Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ: «Αν νιώθεις ελπίδα, μπορείς να είσαι ενεργός»


Με άξονα τους κώδικες του κλασικού γουέστερν, η πάντα ανήσυχη Γερμανίδα σκηνοθέτρια Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ καταθέτει με την τελευταία της ταινία Γουέστερν ένα αιχμηρό και πολυεπίπεδο σχόλιο για τη σημερινή Ευρώπη, μέσα από την ιστορία μιας ομάδας Γερμανών εργατών που καταφτάνουν σε ένα βουλγαρικό χωριό για την κατασκευή ενός υδροηλεκτρικού έργου και των σχέσεών τους με τους ντόπιους.

Με παγκόσμια πρεμιέρα στην ενότητα Ένα κάποιο βλέμμα του περσινού Φεστιβάλ των Καννών και πανελλήνια στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Γουέστερν προβάλλεται στις αίθουσες από τις 11 Ιανουαρίου. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια.  

Στην τελευταία σου ταινία Γουέστερν χρησιμοποιείς ευφυώς, αλλά και ανανεώνεις, τις συμβάσεις και τους τρόπους του γουέστερν. Γιατί σε ελκύει ως «όχημα» της αφήγησης τις ιστορίας σου;

Άρχισα να παρακολουθώ γουέστερν κοριτσάκι με τον πατέρα μου. Γιατί, όμως, με συναρπάζουν τόσο πολύ; Από τη μία, γιατί καταπιάνονται με την αρρενωπότητα αυτών των μοναχικών ηρώων που αναζητούν την ελευθερία και την ανεξαρτησία, και, κάποιες φορές, επιδιώκουν απλώς να γυρίσουν σπίτι.



Την ίδια στιγμή, λένε πολλά για την κατασκευή της κοινωνίας, το νόμο της κοινωνίας, της ενσυναίσθησης, του ισχυρότερου, της βίας. Αυτή ήταν μια αφετηρία μου, να στοχαστώ πάνω σ’ αυτό το πολύ αντρικό είδος.

Τι είδους γουέστερν εκτιμούσες περισσότερο ως παιδί και, μετέπειτα, έφηβη;

Πολλά γουέστερν έγιναν ένα, όταν ήμουν παιδί. Noμίζω ότι περισσότερο με συνάρπαζαν τα παλιά γουέστερν των δεκαετιών μεταξύ ’30 και ’50.

Aνάμεσα σε άλλα, η ταινία σου θίγει το πώς η παλιά «Άγρια Δύση» έχει μετατραπεί στη σημερινή «Άγρια Ανατολή», πώς οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ έχουν εξελιχθεί σε ένα καινούριο «Ελντοράντο» όχι μόνο της Γερμανίας, αλλά και άλλων υπερδυνάμεων. Ενθαρρύνεις τις διαφορετικές αναγνώσεις του φιλμ σου; Είναι μέρος του κινηματογραφικού του πλούτου;

Κατά κάποιο τρόπο ναι. Σκεφτήκαμε πολύ για όλες τις διαφορετικές πτυχές του φιλμ. Η Ευρώπη έχει πολλά διαφορετικά πρόσωπα και η Βουλγαρία, για παράδειγμα, φαντάζει διαφορετική από τη Γερμανία. Όταν ταξιδεύω ως Γερμανίδα από το Βερολίνο, αυτό που συμβαίνει όταν συναντώ κάποιον είναι πολύ ενδιαφέρον.



Τι συμβαίνει; Δώσε μου ένα παράδειγμα.

Ταξιδεύω κουβαλώντας τη γερμανική Ιστορία, όταν έρχομαι σε ένα καινούριο μέρος, και ο άλλος έχει μια συγκεκριμένη ιδέα για μένα ως Γερμανίδα. Γι’ αυτό και είχαν ενδιαφέρον οι Γερμανοί χαρακτήρες του φιλμ που κατέφτασαν στη Βουλγαρία με τη γνώση που νόμιζαν ότι κατείχαν ή την ανωτερότητα. Ταυτόχρονα, ήταν ανασφαλείς. Μια διφορούμενη κατάσταση. Πολύ συχνά αναφερόμαστε στην Ευρώπη ως κάτι ενιαίο, αλλά έχει πολλά πρόσωπα και πολλές ταυτότητες.

Τι αναζητάς στους μη επαγγελματίες ηθοποιούς και πόσο σημαντικό είναι το πρόσωπό τους, μιας και το ανέφερες, σε σχέση με το πώς οραματίζεσαι το σενάριο και την ταινία;

Λατρεύω τους ηθοποιούς. Υπάρχει κάτι στα πρόσωπα και τα σώματα που δεν μπορώ να επινοήσω και να σκηνοθετήσω και είναι πολύ ξεχωριστό. Κάποιες φορές το φιλμικό υλικό επιθυμεί κάτι τέτοιο! (Γέλιο).



Η έρευνα, η συγγραφή και αναζήτηση ηθοποιών συμβαδίζουν. Δεν έχω μια συγκεκριμένη ιστορία, όταν ξεκινώ ένα φιλμ. Είναι σαν περιπέτεια, μια διαδικασία. Είναι, επίσης, όπως όταν ερωτεύεσαι κάποιον, τι είδους φαντασιώσεις καλλιεργείς γι’ αυτόν.

Αναφορικά με το Γουέστερν;

Αναζητούσα έναν εμφανίσιμο άντρα που, αν τον έβλεπες μέσα στο πλήθος, ίσως νόμιζες ότι είναι ηγέτης, αλλά, όταν τον πλησιάζεις, είναι ένας ανθρωπάκος με τους φόβους και τις καιροσκοπικές του στιγμές.

Όταν είδα τον Μάινχαρτ Νόιμαν, τον πρωταγωνιστή, σοκαρίστηκα, γιατί ήταν σαν να έβγαινε από ένα παλιό γουέστερν, κι από την άλλη διέθετε όλα τα στοιχεία που έψαχνα. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, ένα ταξίδι συναντήσεων και προβών, για να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε το φιλμ μαζί.



Τι σημαίνει να κάνεις ταινίες;

Για μένα, σχετίζεται με το να έρχομαι σε επαφή με κάτι που δε γνωρίζω. Όταν γυρίζω ταινίες, είναι, επίσης, σημαντική η πρόκληση να κρατήσω την ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση και την απώλεια του ελέγχου. Στη Βουλγαρία ήταν τόσα πολλά αυτά, τα οποία δεν ήξερα. Επί 2-3 χρόνια ταξίδευα στη χώρα με τη μικρή μου κάμερα αναζητώντας ανθρώπους και πρόσωπα.

Αυτή η αναζήτηση εξηγεί και το χρόνο που χρειάστηκες για να ολοκληρώσεις την ταινία.

Μου αρέσει ορισμένες φορές η ζωή χωρίς ταινίες ή ανάμεσα σ’ αυτές. Σκεφτόμουν, πάντως, πραγματικά πολύ γι’ αυτό το εγχείρημα. Στο μεταξύ, απέκτησα μια κόρη, κι έτσι η όλη διαδικασία καθυστέρησε ένα χρόνο.



Η χρήση μη επαγγελματιών ηθοποιών παραπέμπει στην αγαπητή και σεβαστή παράδοση του νεορεαλισμού. Συνδέεσαι με αυτή την κινηματογραφική- και όχι μόνο- παράδοση αφήγησης και δημιουργίας ταινιών;

Ασφαλώς. Όλη η γενιά μου. Είναι πάντα ενδιαφέρον τι κάνει μια ταινία σύγχρονη. Το σύγχρονο στις μέρες μας είναι η δεκαετία του ’60.

Είσαι μια από τις ανήσυχες και δυναμικές «φωνές» του σύγχρονου ευρωπαϊκού σινεμά. Τι σημαίνει για σένα ευρωπαϊκός κινηματογράφος στις μέρες μας;

Μου είναι μερικές φορές λιγάκι δύσκολο να τον ορίσω. Στη Γερμανία έχουμε τις μέινστριμ και τις arthouse ταινίες: είναι όλα τόσο τακτοποιημένα, που κάποτε καταντούν φρικτά. Κάθε ταινία λέει κάτι για κάποιο ζήτημα, και, αν εκτυλίσσεται στην Ευρώπη, είναι ήδη μια ευρωπαϊκή ταινία.

Τα διάφορα κοινά την προσλαμβάνουν αλλιώς;

Στις Η.Π.Α., για παράδειγμα, τη χώρα προέλευσης του γουέστερν, το κοινό την αντιμετώπισε ως ταινία είδους. Η προβολή στο χωριό όπου γυρίστηκε ήταν πιο πολύ ιδιωτική. Η εμπορική της προβολή στη Βουλγαρία θα γίνει την άνοιξη. Είμαι περίεργη να δω πώς θα πάει.



Άρεσε και στη Θεσσαλονίκη, άκουσα.

Ήταν υπέροχα! Στην αρχή νόμιζα ότι δε θα τα κατάφερνα να έρθω, αλλά τελικά τα κατάφερα.

Μιας και το Γουέστερν περιστρέφεται, με τον τρόπο του, γύρω από την Ευρώπη του σήμερα, αισθάνεσαι κάποια ελπίδα για το μέλλον της ή η κατάσταση θα παραμείνει το ίδιο ζοφερή κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά;

Αν δε νιώθω ελπίδα, έχω την αίσθηση πως δεν μπορώ κι εγώ η ίδια να κάνω το οτιδήποτε. Αν νιώθεις ελπίδα, μπορείς να είσαι ενεργός. Για μένα είναι τρομακτικός ο εθνικισμός, όπως και ο ευνοϊκός τρόπος, με τον οποίο οι άνθρωποι αναφέρονται στην επιθετικότητα. Και υπάρχει πολλή. Από την άλλη, τα χαρτιά στο τραπέζι είναι ανοιχτά, συνεπώς είναι ξεκάθαρο με τι είμαστε αντιμέτωποι.

Ευχαριστώ θερμά την Σοφία Αγγελίδου από την One from the Heart για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ Γουέστερν προβάλλεται από τις 11 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της One from the Heart.

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Σάλι Πότερ: «Παρέμεινα αποφασιστικά ένα ανεξάρτητο αουτσάιντερ»


Η Βρετανίδα Σάλι Πότερ, μια από τις πλέον εμβληματικές σκηνοθέτριες του πειραματικού- και όχι μόνο- κινηματογράφου, επιστρέφει στο προσκήνιο με την απολαυστική μαυρόασπρη πολιτική κωμωδία Τhe Party. Την συναντάμε στην Αθήνα, όπου βρίσκεται με αφορμή το πλήρες αφιέρωμα στο έργο της, το οποίο διοργανώνεται από και φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, σε συνεργασία με τη Feelgood Entertainment, από τις 4 έως και τις 10 Ιανουαρίου.

Είτε βιώνεται ως «βιτριολική» πολιτική κωμωδία με φαρσικά στοιχεία, ή ως ξεκαρδιστική φιλμική φάρσα με πολιτικές αποχρώσεις, Τhe Party, η πιο πρόσφατη δουλειά σας, παραμένει μια απολαυστική σάτιρα. Μια σάτιρα με στόχο τους μπλερικούς των «Νέων Εργατικών»; Ή και την κυρίαρχη νοοτροπία στη Βρετανία;

Ο στόχος, αν μπορώ να τον αποκαλέσω έτσι, ήταν στη ρίζα του κάτι λίγο πιο οικουμενικό, γιατί διαρκώς ανέτρεχα στο μυαλό μου στην αρχαιοελληνική τραγωδία. Στα πραγματικά μεγάλα θέματα: την προδοσία, τη φιλία, το ξεδίπλωμα των ψεμάτων, μια λαβυρινθώδη αίσθηση, τη βασική γλώσσα της ανθρώπινης σύγκρουσης.

Ταυτόχρονα, το πλαίσιο, εντός του οποίου εγγράφεται, είναι πολύ συγκεκριμένο και τοπικό όσον αφορά τη Μεγ. Βρετανία, την ταυτότητα και την κρίση της Αριστεράς, που δεν την ξεχωρίζεις από την κεντρώα Δεξιά. Υπήρχε μια χρόνια ανικανότητα να πει η Αριστερά την αλήθεια. Αυτό ήταν το έδαφος, από όπου αναδύθηκε το φιλμ.

Έπειτα, έδωσα στον εαυτό μου την άδεια να είμαι τόσο τοπική, υποθέτοντας ότι, όταν εμβαθύνεις σε κάτι τοπικό, αυτομάτως μετατρέπεται σε κάτι οικουμενικό. Υπήρχε ένα ρίσκο, ωστόσο: δεν ήξερα αν θα λειτουργούσε. Νόμιζα πως μόνο οι Λονδρέζοι θα μπορούσαν να ταυτιστούν. Άφησα, λοιπόν, τον εαυτό μου ελεύθερο και πονηρό. Και το απόλαυσα πραγματικά.



Έτσι φάνηκε.

Μετά, όταν έδωσα το σενάριο στους ηθοποιούς, όλοι γελούσαν. Κι όταν δουλεύαμε μαζί και κάναμε τα γυρίσματα γελούσαμε πάρα πολύ. Όσο χειρότερο γινόταν, τόσο πιο πολύ γελούσαμε. Ένιωσα ότι άγγιζα κάποιες χορδές που χρειαζόταν να αγγιχτούν. Ευτυχώς, τους αρέσει να δουλεύουν μαζί μου, γιατί ξέρουν πως καταλαβαίνουν τι κάνω. Μου αρέσει αυτή διαδικασία. Αόρατη, παράξενη, πολύ πλούσια. 

Ταξιδεύοντας σε διαφορετικές χώρες, διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι γελάνε στα ίδια σημεία, με τον ίδιο τρόπο, σε οποιαδήποτε γλώσσα, γεγονός πραγματικά παράξενο, γιατί το Τhe Party είναι μια ταινία μαυρόασπρη, κάπως σύντομη, πολύ βρετανική, και όμως πολύ πιο οικουμενική από σχεδόν όποιο άλλο φιλμ έχω κάνει.



Έχουν οι χαρακτήρες σας κάτι από σας, ανήκετε ο ένας στον άλλο;

Πρέπει, ως συγγραφέας. Αυτή είναι η δουλειά σου. Δε γράφεις για τις εμπειρίες σου μόνο, θα ήταν βαρετό και ναρκισιστικό. Πρέπει να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση των άλλων και με φαντασία να προσπαθείς να κατανοήσεις τον κόσμο από το δικό τους πρίσμα: τι σημαίνει για παράδειγμα, να είσαι ένας δεξιός τραπεζίτης, τον οποίο όλοι μισούν και που η μόνη του ανακούφιση είναι να σνιφάρει κόκα. Στο τέλος κάπως τον αγαπάμε.

Με αυτή την έννοια είτε είναι άνθρωποι που έχω παρατηρήσει, ή τους έχω φανταστεί. Τότε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, γίνονται αληθινοί. Κάποια στιγμή, οι χαρακτήρες σου μιλάνε κι εσύ δεν πρέπει να μπλέκεσαι στα πόδια τους. Γίνονται φαντάσματα που ζωντανεύουν.



Αν και το κωμικό στοιχείο ποτέ δεν έλειπε από τη δουλειά σας, στο Party είναι πιο έντονο από ποτέ. Από εσωτερική ανάγκη;

Αγαπώ τις καλές κωμωδίες, και ό,τι είναι καλογραμμένο. Μου αρέσει να γελάω. Αλλά δεν ξέρω πώς προέκυψε. Απλώς συνέβη, κι έπειτα ανακάλυψα ότι πραγματικά απολάμβανα να το κάνω. Στη συνέχεια είδα πως έκανε τους ανθρώπους να νιώθουν πολύ καλά. Ήταν σαν να άφηνα τον εαυτό μου να το βγάλει.

Από την άλλη, κάθε ταινία χρειάζεται τη δική της φόρμα και την πολιτική. Είμαι πολύ πολιτικοποιημένο άτομο, πάντα ασχολούμαι με την πολιτική, γιατί βρίσκεται παντού, σε κάθε αλληλεπίδραση, κι είναι ένα έργο ζωής το να ανακαλύπτω πώς να κάνω πολιτικές ταινίες που να μη δίνουν μηνύματα, να μην κάνουν κήρυγμα, να μη λένε στους ανθρώπους πώς να σκεφτούν, αλλά να καταπιάνονται με ένα ενεργητικό τρόπο με τα μεγάλα δύσκολα ζητήματα του σήμερα. Φαντάζει κάπως πονηρό, αν μπορώ να το θέσω έτσι.



Κι είναι κάτι συναρπαστικό, μιας και, αν κι είστε από αυτούς που έχουν συνδεθεί με το πειραματικό σινεμά από την αρχή της καριέρας σας, παραδίδετε μια συμβατική δουλειά- με το προσωπικό σας στιλ.

Δεν τη θεωρώ συμβατική. Πάντοτε υπήρξα μεγάλη οπαδός των αδερφών Μαρξ, που «ανατίναξαν» τη φόρμα μέσω των παραδοσιακών τρόπων. Ως διασκεδαστής, γνωρίζεις πώς να χρονομετράς τα πράγματα και πώς να είσαι ύπουλα ανατρεπτικός. Το απολύτως αναρχικό Σούπα Πάπιας είναι ευφυές, αλλά και βασισμένο σε μια βαθιά γνώση της σχέσης με το κοινό, με τους ρυθμούς, τις ευαισθησίες και τα αισθήματά του.

Αλλά, σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία, οι καλύτεροι, πιο πολιτικοί σχολιαστές είναι οι κωμικοί. Πάρε ως παράδειγμα τις Η.Π.Α. που βρίσκονται σε βαθιά κατάσταση τραύματος. Οι κωμικοί κάνουν την καλύτερη δουλειά, έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση και είναι οι πιο ανατρεπτικοί.

Παρά τη φήμη μου ως ανεξάρτητης πειραματικής κινηματογραφίστριας, πάντοτε θεωρούσα τον εαυτό μου διασκεδαστή. Ο Γκρέιαμ Γκριν αποκαλούσε κάποια από τα μυθιστορήματά του «διασκέδαση». Είναι ένα είδος συνενοχής με το κοινό: «Ξέρουμε περί τίνος πρόκειται, αλλά, στο μεταξύ, μπορούμε να γελάσουμε».



Δείξατε την ταινία σε κοινό πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της;

Δοκίμασα το φιλμ με κοινό στο Λονδίνο τέσσερις φορές, πριν το ολοκληρώσω και κατά τη διάρκεια του μοντάζ. Στην πρώτη προβολή όλοι γέλασαν. Αλλά επρόκειτο για φίλους μου. Στην επόμενη, που ήταν άγνωστοι, πάλι γέλασαν όλοι. Στην τρίτη, με 250 άτομα, το ίδιο ακριβώς.

Αλλά έμαθα και πολλά πράγματα., όπως για το ρυθμό. Κάποια σημεία έπρεπε να τα επιταχύνω και άλλα, όπου δεν άκουγες τι έλεγε ο επόμενος χαρακτήρας, να τα επιμηκύνω, να δημιουργήσω ένα διάλειμμα για γέλιο.

Εστιάζετε πολύ στους γυναικείους χαρακτήρες σε όλες τις ταινίες σας.

50/50.



Πολλοί από τους πλέον βασικούς είναι γυναίκες, έστω. Αυτό συνέβη γιατί, όταν ξεκινούσατε, οι γυναικείοι χαρακτήρες αποτυπώνονταν λανθασμένα ή υποεκπροσωπούνταν φιλμικά;

Δεν έγινε με ένα τόσο αφηρημένο τρόπο. Στη ζωή μου, όταν κοιτάζω τριγύρω, υπάρχουν πολλές καταπληκτικές γυναίκες. Όταν, λοιπόν, βλέπω φιλμ όπου υπάρχουν δύο γυναικείοι και έξι αντρικοί χαρακτήρες, και το μόνο που οι γυναικείοι λένε είναι «ναι, αγάπη μου», μου φαίνεται βαρετό και χάσιμο χρόνου. Όταν κάνω μια ταινία με πέντε αντρικούς χαρακτήρες και άλλους τόσους γυναικείους, γίνεται αντιληπτή ως μια ταινία σχετικά με γυναίκες, γιατί είναι τόσο ασυνήθιστο να είσαι το 50%.

Στην πραγματικότητα, έχω αφιερώσει ισόποσο χρόνο και ίση φροντίδα στους αντρικούς χαρακτήρες και την πολυπλοκότητά τους. Είναι, επομένως, πραγματικά ενδιαφέρον πως, όταν κάνεις κάτι πραγματικά ισορροπημένο, γίνεται αντιληπτό ως μη ισορροπημένο, γιατί ο πολιτισμός είναι απολύτως μη ισορροπημένος προς την αντίθετη κατεύθυνση.



Κι αυτό, αλλά και γιατί η αποτύπωση των γυναικείων χαρακτήρων δεν αναδεικνύει κάτι ουσιώδες.

Κάτι τέτοιο. Αλλά πάρε ως παράδειγμα το Τhe party. Έχουμε έναν αντρικό χαρακτήρα με μια αρρώστια στο τελευταίο στάδιο, ο οποίος, μπροστά στα μάτια μας, μεταστρέφεται από τον ορθολογισμό στην πίστη. Αυτό είναι πολύ πλούσια πορεία για αντρικό χαρακτήρα: ευαλωτότητα, ασθένεια, μεταφυσική, πίστη. Έχουμε έναν εναλλακτικό θεραπευτή με μια εντελώς νέα πρόταση για την υγεία. Τρίτος χαρακτήρας, ο τραπεζίτης: πολύ όμορφος, εθισμένος στην κοκαΐνη, που μπορεί να αντιληφθεί τη ζωή μόνο με όρους νίκης και ήττας. Και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Αν ανατρέξεις στο Χόλιγουντ του ’40 όπου υπήρχαν σπουδαίοι συγγραφείς που έκαναν τις κωμωδίες “screwball”, βρίσκεις μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Σχετίζεται πολύ, νομίζω, αυτό με την ποιότητα της συγγραφής.



Πόσο έχετε αλλάξει εσείς και η κινηματογραφική βιομηχανία κατά τον περίπου μισό αιώνα που ασχολείστε με τη σκηνοθεσία;

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Ένα από αυτά που κάποιος μαθαίνει μεγαλώνοντας είναι πως όντως υπάρχει μια αίσθηση εσωτερικής συνέχειας αυτού του φευγαλέου πράγματος που αποκαλούμε «εαυτό». Κατά κάποιο τρόπο, παραμένει εντελώς ίδιο. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου το λέει όταν ήταν περίπου 92: «Σάλι κοιτάζω στον καθρέφτη και είμαι μπερδεμένη, ποιο είναι το άτομο που με κοιτάζει; Γιατί μέσα μου νιώθω όπως ήταν ήμουν 17». Αλλά η ίδια η γήρανση είναι ένα πολύ παρεξηγημένο φαινόμενο. Όλες οι ηλικίες είναι καλές, το ίδιο και όλοι οι τύποι εμπειριών.

Όσον αφορά τη βιομηχανία, πάντα είχα μια περίεργη σχέση μ’ αυτή, γιατί ποτέ δεν υπήρξα μέινστριμ, «βουτούσα» περιστασιακά τα πόδια μου μέσα κι έπειτα τα ξαναέβγαζα. Έπειτα, σκηνοθέτησα το Ορλάντο, μια ταινία που υπήρξε τεράστια εισπρακτική επιτυχία για μήνες στη Μεγ. Βρετανία, κι άλλες ταινίες με τις οποίες νόμιζα ότι το κοινό θα σχετιζόταν, αλλά δε σχετίστηκε καθόλου. Απέρριψα, εξάλλου, όλες τις προσφορές του Χόλιγουντ.



Παρέμεινα, λοιπόν, αποφασιστικά, σε κάποιο βαθμό, ένα ανεξάρτητο αουτσάιντερ που, κάθε τόσο, στα μάτια του κοινού και των κριτικών επανεμφανίζεται από κάποιο μυστηριώδες μέρος στην ερημιά. Από τη δική μου σκοπιά, όμως, ποτέ δεν εξαφανίστηκα, Είμαι πάντα εδώ, και πάντα δουλεύω.

Οι αλλαγές που έχω δει συντελέστηκαν εν μέρει κατά κύματα και είναι εν μέρει κυκλικές, εν μέρει εφήμερες και καθοδηγούμενες από οικονομικά μοντέλα. Αυτό που πραγματικά διαφέρει είναι ότι ένας νέος κινηματογραφιστής μπορεί να πάρει ένα iPhone σήμερα και να φτιάξει μια ταινία αύριο, με το τίποτα. Η συγγραφή, με κάθε έννοια, είναι το δύσκολο, αλλά τα οικονομικά μέσα παραγωγής έχουν στ’ αλήθεια μεταβληθεί με τη νέα τεχνολογία. Υπάρχουν, επίσης, οριακά περισσότερες γυναίκες και μαύροι κινηματογραφιστές. Πολύ αργές αλλαγές, πάντως.

Ο αγώνας συνίσταται στο να έχεις μια καλή ιδέα που να αξίζει να την υλοποιήσεις και που θα μείνει. Οι ταινίες, οι οποίες έχουν μνημειώδη ποιότητα με την έννοια ότι μπορείς να τα ξαναβλέπεις ανά τα χρόνια, είναι τόσο λίγες. Έχω δει τόσες ταινίες που δε θα ήθελα να ξαναδώ στη ζωή μου.

Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος συνδιοργανώνει και φιλοξενεί τη ρετροσπεκτίβα στο έργο σας. Ποιος είναι ο ρόλος των Ταινιοθηκών στις μέρες μας, κατά τη γνώμη σας;

Μπράβο στις Ταινιοθήκες! Ο ρόλος τους είναι απίστευτα σημαντικός: στην αρχειοθέτηση, την καλλιέργεια της συνείδησης, στο να κρατούν τη «φλόγα» και τη συλλογική εμπειρία παρακολούθησης ζωντανές. Δεν είμαι εναντίον των νέων μορφών, αντιθέτως. Μου αρέσει να τις αγκαλιάζω. Αλλά είναι στις διαφορετικές εκδοχές των Ταινιοθηκών όπου έμαθα κινηματογράφο, παρακολουθώντας μια εκλεκτική ποικιλία ταινιών από όλο τον κόσμο.



Δανειζόμενος τον τίτλο μιας από τις πιο πειραματικές σας ταινίες, το Ναι, σε τι θα λέγατε «ναι» σήμερα;

Αυτή την ταινία την έχω ιδιαιτέρως στην καρδιά μου, παρεμπιπτόντως, γιατί η βασική της ιδέα, η σχέση ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και τη Δύση, του συνειδητού και του ασυνείδητου μυαλού, παραμένει ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα των ημερών μας. Ήταν ένα δύσκολο φιλμ για κάποιους.

Θα έλεγα «ναι» στη δημιουργική αντίσταση, στην αισιοδοξία, στην ελπίδα μπροστά σε όλη αυτή την πολιτική απόγνωση, σε ένα πραγματικά θεμελιώδη σεβασμό σε όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις στη Γη και τα ζώα, στη χρήση του λογικού μυαλού: αν το χρησιμοποιήσουμε, μπορούμε να αναστρέψουμε την κλιματική αλλαγή, να θρέψουμε όλο τον πληθυσμό και να κάνουμε τη γη ένα είδος παραδείσου.

Υπάρχουν πολλά στα οποία μπορείς να πεις «ναι». Αλλά, μερικές φορές, ο καλύτερος τρόπος να πεις «ναι» είναι να πεις «όχι» σε άλλα. (Γέλια).



Υπάρχουν, επομένως, πράγματα και στη Μεγ. Βρετανία του Brexit-σε-εξέλιξη που σας κάνουν να αισθάνεστε αισιόδοξη;

Υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι που έρχονται κοντά, ιδιαιτέρως με τον Τζέρεμι Κόρμπιν, με ένα πολύ αστείο και ειρωνικό τρόπο. Γιατί; Γιατί λέει την αλήθεια και πιστεύει αυτά που λέει.  Και πολλά από αυτά βγάζουν νόημα στους νέους. Είναι αληθινά ιδεαλιστής και έχει αληθινές αξίες. Οκ, δεν έχει εξουσία, αλλά είναι αυτό που εκπροσωπεί. Τα πολιτικά ιδεώδη συναρπάζουν τους ανθρώπους. Κι αυτό είναι καλό.

Όσον αφορά το ζήτημα με το Brexit, ας δούμε αν είναι δυνατό να το αναστρέψουμε. Δεν νομίζω ότι είναι τελειωμένο, και μπορεί να υπάρξει έκπληξη προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θα είναι σκληρός αγώνας. Αν, όμως, συντελεστεί, θα είναι αρκετά καταστροφικό για τη Μεγ. Βρετανία.

Ευχαριστώ θερμά τις Μαρίτα Παντέρη και Λίλυ Παπαγιάννη από το Γραφείο Τύπου της Feelgood Entertainment για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το αφιέρωμα στο έργο της Σάλι Πότερ οργανώνεται από και φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, σε συνεργασία με τη Feelgood Entertainment,  από τις 4 έως και τις 10 Ιανουαρίου.

Την Πέμπτη 4 Ιανουαρίου η Σάλι Πότερ θα προλογίσει την προβολή της ταινίας της Τhe Party στις 20:00 και, μετά τη λήξη της, θα συζητήσει με το κοινό.

Η ταινία θα προβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια του αφιερώματος.

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Ali Soozandeh: «Δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις στο Ιράν ως καλλιτέχνης»


Ανατρεπτική, βαθιά, ποιητική και συγκινητική, η ταινία animation του Ιρανού σκηνοθέτη Ali Soozandeh Τα μυστικά της Τεχεράνης συνιστά μια εκ των έσω ματιά στην πολύπλοκη και γεμάτη αντιφάσεις σύγχρονη ιρανική κοινωνία, μέσα από την ιστορία τεσσάρων νεαρών ανθρώπων, τριών γυναικών και ενός άντρα, που ασφυκτιούν.

Με συμμετοχή στην Εβδομάδα Κριτικής του φετινού Φεστιβάλ Καννών και πανελλήνια πρεμιέρα στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ταινία του Ali Soozandeh προβάλλεται στις αίθουσες από τις 28 Δεκεμβρίου. Συζητώντας με τον σκηνοθέτη.

Τα μυστικά της Τεχεράνης αποτελούν μια βαθιά, θαρραλέα, συχνά ποιητική και, κάποιες φορές, συγκινητική ματιά στην πολύπλοκη, γεμάτη αντιφάσεις και, πιθανώς, στα πρόθυρα αλλαγής σύγχρονη ιρανική κοινωνία. Πόσο βαθιά συνδέεσαι μ’ αυτή την κοινωνία, δεδομένου ότι ζεις στη Γερμανία από το 1995;

Γεννήθηκα στο Ιράν κι έζησα εκεί για 25 χρόνια. Ο χρόνος μου στο Ιράν είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Αγαπώ τη χώρα και τους ανθρώπους της. Κάθε φορά που σκέφτομαι για εκείνη την περίοδο, πολλές ερωτήσεις ανακύπτουν στο μυαλό μου.



Πώς άλλαξαν και διαμόρφωσαν τη ζωή μας οι περιορισμοί; Και γιατί είναι ταμπού να συζητάμε γι’ αυτό; Ξεκίνησα να μιλάω με ανθρώπους που ζουν στο Ιράν, να διαβάζω μπλογκ και να παρακολουθώ επίκαιρα από τη χώρα. Έτσι, μπορούσα να συγκρίνω την εμπειρία άλλων ανθρώπων με τη δική μου.

Συνεχίζοντας αναφορικά με τη φόρμα της εξαιρετικά καλοφτιαγμένης ταινίας σου, αναρωτιόμουν αν αποφάσισες να χρησιμοποιήσεις το animation λόγω της γνώσης που έχεις για το μέσο και της προηγούμενης εμπειρίας σου ή/και των κινηματογραφικών του δυνατοτήτων. Θα ήθελες να μου μιλήσεις πιο αναλυτικά γι’ αυτό το ζήτημα;

Δεν μπορούσαμε να κάνουμε γυρίσματα στο Ιράν εξαιτίας της λογοκρισίας. Για κάτι τέτοιο χρειάζεσαι άδεια από το Υπουργείο Πολιτισμού κι από αστυνομικά τμήματα. Ήταν αδύνατο για μας. Δε θέλαμε να κάνουμε γυρίσματα σε άλλες παρόμοιες πόλεις αντί για την Τεχεράνη. Καθεμιά έχει το δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα.



Από την άλλη, προέρχομαι από το πεδίο του animation. Ένα από τα δυνατά του στοιχεία είναι ότι οι εικόνες δεν είναι τόσο στέρεες όσο η ζωντανή δράση. Αφήνουν περισσότερο χώρο στο μυαλό του κοινού για τη φαντασία του. Κι αυτό το σινεμά είναι πολύ πιο ισχυρό από οποιαδήποτε εικόνα μπορούμε να δημιουργήσουμε. Γι’ αυτό και προχωρήσαμε στη συγκεκριμένη επιλογή.

Σε σχέση με την επιλογή των χαρακτήρων, τι σε ώθησε να εστιάσεις σ’ αυτούς τους τέσσερις νεαρούς πρωταγωνιστές, τρεις γυναίκες κι έναν άντρα; Φέρουν ένα ορισμένο συμβολικό «κεφάλαιο» ή αντιπροσωπεύουν υπάρχουσες τάσεις εντός της ιρανικής κοινωνίας;

Όλοι χαρακτήρες της ταινίας υποφέρουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από περιορισμούς στην κοινωνία. Γενικά, μεγάλο μέρος της κοινωνίας συντάσσεται με το σύστημα. Ένα άλλο έχει κολλήσει. Οι χαρακτήρες του φιλμ είναι αντιπροσωπευτικοί αυτού του τμήματος της κοινωνίας, δεν έχουν καμία προοπτική. Είναι ξεχασμένοι και χωρίς φωνή.



Νωρίτερα, σε ρώτησα για τη σχέση σου με την κοινωνία από την οποία προέρχεσαι και που, εν μέρει, αποτυπώνεται στο φιλμ σου. Αυτό που Τα μυστικά της Τεχεράνης με μαεστρία επιδεικνύουν είναι μια συμπαγής, συνεκτική και δυνατή αφήγηση. Νιώθεις ότι η αφήγηση ιστοριών είναι τμήμα της ιρανικής προφορικής και γραπτής λογοτεχνικής παράδοσης;

Η αφήγηση ιστοριών βεβαίως είναι κομμάτι της ιρανικής κουλτούρας. Κατά τη διάρκεια μεγάλου μέρους της ιστορίας μας, το Ιράν ήταν υπό την κατοχή άλλων χωρών και ανθρώπων, όπως οι Μογγόλοι, οι Άραβες, Δυτικοί. Η αφήγηση ιστοριών είναι ένα είδος αντίστασης. Νομίζω πως η τρέχουσα γενιά σκηνοθετών στο Ιράν είναι πολύ δημιουργική στο πεδίο της αφήγησης, για παράδειγμα ο Ασγκάρ Φαραντί. Δοκιμάζουν νέους τρόπους να πουν μια ιστορία.



Το 2010, επιβλήθηκε στον Τζαφάρ Παναχί 20ετής απαγόρευση να γυρίζει ταινίες, το διαβατήριο του Μοχάμαντ Ρασούλοφ πρόσφατα κατασχέθηκε και, τον περασμένο μήνα, ο Αμπντολρεζά Καχανί υποχρεώθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού του Ιράν να ακυρώσει την προβολή του πιο πρόσφατου φιλμ του Delighted στον Καναδά. Πώς μάχεται ένας καλλιτέχνης ενάντια σε κάθε μορφή λογοκρισίας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στο Ιράν;

Δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις στο Ιράν ως καλλιτέχνης. Η ζωή των καλλιτεχνών είναι μια μάχη χωρίς τέλος σε κάθε στάδιο, από τη χρηματοδότηση μέχρι την παρουσίαση. Όχι μόνο για τους σκηνοθέτες, αλλά και για άλλους καλλιτέχνες που ασκούν κριτική. Η κριτική δε γίνεται ανεκτή. Γι’ αυτό και οι Ιρανοί καλλιτέχνες χρειάζεται πάντοτε να βρίσκουν τρόπο να προσπερνούν τους περιορισμούς και τη λογοκρισία. Όσοι καλλιτέχνες ζουν στο Ιράν, ωστόσο, είναι πολύ δημιουργικοί. Πάντα βρίσκουν τρόπο να παρακάμπτουν τη λογοκρισία.



Δε φαντάζομαι, πάντως, ότι θα έχει η ταινία σου την ευκαιρία να προβληθεί στο Ιράν- όχι επισήμως, τουλάχιστον. Πόσο σημαντικό είναι το feedback του ιρανικού κοινού για σένα; Και πόσο ουσιώδες να «σπάνε» τα ταμπού, και όχι μόνο κινηματογραφικά;

Ελπίζω να μπορέσω να μοιραστώ με το κοινό τις ερωτήσεις που έχω θέσει για το ρόλο μας στην κοινωνία. Νομίζω πως μεγάλο μέρος των προβλημάτων δεν προέρχεται από την πολιτική ή τη θρησκεία, αλλά από τη νοοτροπία μας. Αν καθένας από μας αρχίσει να απευθύνει στον εαυτό του τα ίδια ερωτήματα, μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία.

Τα προβλήματα που βλέπουμε στην ταινία δεν αφορούν συγκεκριμένα στο Ιράν, αλλά και σε πολλές άλλες πατριαρχικές κοινωνίες. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να μιλάμε σχετικά μ’ αυτά τα ζητήματα, κι όχι μόνο κινηματογραφικά.

Ευχαριστώ θερμά την Katharina Hoppe από την εταιρεία παραγωγής Little Dream Entertainment για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Περισσότερες πληροφορίες για τον σκηνοθέτη και τη δουλειά του μπορείτε να αναζητήσετε στο http://cartoonamoon.com/

Η ταινία του Ali Soozandeh Τα μυστικά της Τεχεράνης προβάλλεται στις αίθουσες από τις 28 Δεκεμβρίου σε διανομή της Seven Films.