάδα, CineCinema (22:00). Επαναπροβάλλεται την Κυριακή 29 Απριλίου στην Αθήνα στον κινηματογράφο Δαναό (16:00).

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Φιλίπ Λιορέ: «Το να πω μια ιστορία δε μου αρκεί, θέλω να είμαι μέρος της»


Βαθιά ανθρώπινη, λιτή και ουσιαστική, χωρίς ποτέ να καταντά γλυκερή ή μελοδραματική, η ταινία του Φιλίπ Λιορέ Οικογενειακός φίλος εξερευνά τι συμβαίνει στον Ματιέ, τον 33χρονο πρωταγωνιστή της, καθώς αναζητά την οικογένεια που ποτέ δε γνώρισε. Κουβεντιάζοντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την έξοδο της ταινίας του στις αίθουσες από τις 19 Απριλίου.

Ο Οικογενειακός φίλος εμπνέεται ελεύθερα από το μυθιστόρημα του Ζαν-Πολ Ντυμπουά Si ce livre pouvait me rapprocher de toi. Υπό ποια έννοια λειτούργησε το βιβλίο του ως αφετηρία για την ταινία σας;

Είχα διαβάσει το βιβλίο πολλά χρόνια πριν. Μου είχε αρέσει πολύ κι αναρωτιόμουν τι ταινία θα μπορούσε να δώσει, αλλά δε βρήκα απάντηση, γιατί η δύναμή του εντοπιζόταν κυρίως στους στοχασμούς του συγγραφέα και τους αφορισμούς του. Σ’ αυτή την περίπτωση, καμία δραματουργία σήμαινε καμία ταινία.

Πέρασε ο καιρός, έκανα ένα άλλο φιλμ (το Welcome), έπειτα ξαναδιάβασα το βιβλίο και συνειδητοποίησα πως μέσα στο μυαλό μου είχα ήδη ξεκινήσει να το διασκευάζω. Ό,τι απέμεινε απ’ αυτό ήταν βασικές λέξεις, πάνω στις οποίες είχα χτίσει τη δικιά μου προσωπική ιστορία. Έγραψα το σενάριο χωρίς να επιστρέψω στο βιβλίο, το οποίο ήταν μονάχα μια πηγή έμπνευσης -αναγκαία, ωστόσο, γιατί χωρίς αυτή δε θα είχε υπάρξει η ταινία.



Το κύριο θεματικό νήμα που ξετυλίγεται είναι η αναζήτηση ενός παιδιού (αν και, σ’ αυτή την περίπτωση, ο πρωταγωνιστής είναι ενήλικας) για την οικογένεια, την οποία δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει. Γιατί σας ακολουθεί αυτό το θέμα τόσο καιρό;

Η οικογένεια είναι ο τόπος όλων των μυστηρίων, μας συγκροτεί και μας κάνει, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτό που είμαστε. Ασφαλώς, το φιλμ συνδέεται πολύ με την προσωπική μου ιστορία, αλλά αυτή η ιστορία είναι, για άλλη μια φορά, μόνο μια έμπνευση. Το να πω μια ιστορία δε μου αρκεί, θέλω να είμαι μέρος της. Βασίζομαι, λοιπόν, στην ιστορία μου ή σ’ εκείνη των γύρω μου, προσπαθώντας να αναμίξω μια προσωπική με μια πιο οικουμενική διάσταση.

Το σενάριο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, παρέχοντας σε κάθε χαρακτήρα άπλετο και ίσο χώρο και χώρο, για να αναπτυχθεί. Θα θέλατε να μου μιλήσετε περισσότερο για τη διαδικασία της συγγραφής;

Το ομολογώ, αυτή διαδικασία παραμένει αρκετά μυστηριώδης και, πάνω απ’ όλα, πολύ μακρά. Το πιο δύσκολο είναι να βρω μέσα μου το θέμα που θα με συνοδεύει και «θα γίνει η ζωή μου» στη διάρκεια δύο ή τριών χρόνων, κι έπειτα να σκεφτώ από πού να ξεκινήσω. Κι όλα αυτά χρειάζονται χρόνο. Έπειτα, όταν το πιστεύεις, έχεις ένα θέμα και μια δυνατή ιστορία που είναι επαρκώς ανθεκτική στην αμφιβολία, τότε η συγγραφή μετατρέπεται σε ευχαρίστηση.



Ο οργανικός ρυθμός της ταινίας, που αισθητοποιείται μέσω ενός πολύ αποτελεσματικού μοντάζ, βοηθιέται από όλες τις ερμηνείες. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποια, αλλά εκείνη του Γκαμπριέλ Αρκάν είναι απολύτως συγκινητική. Το ίδιο και το πρόσωπό του. Αναζητάτε συγκεκριμένα πρόσωπα, όταν κάνετε casting;

Καθόλου. Και αναγκάζω τον εαυτό μου να μη σκέφτεται κάποιον συγκεκριμένο ηθοποιό όταν γράφω. Όταν το σενάριο ολοκληρώνεται -με την πιθανότητα να το επανεξετάσω στο τέλος- και οι χαρακτήρες υφίστανται, μπορώ να βρω ποιοι θα τους υποδυθούν.

Για τον Οικογενειακό φίλο, πρώτα έψαξα για το χαρακτήρα του Ζαν. Συνάντησα όλους τους ηθοποιούς του Κεμπέκ αυτής της γενιάς... κι έπειτα είδα την ταινία Le démantèlement του Σεμπαστιέν Πιλότ, όπου ανακάλυψα τον Γκαμπριέλ. Ήξερα αμέσως ότι επρόκειτο να αγαπήσω αυτό το φιλμ πολύ. Είναι πιθανότατα ο πιο δυνατός ηθοποιός που γνωρίζω, ο πιο ανθρώπινος κι επίσης ο πιο αφοσιωμένος. Το να δουλεύεις μαζί του είναι αληθινή ευχαρίστηση. Έχει μια τεράστια ευαισθησία, κι όχι άδικα με το ταλέντο του. Ως αποτέλεσμα, οι υπόλοιποι ηθοποιοί παρασύρθηκαν από τη χάρη του. Σ’ ευχαριστώ, Γκαμπριέλ!



Το σινεμά σας είναι των λεπτών, αλλά βαθιών συναισθημάτων, των μικρών χειρονομιών, των βλεμμάτων και των σιωπών, ουσιωδώς ανθρωποκεντρικό, συχνά αποπνέοντας την ίδια ζεστασιά που χαρακτηρίζει τις ταινίες του Μάικ Λι, για παράδειγμα.

Ασφαλώς έχω ταρακουνηθεί από όλα τα φιλμ που έχω παρακολουθήσει, και, παρόλο που δε νομίζω ότι έχω επηρεαστεί από κάποιο συγκεκριμένο, είμαι βέβαιος πως κάποια από αυτά με έχουν σημαδέψει, γιατί έχουν μια ικανότητα να δείχνουν την ανθρωπιά των γυναικών και των αντρών, για την οποία μιλάνε.

Αν και σε καμία περίπτωση χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγή, ο Οικογενειακός φίλος αισθητικά και βάσει της εγγενούς λογικής του είναι ένα αντι-μπλοκμπάστερ. Συνάντησε το κοινό του, σε μια εποχή κατά την οποία κυρίως εκτιμώνται οι ηχηρές ταινίες;

Κόντρα σε όλες τις προσδοκίες, ναι. Και θέλω να ευχαριστήσω όλους τους αιθουσάρχες που κράτησαν την ταινία για τόσο καιρό στους κινηματογράφους τους. Ένας από αυτούς, μάλιστα, την πρόβαλλε για περισσότερους από 9 μήνες! Η από στόμα σε στόμα φήμη λειτούργησε καλά στα ανεξάρτητα σινεμά, η ταινία συνάντησε το κοινό κι ήταν μια επιτυχία.

Ευχαριστώ θερμά την Λίλιαν Μπικέ, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων της Filmtrade, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Φιλίπ Λιορέ Οικογενειακός φίλος προβάλλεται από την Πέμπτη 19 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Filmtrade.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Håvard Bustnes: «Για να πολεμήσεις το φασισμό πρέπει να τον καταλάβεις»


Εστιάζοντας στην καθημερινότητα τριών γυναικών της Χρυσής Αυγής, ο Νορβηγός σκηνοθέτης Håvard Bustnes αποπειράται να διερευνήσει την άνοδο της νεοναζιστικής οργάνωσης στο πολιτικά αμφιλεγόμενο ντοκιμαντέρ του Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής.

Το φιλμ πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα του κατά τη διάρκεια του 20ού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ενώ θα προβληθεί στις 18 και 22 Απριλίου στην Αθήνα στο πλαίσιο του CineDoc. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Αποφάσισες να ασχοληθείς με τις συγκεκριμένες γυναίκες της Χρυσής Αυγής από επιλογή ή γιατί δε σου επιτράπηκε η πρόσβαση στους άντρες της νεοναζιστικής συμμορίας;

Αρχικά με ενδιέφερε πώς οι γυναίκες της Χ.Α. ανέτρεφαν τα παιδιά τους. Είχαμε πρόσβαση στην οικογένεια Γερμενή, γιατί ο παραγωγός μου Christian Falch είχε κάνει την παραγωγή στο ντοκιμαντέρ Blackhearts, που εστίαζε σε συγκροτήματα μπλακ μέταλ. Σ’ αυτό συμμετείχε και ο Γερμενής. Θεώρησα ότι έπρεπε να κάνω ένα μεγαλύτερο, πιο πολιτικό φιλμ. Λίγους μήνες μετά, η κοινοβουλευτική ομάδα της Χ.Α. συνελήφθη.

Υπήρχαν κάποιες «κόκκινες γραμμές» τόσο από τη δικιά σου, όσο και από τη δικιά τους πλευρά, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων; Πράγματα που δεν μπορούσαν να κινηματογραφηθούν ή να απαντηθούν;

Δεν έγινε έτσι. Υπήρχαν, ωστόσο, στιγμές κατά τις οποίες δε μας επιτράπηκε να έχουμε πρόσβαση σε ορισμένα μέρη, για παράδειγμα στα κεντρικά γραφεία τους. Αλλά αυτό συμβαίνει σε όλα τα ντοκιμαντέρ. Οι χαρακτήρες σου αποφασίζουν πότε θα σε προσκαλέσουν.

Έπειτα από λίγο, όμως, επρόκειτο όλο και περισσότερο περί ενός αγώνα για επικράτηση. Προσπάθησαν, βεβαίως, να κάνουν τη δικιά τους ταινία, κι εγώ τη δικιά μου, γι’ αυτό συμπεριλάβαμε κι εμένα ως χαρακτήρα, γιατί ήταν σημαντικό να δείξω στο κοινό ότι ήθελαν να κάνουν το φιλμ όπως το επιθυμούσαν.

Αυτή η σύγκρουση εν μέρει εξηγεί την πολυεπίπεδη προσέγγιση, στην οποία συνυπάρχουν αντιπαρατιθέμενα στοιχεία, όπως αποδόμηση, διακωμώδηση, απόπειρα κατανόησης του γιατί αυτά τα άτομα σκέφτονται και δρουν μ’ αυτό τον τρόπο και πληροφόρηση. Ποιος ήταν, λοιπόν, ο βασικός σου στόχος;

Πάντα ήμουν περίεργος πώς είναι δυνατόν να είσαι ναζιστής. Πίστευες στο ναζισμό ή δεν είχες άλλη επιλογή; Όταν, λοιπόν, είδα κλιπάκια με τους ανθρώπους της Χ.Α., σκέφτηκα ότι ήταν πιθανό να βρω απάντηση στην πραγματική ζωή του σήμερα στην Ελλάδα. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να κατανοήσεις γιατί κάτι τέτοιο συμβαίνει στην εποχή μας, έχοντας όλη τη γνώση του τι έχει συμβεί.

Τι αποκόμισες από αυτές;

Δεν ξέρω αν πήρα απάντηση.

Νομίζω πως είναι πολύ ευφυείς.

Ήταν πολύ σημαντικό να δείξω ότι αυτό που κάνουν είναι επικίνδυνο. Παρόλα αυτά, θα ήταν πολύ πιο βολικό να τις παρουσιάσω σαν τέρατα. Σαν να είναι εκείνες τέρατα κι εμείς ανθρώπινες υπάρξεις, που δε θα μπορούσαμε ποτέ να γίνουμε σαν αυτές.

Δε νομίζω, πάντως, ότι το διακύβευμα εδώ είναι αν πρόκειται για ανθρώπους ή τι αυτό σημαίνει επί της ουσίας στην περίπτωσή τους, αλλά πώς δρουν σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Κατανοώ αυτό που λες. Σέβομαι την άποψή σου.

Αναρωτιέμαι, επομένως, μιας και δηλώνεις στο ντοκιμαντέρ ότι είσαι ανθρωπιστής, θα μπορούσε ή θα έπρεπε η ανθρωπιστική προσέγγιση να επεκτείνεται και στην εξερεύνηση θεμάτων όπως ο νεοναζισμός;

Το ζήτημα είναι ποιος είναι ο στόχος μας. Στόχος μας είναι να απαλλαγούμε από αυτόν. Πώς θα γίνει αυτό; Νομίζω πως πρέπει να κατανοήσουμε τι πραγματικά σημαίνει. Για να πολεμήσεις το φασισμό πρέπει να τον καταλάβεις. Κι αν θεωρείς ότι όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν είναι ανόητοι σκίνχεντ, αυτό θα ήταν πολύ πιο βολικό. Πρέπει να είσαι ευφυής. Και να κατανοήσεις όλες αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας που είναι πολύ συνηθισμένες στην Ελλάδα και στην αριστερίστικη πλευρά του πολιτικού φάσματος.

Ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσεις τους φασίστες, πάντως, δεν είναι να τους πετάς πέτρες. Νομίζω πως αυξάνονται γιατί τόσο πολλοί τους επιτίθενται. Και αυτές οι δύο ομάδες αλληλοεξαρτώνται.

Διαφωνώ μαζί σου. Η άνοδος του νεοναζισμού οφείλεται σε ευρύτερους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, δεν μπορεί να αποδίδεται στη δράση των αντιφασιστών. Δεν πρόκειται για κάποια «βεντέτα» ανάμεσα σε αντιφασίστες και φασίστες.

Είναι πολύπλοκο ζήτημα.

Ως άνθρωπος και ως ντοκιμαντερίστας, ποιος πιστεύεις, λοιπόν, ότι είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμηθεί ο φασισμός;

Δεν είμαι ειδικός. Αν το ντοκιμαντέρ μου ήταν το μόνο για το ζήτημα, δε θα έπρεπε να είναι έτσι. Αποτελεί κομμάτι μιας ευρύτερης συζήτησης, ένα έργο τέχνης που στέκεται από μόνο του. Νομίζω πως η εκπαίδευση βοηθάει, ιδίως τα παιδιά, καθώς και η δημιουργία μιας δικαιότερης κοινωνίας, η προσπάθεια να έχουν όλοι δουλειά και αξιοπρεπές εισόδημα, ο τερματισμός της διαφθοράς.

Πώς είναι η κατάσταση με την Ακροδεξιά στη Νορβηγία; Απ’ όσο γνωρίζω, υπάρχει άνοδός της και στις σκανδιναβικές χώρες. Μην ξεχνάμε και τον Νορβηγό ακροδεξιό μακελάρη Άντερς Μπρέιβικ.

Νιώθουμε ντροπή για τα όσα συνέβησαν στη νήσο Utøya (σημ.: στις 22 Ιουλίου του 2011 ο ακροδεξιός τρομοκράτης Άντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ δολοφόνησε εκεί 69 άτομα). Στη Νορβηγία, πάντως, η σοσιαλδημοκρατία λειτουργεί αρκετά καλά, δεν είχαμε οικονομική κρίση και οι νεοναζί δεν είναι πολλοί.

Κρίμα που δεν ήσουν παρών στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Οι συζητήσεις με τους σκηνοθέτες είναι ωφέλιμες για όλους.

Δεν προσκλήθηκα. Νομίζεις ότι θα ήταν επικίνδυνο για μένα;

Στο πλαίσιο ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ ο όποιος κίνδυνος είναι μικρός. Ας ελπίσουμε πως και οι αθηναϊκές προβολές του ντοκιμαντέρ σου θα προκαλέσουν ζωηρές συζήτήσεις.

Οπωσδήποτε!

Το ντοκιμαντέρ του Håvard Bustnes Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής προβάλλεται στο πλαίσιο του CineDoc την Τετάρτη 18 Απριλίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (19:30) και την Κυριακή 22 Απριλίου στον κινηματογράφο Ααβόρα (18:30). Περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ.

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Φίλιπ Φαν Λέου: «Στις μέρες μας οι πόλεμοι διεξάγονται σε βάρος των αμάχων»


Ένα διαμέρισμα στην εμπόλεμη ζώνη της Συρίας γίνεται καταφύγιο και φυλακή για μια οικογένεια και τους γείτονές της στην κλειστοφοβική σπουδή χαρακτήρων του Βέλγου Φίλιπ Φαν Λέου Εντός Ορίων. Με την σπουδαία Παλαιστίνια ηθοποιό Χιάμ Αμπάς στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η ταινία απέσπασε βραβείο κοινού στην περσινή Μπερλινάλε (Πανόραμα) και στο 58ο ΦΚΘ (ενότητα Ανοιχτοί Ορίζοντες) και προβάλλεται από τις 29 Μαρτίου στις αίθουσες. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.

Ο τίτλος της ταινίας σου υποδηλώνει το ενδιαφέρον σου για τη Συρία, αλλά και για την αποτύπωση ανθρώπων σε κατάσταση περιορισμού και ασφυξίας. Προέκυψαν ταυτόχρονα αυτοί οι δύο άξονες;

Αναζητούσα ένα τίτλο που θα «αγκάλιαζε» και την ιδέα της Συρίας, και την κατάσταση των ανθρώπων εκεί. Αν και όσα συμβαίνουν στη χώρα δεν είναι, δυστυχώς, κάτι μοναδικό, αποτελεί παράδειγμα με την έννοια ότι, στις μέρες μας, μου φαίνεται πως οι πόλεμοι δε διεξάγονται πλέον στα πεδία των μαχών, διεξάγονται σε βάρος των αμάχων. Αυτοί είναι οι κύριοι στόχοι όσων εμπλέκονται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.


Είχες πάει στη Συρία πριν το ξέσπασμα του πολέμου;

Όπως λέω σε φίλους μου, είμαι το παράξενο κομμάτι σ’ αυτό το πρότζεκτ, γιατί δεν έχω βιώσει πόλεμο, ούτε έχω πάει ο ίδιος στη Συρία. Το 2010, ωστόσο, ενώ βρισκόμουν στη Βηρυτό ως διευθυντής φωτογραφίας σε γυρίσματα ταινιών άλλων σκηνοθετών, ήρθα κοντά με Σύρους κι έκανα φιλίες.

Πότε αποφάσισες ότι ήθελες να κάνεις κάτι για τη Συρία, λοιπόν;

Από την πρώτη στιγμή. Το σημαντικό ήταν μην περιοριστώ σε ρόλο θεατή που κάθεται μπροστά από την τηλεόρασή του καθιστάμενος μάρτυρας της βίας και νιώθοντας αβοήθητος. Δεν είχα, όμως, ένα θέμα. 1.5 χρόνο αργότερα, μια Σύρια φίλη, όταν την ρωτούσα για τους γονείς της, μου είπε ότι ο πατέρας της ζούσε στο Χαλέπι, ήταν αποκλεισμένος στο διαμέρισμά του επί τρεις βδομάδες λόγω του πολέμου και δεν ήξεραν πώς τα έβγαζε πέρα, γιατί η τηλεφωνική σύνδεση ίσα που λειτουργούσε.

Αυτό ήταν το «κλειδί». Μπορούσα να φανταστώ έναν άντρα παγιδευμένο στο διαμέρισμά του. Αντί για έναν μοναχικό άντρα, αποφάσισα, προφανώς, να χρησιμοποιήσω μια οικογένεια. Κι έπειτα, πολύ πριν από αυτό το φιλμ, ήθελα να καταπιαστώ με το ζήτημα του βιασμού ως όπλου πολέμου, ένα πολύπλοκο θέμα που χρειαζόταν ένα αυθεντικό πλαίσιο. Κι ένιωσα ότι αυτό ήταν το σωστό σκηνικό.


Σ’ αυτό το σκηνικό, η επιλογή ως μητριάρχισσας των εγκλωβισμένων του φιλμ της «μητριάρχισσας» των Παλαιστινίων ηθοποιών Χιάμ Αμπάς, η οποία παραδίδει μια από τις πιο δυνατές της ερμηνείες, υπήρξε ιδανική.

Άρχισα να σκέφτομαι την Χιάμ από την πρώτη στιγμή. Αισθάνθηκα πως ήταν η κατάλληλη περσόνα, κι αυτό με βοήθησε στη συγγραφή του σεναρίου. Είχαμε μια σύντομη συνάντηση στην Μπρατισλάβα και στη συνέχεια παραμείναμε σε στενή επαφή για κάποια χρόνια. Ένιωθα ότι δε θα απέρριπτε ένα προσιτό και αξιοπρεπές σενάριο.

Μ’ αυτό το πνεύμα επέλεξες και το υπόλοιπο cast, στη μεγάλη πλειονότητά του συριακής καταγωγής.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ήταν η δικιά μου έλλειψη αυθεντικότητας. Προσπαθούσα, λοιπόν, να προσδώσω αυθεντικότητα παντού. Ήμασταν πολύ τυχεροί, γιατί μέσα σε 3 βδομάδες τους βρήκαμε όλους. Ήταν σημαντικό να είναι συριακής καταγωγής, γιατί θα είχαν προσωπική εμπλοκή, και γιατί θα ήταν ένας καλός τρόπος να προωθηθεί η αυθεντικότητα της ταινίας μέσω αυτών.

Το φιλμ σου δεν παίρνει θέση σχετικά με την πολιτική κατάσταση στη χώρα.

Για μένα η ταινία δε θα έπρεπε να πάρει θέση, γιατί, από την οπτική γωνία των χαρακτήρων, δεν έχει καμία σημασία αν οι βομβαρδισμοί προέρχονται από τα αριστερά ή τα δεξιά. Κινδυνεύουν. Αυτό ήθελα να μεταφέρω. Φυσικά, αν «διαβάσεις» μεταξύ των γραμμών, ο ένας από τους δύο εισβολείς στο διαμέρισμα σου δίνει την εντύπωση ότι έχει σχέσεις με το καθεστώς, αλλά αυτό δεν εκφράζεται ανοιχτά.


Ήταν πρόκληση να διατηρήσεις αυτή την αίσθηση επιτακτικότητας και έντασης μέσα από τα γυρίσματα εντός ενός περιορισμένου χώρου, ενός διαμερίσματος;

Αυτό είναι το πιο δύσκολο να το εξηγήσω. Η οπτική μου γωνία είναι η δική τους. Ό,τι μπορούν να δουν, θα το δούμε. Ό,τι δεν μπορούν, δε θα το δούμε ποτέ. Δε μ’ ενδιαφέρει, εξάλλου, να δείξω κάτι στο οποίο δε θα μπορούσαν οι ίδιοι να είναι αυτόπτες. Ταυτόχρονα, πιστεύω πολύ στη δύναμη του ήχου. Όταν θέλουμε να μεταφέρουμε μια αίσθηση τρόμου ή κινδύνου, το βρίσκω πιο ξεκάθαρο να το κάνουμε μέσω του ήχου παρά μέσω εικόνων.

Έχοντας παρακολουθήσει ταινίες όπως η δική σου, το μεγαλύτερο μέρος του κοινού συγκινείται, κάποιοι μάλιστα σοκάρονται, χωρίς, ωστόσο, να κάνουν κάτι περισσότερο για τα ζητήματα που αυτές θίγουν. Είναι άλλοθι αδράνειας;

Δε θα το προσδιόριζα ως άλλοθι. Οι άνθρωποι είναι όντως συγκινημένοι, υπάρχει μια ευγνωμοσύνη και έχω  παρατηρήσει ότι το φιλμ παράγει μια καλύτερη κατανόηση της κατάστασης των προσφύγων στην Ευρώπη.

Δείξαμε την ταινία στις 12 Μαρτίου στη Βηρυτό σε μια γεμάτη αίθουσα κι οι Λιβανέζοι θεατές ταράχτηκαν, γιατί ήταν σαν να προβάλλαμε πίσω σ’ αυτούς αυτό που ήδη γνώριζαν από τη δικιά τους εμπειρία προ 20ετίας. Για εκείνους σημαίνει πως, εντέλει, υπάρχει κάτι που μπορεί να εξιστορήσει ό,τι δεν μπορούν πουν με τα δικά τους λόγια, και το βιώνουν ως αυθεντικό και ακριβές.

Η συντριπτική πλειονότητα των Σύρων θεατών, εξάλλου, ήρθε σε μένα εκφράζοντας ευγνωμοσύνη που αφηγήθηκα αυτό που πιστεύουν πως είναι η ιστορία τους. Το εκλαμβάνω ως κομπλιμέντο, αλλά αισθάνομαι κι ανακούφιση.

Από την άποψη του ποιος κάνει τι, νομίζω ότι όσοι από τα δυτικά κοινά παρακολουθούν την ταινία ήδη συμπονούν το συριακό λαό. Κάποιοι- μερικές φορές πολλοί- εξ αυτών ασχολούνται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες. Κι η ταινία αποτελεί ένα είδος πλεονεκτήματος για τους συγκεκριμένους ανθρώπους, κάτι που τους δίνει ενέργεια να κάνουν περισσότερα.

Πού ταξιδεύει το Εντός Ορίων;

Η ταινία μου κυκλοφορεί τώρα σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους στον Καναδά, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, στην Πορτογαλία στα μέσα Απριλίου, και μπορεί να προβληθεί στη Συρία, γεγονός τελείως απρόσμενο που με χαροποιεί ιδιαίτερα. Το φιλμ ταξιδεύει ανά τον κόσμο, κι εγώ μαζί του. Αυτή είναι η ανταμοιβή μου (γέλιο).

Ευχαριστώ θερμά την Άντυ Δημοπούλου από το Γραφείο Τύπου της Danaos Films για τη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης με τον σκηνοθέτη.

Η ταινία του Φίλιπ Φαν Λέου Εντός Ορίων προβάλλεται από τις 29 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Danaos Films.