Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

«Σελίδες που ψιθυρίζουν»: Το νέο φωτογραφικό λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη


Πρωτίστως ταξιδιώτης, ο φωτογράφος Βασίλης Κολτούκης είναι ένας άνθρωπος που, όταν τον συναντάς για πρώτη φορά και αρχίζεις να κουβεντιάζεις μαζί του, εύκολα σε κερδίζει με τη σχεδόν παιδική απλότητα, την ευγένεια και τη φιλικότητά του. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, κυρίως πορτρέτα και κάποια συνήθως μοναχικά τοπία, αντλούν την έμπνευσή τους από την πιο γόνιμη παράδοση της ανθρωποκεντρικής σχολής των Μπρεσόν, Σούτκους και Μπουμπά, έχοντας έναν ανεπιτήδευτα μελαγχολικό και συνάμα ποιητικό χαρακτήρα, στα όρια ενός πολύ ιδιαίτερου ποιητικού ρεαλισμού. Καθώς, ολοένα και περισσότερο, «βυθίζεσαι» σε αυτές, νιώθεις ότι με το ένα «πόδι» πατούν στη γη και με το άλλο πετούν στα σύννεφα. Όπως κι ο αγαπημένος φωτογράφος του Βασίλη, ο αισθαντικός Εντουάρ Μπουμπά.

Το όχι τυχαία τιτλοφορούμενο Σελίδες που ψιθυρίζουν είναι το τρίτο κατά σειρά προσωπικό φωτογραφικό του λεύκωμα, μετά τα Music on the Road και Οδησσός Ονείρων. Πρόκειται για την πλέον ολοκληρωμένη, συνεκτική και ώριμη μέχρι σήμερα δουλειά του, η οποία λειτουργεί, ταυτόχρονα, σε δύο επίπεδα: ως ένα είδος ανθολογίας, αλλά και ως εισαγωγή στο φωτογραφικό του σύμπαν, για εκείνους που δεν έχουν ακόμη «μυηθεί» σε αυτό.



Το λεύκωμα αποτελείται από 119 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ορισμένες ήδη δημοσιευμένες, «καρπούς» μερικών από τις πολυάριθμες περιπλανήσεις του Βασίλη στο χώρο, το χρόνο και ανάμεσα στους ανθρώπους: από την Αθήνα και τον Πειραιά, τα Γιάννενα και το Συρράκο, τη Σάμο και τη Σαντορίνη, μέχρι το Αϊβαλί και την Αιθιοπία, την Ινδία και την Κίνα, τη Μογγολία και την Ουκρανία, την Πολωνία και τη Ρωσία, την Μπρατισλάβα και την Πράγα, μεταξύ άλλων, περισσότερο ή λιγότερο οικείων, προορισμών. Φωτογραφίες στοχαστικές και πολυεπίπεδες, που αποπνέουν μια γαλήνια εσωτερικότητα και υποβάλλουν, αλλά δεν επιβάλλουν, διαθέσεις, ερμηνείες, σκέψεις και συνειρμούς περισσότερο «χαϊδεύοντας» τις αισθήσεις σου τρυφερά, παρά εξάπτοντάς τις ή επιχειρώντας να διεγείρουν ένα συναισθηματισμό «πλαδαρό» και εύκολο.



Η μεγάλη αρετή του Βασίλη Κολτούκη ως φωτογράφου έγκειται στο ότι συνταιριάζει, συχνά στο ίδιο κάδρο και χωρίς, ενδεχομένως, να το συνειδητοποιεί, πολλαπλές ματιές: του ανθρωπολόγου, του ερωτευμένου, του λάτρη της μουσικής, του ποιητή, του σχεδόν ρεπόρτερ, του ταξιδιώτη, όχι μόνο πετυχαίνοντας να «αιχμαλωτίσει» την μπρεσονική «αποφασιστική στιγμή», αλλά και να αποτυπώσει, έστω και υπαινικτικά, το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο, εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε. Γιατί έχει μάθει να βλέπει με ευαισθησία, οξυδέρκεια, σεβασμό και τρυφερότητα, κι όχι απλώς να κοιτάει, επιδιώκοντας, όπως μου έχει πει, να «ριζώνει» με τους ανθρώπους σε κάθε καινούρια τοποθεσία, όπου ταξιδεύει. Και, το σημαντικότερο, να ζει.



«Πρέπει απλώς να ζεις και η ζωή θα σου δώσει φωτογραφίες», είχε κάποτε επισημάνει ο Μπρεσόν. Σε πείσμα των καιρών, ίσως και εξαιτίας τους, ο Βασίλης Κολτούκης καταφέρνει να ζει. Γι’ αυτό, εν τέλει, είναι και σημαντικός φωτογράφος.

Το λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη Σελίδες που ψιθυρίζουν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος (http://www.metronomos.gr/)

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: «Το να είσαι αυθεντικός στην τέχνη σου είναι μια μορφή αντίστασης»


Ανήσυχα δημιουργικός, πολιτικοποιημένος και σεμνός σε καιρούς που όλες αυτές οι αρετές είτε σπανίζουν, ή έχουν χάσει το πραγματικό τους νόημα,  ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλούς- και οι συναυλίες του το το ίδιο, χρόνια τώρα. Για μια τέτοια «κατηφορίζει» την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη. Με αυτή την αφορμή, επικοινωνήσαμε μαζί του.

Ποια ήταν τα πρώτα και πιο καθοριστικά σου ακούσματα; Πότε πρωτοτραγούδησες, πότε πρωτοέγραψες στίχους και πόσο χρόνο χρειάστηκες, για να αποκτήσεις την απαραίτητη αυτοπεποίθηση στα εκφραστικά σου μέσα;

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, ώστε να απαντήσω με βεβαιότητα στα ερωτήματα αυτά. Αυτοπεποίθηση δεν έχω αποκτήσει ακόμα.  Αμφιταλαντεύομαι συνεχώς.

Πόσο συνδεδεμένος νιώθεις με το γενέθλιο τόπο σου;

Ελάχιστα. Όχι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος. Το ότι γεννήθηκα κάπου δεν με αναγκάζει και να τον αγαπήσω.

Τι ρόλο διαδραματίζει η έμπνευση στη ζωή σου, σε όλες τις εκφάνσεις της; Και από πού την αντλείς;

Η έμπνευση - όταν έρχεται- είναι μια υπερδραστηριότητα του νου, που διώχνει όλες τις σκέψεις-σκουπίδια για λίγο και σε οδηγεί σε μια πληρότητα. Για λίγο.

Σε ποιο βαθμό είναι η μουσική δημιουργία μια μοναχική διαδικασία, και σε ποιο μια συλλογική περιπέτεια;

Σε μένα η δημιουργία είναι μοναχική πορεία. Στη συνέχεια, η αποτύπωσή της δισκογραφικά και συναυλιακά είναι συλλογική υπόθεση.

Ακούς μουσική; Ξεχωρίζεις κάτι- όχι απαραίτητα κάποιο συγκεκριμένο συγκρότημα ή μεμονωμένο καλλιτέχνη, ίσως μια τάση- στην Ελλάδα, που να αισθάνεσαι ότι σε αφορά, κάτι στο οποίο, ίσως, θα συνέπραττες;

Ακούω μουσική συνεχώς και ακατάπαυστα. Και χαίρομαι, που γίνονται πολύ ωραία πράγματα από νέους μουσικούς σε όλα τα - συμβατικά μιλώντας- είδη: λαϊκορεμπέτικο, παραδοσιακό, αγγλόφωνο κ.λπ. Ίσως στο μέλλον συνεργαστώ με κάποιους από αυτούς, τόσο σαν δημιουργός όσο και σαν παραγωγός.

Όταν το κρίνεις σκόπιμο, επιλέγεις να παρεμβαίνεις δημόσια, υιοθετώντας μια πολιτική οπτική, η οποία, κατά πολλούς, παραπέμπει σε μια ορισμένη αναρχική θεώρηση των πραγμάτων. Το βιώνεις ως ηθικοπολιτική υποχρέωση;  Δε θα ήταν πιο βολικό να «κάθεσαι στ’ αυγά σου», όπως οι περισσότεροι, δρέποντας απερίσπαστος τους «καρπούς» της δημοφιλίας σου;

Στην ουσία κάθομαι στ’ αυγά μου. Δυστυχώς η δημιουργία, λόγω της πληρότητας που προσφέρει στο υποκείμενο, αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για ουσιαστικότερη συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες για μια καλύτερη ζωή. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι το να είσαι αυθεντικός και αληθινός στην τέχνη σου είναι μια μορφή αντίστασης. Και νομίζω πως πρέπει να μιλάω λιγότερο, όχι από φόβο, αλλά γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιώ τα θετικά συναισθήματα κάποιων προς τη μουσική μου, σαν κερκόπορτα για να προπαγανδίσω τις όποιες απόψεις μου.

Μιλώντας για δημοφιλία, πώς τη διαχειρίζεσαι; Δε σου προκαλεί αμηχανία; Σε μια παλιότερη συναυλία σου είχες αναρωτηθεί- και μου είχε κάνει εντύπωση- πώς το κοινό προσπερνά τις ανεπάρκειές σου.

Το διαχειρίζομαι όπως πρέπει, σα να μην τρέχει τίποτα ιδιαίτερο. Δεν μ’ έχει οδηγήσει στην αυταρέσκεια. Ζω σαν εν δυνάμει νεκρός.

Εκτός από τους αγαπημένους- και αειθαλείς- αδεrφούς Ταβιάνι, τι σε συγκινεί κινηματογραφικά;

Και πολλοί άλλοι από τον ιταλικό κινηματογράφο, ο αγγλικός κινηματογράφος επίσης, καθώς και διάσπαρτες ταινίες  από ολα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Τι σε ενοχλεί περισσότερο στον άνθρωπο, γενικότερα, και στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ειδικότερα;

Το να θες να φορτώσεις το «σταυρό» που κουβαλάς στους άλλους και μάλιστα χωρίς να τους ρωτήσεις.

Σε καιρό «αριστερο»ακροδεξιών μνημονίων, τι θα σε ανέβαζε «στα κάγκελα»;

Η στέρηση της ελευθερίας της έκφρασης.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, παρέα με την Ματούλα Ζαμάνη, τον Αλέξανδρο Κούστα και εκλεκτούς μουσικούς, «κλείνει» το συναυλιακό του καλοκαίρι την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στο χώρο της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι, και ώρα 9 το βράδυ.



Συντελεστές συναυλίας:

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: λαούτο, μπουζούκι, μπουζουκομάνα, τραγούδι

Ματούλα Ζαμάνη: τραγούδι

Αλέξανδρος Κούστας: τραγούδι

Δημήτρης Μυστακίδης: κιθάρα, λαούτο και φωνή

Ανδρέας Πολυζωγόπουλος: τρομπέτα, φλικόρνο

Σωτήρης Ντούβας: τύμπανα

Κωστής Χριστοδούλου: πλήκτρα

Αντώνης Μαράτος: ηλεκτρικό μπάσο

Κώστας Παντέλης: ηλεκτρική κιθάρα

Γιάννης Αντωνιάδης: κλαρίνο

Αλέξανδρος Κτιστάκης: κιθάρα, τραγούδι



Ηχοληψία : Μάκης Πελοπίδας & Κλεάνθης Καραπιπέρης

Φωτισμοί : Χρήστος Λαζαρίδης & Βασίλης Πουφτής.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Francisco Varone: “Latin American culture and Islam can co-exist”


The masterful debut feature film Road to La Paz by the Argentinian Francisco Varone, a tender road movie, hymn to friendship, co-existence and religious tolerance, which focuses on the relationship between an amateur taxi driver and his elderly Muslim passenger, is currently being screened at selected Athenian cinemas, after its European premiere at last year’s Thessaloniki Film Festival, where it won the Bronze Alexander. In conversation with the director.

What was the starting point of this journey?

The starting point was the economic crisis in Argentina in 2001 and, more specifically, the case of my best friend, who lost his job and was married. What happened was that he stayed at home managing the household, cleaning and cooking, while his wife was the one working and bringing money home. The thing that was interesting to me was that my friend was not concerned, because of this fact. He was feeling very comfortable and, at least in Argentina, this is not normal. It’s the man, who usually works. Seeing, then, this situation and my friend not being interested in finding a job, I realized that there’s something here. That was the first “seed” for the script of the film.

Would you say that the Argentinian society is as patriarchal as most societies worldwide?

In some respects it’s a traditional society, but we’re not that traditional, that Catholics. We are located somewhere in the middle. We’re not the most open-minded people on earth, but we’re trying to adapt.

Why did you decide to include the character of the elderly devout Muslim in the script of your film? Bearing in mind the emergence of Islamophobia worldwide, was this choice meant to be “read” as your personal comment?

At the same time when I started writing the script, I was still searching who would be the passenger of the taxi that would ask the driver to take him to a distant city. So, I met a friend of mine from the Film School, who told me that he had converted to Islam. This made me curious and he invited me to visit his Muslim community. I spent a whole Saturday with them, finding out something very interesting, which I didn’t know was happening in Argentina. Islam in Latin America doesn’t have many followers, you know. Moreover, in Argentina most are Catholics, Jews or nothing. So, for me it was a discovery to be a part of this community even for that day alone, and what surprised me was the fact that they were really gentle, open-minded, generous and receptive- more than many Catholics and Jews- and were glad to have me with them. I, therefore, had to show this, at least to the Latin American audience. It had to learn that there are Muslims here and that the Latin American culture and Islam can co-exist in a very harmonic way.



In a previous conversation of ours, you had mentioned that this community is a Sufi community.

The way the people belonging to this community approach and practice Islam is more esoteric and is different from what we read on the news, which depict the most extreme version of Islam. When you live far from the Middle East or from Muslims, you adopt the perception of them that the media present. So, getting to know this Sufi community, was a great discovery for me and a chance to learn about the Muslims who live in Argentina.

With regard to the choice of actors, did you write the script with them in mind, or did the one lead to the other?

Rodrigo de la Serna (Sebastián), the younger character, is a well-known actor in Argentina and I had him in mind, when I was writing the script. He was the actor I wanted for this role. So, I was very lucky, because the film is independent and I was not a known director in Argentina at the time. I managed to give him the script, he read it, and, to my surprise, he told me that he wanted to take part in my film. Ernesto Suárez (Jalil), the older one, came up later, because my initial idea was to cast a real Muslim for his role. After several months, however, we realized that all the Muslims, whom we had found, were good Muslims, but not good actors. So, we changed direction and started a new casting. Not in Buenos Aires, though, as we didn’t want a famous actor, but in other locations. We, eventually, found Ernesto in Mendoza, near the Andes.



Does he live there?

He has always been living there, where he has being doing theatre for almost 50 years. He was never interested in participating in films or TV productions, but, as I was sure that he was the right person for this particular role, I boarded a plane to Mendoza, I met him and begged him to play in the film. Apparently, he liked the script and was interested in living the experience of taking part in a movie for the first time. When I was still having some reservations regarding my decision, I called Rodrigo, who also took a plane to Mendoza. The three of us spent a few days together. As Rodrigo is a guitar player and Ernesto likes singing tango, after a few glasses of wine all three of us were playing music and singing. In a few hours, we created a bond and formed a friendship, which lasts to this day.

As the films draws to a close, do the characters finally manage to achieve their inner peace, are they internally transformed?

For sure the character of the younger guy is being transformed, compared to how he was at the beginning of the film, and this of course has to do with the whole journey and his relationship with Jalil. The Sebastián, whom you see at the end of the film, is more grown up, more mature. However, Jalil is transformed, as well, but in a more subtle way, as he is at the end of his own journey and his life.



You follow faithfully, but not in the most predictable way, the road movie genre. What attracts you to it, both as a filmmaker and a spectator?

I’ve always loved road movies. For the travel, the music, the adventure I don’t have in my daily life. So, when I started writing the script, I wanted to make a film, which would constitute an unpredictable adventure. Although I use many of the typical mechanisms or rules of the genre, at the same time I had in mind that I wanted to present a story, which, every now and then, would cause surprise to the audience.

What other film genres or directors do you appreciate, that also influenced you during the course of the shooting of your film?

I try to see a vast spectrum of films. Especially for this movie, I watched Goodbye Solo, a very beautiful independent American film, Aki Kaurismäki’s works, Paris, Texas by Wim Wenders, the Mexican Y tu mamá también, films by the Austrian director Götz Spielmann, such as  Revanche and Antares. I wanted to watch what has preceded my film, using what style, how other directors were shooting in a car.

In any case, Road to La Paz is a highly accomplished debut, revealing a lot of potential.

Thanks a lot!

Francisco Varone’s Road to La Paz is currently being screened at selected cinemas in Athens distributed by DANAOS FILMS.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Ralitza Petrova: “Rage is a good weapon, when you’re on the side of the truth”


Only loosely related to religion, despite its title, Ralitza Petrova’s first feature Godless is a powerful existential drama focusing on Gana (Irena Ivanova), a home nurse who takes care of elderly people in a provincial Bulgarian town and, at the same time, trafficks their ID cards on the black market, in order to survive. But then, a chance meeting triggers a demanding inner transformation process. A film about abuse, corruption, faith and the possibility to change, Godless premiered at this year’s Locarno Film Festival, where it was awarded the Golden Leopard. Irena Ivanova received the best actress award for her performance of Bressonian proportions. We sat down with Ralitza Petrova for a lengthy conversation shortly after the press screening of her film at the Sarajevo Film Festival. Dressed in a plain black T-Shirt and black jeans, she was “still seeing images of little leopards popping out”, as she joyfully confessed. A couple of days later, Godless went on to receive the Special Jury Prize in Sarajevo and Irena Ivanova the best actress award.

Your film, as you have mentioned, is meant to be an homage to the disaffected, marginalized people portrayed on it. In what sense?

Because no one makes this kind of films, as no one wants to see them! But these people live on the verge of society and I myself have always been interested in the little, ordinary person. I’m a big fan of Kaneto Shindô and Ozu. This sort of working-class, neo-realist characters. For me, the essence of what I wanted to explore, I find in these people living at the extreme end of society. In a way, my main character is somewhere along the path to ending like the old people she’s looking after. All characters in the film somehow share the same story: they all live against their intuition for what is right, in order to survive.

So, how representative of the societal conditions in Bulgaria is the situation depicted on your film?

I think it’s quite representative. It is probably true for a lot of countries that their capitals do not truly represent them. In the capital Sofia, it is so easy to feel content: you see good-looking people with good-looking objects and you think “my country doesn’t have a problem”. But in the provinces it is very different. I wanted to talk about the ordinary people, who live in the provinces. Bulgaria was a country that used to have a population of 9 million. 2 million left. A lot of people for a country of this scale. They left for a reason and Godless explores partly the reason why.  

Still, Gana (Irena Ivanova), your female lead, although she’s on the same side with the elderly people she’s supposed to be taking care of, for the most part of your film she systematically exploits, or even abuses, them. Isn’t that a contradiction?

Absolutely! But deep inside her she has a yearning to change. You see that yearning, that potential, slowly revealing itself throughout the film.

She seems to be in a state of gradual…

…Awakening.

Exactly.

The story is very simple. It’s about a person, who, in her essence, is good, but in order to survive chooses a criminal path. But she reaches a point when the compromise is too big. Fear and guilt play a big role in the characters’ choices. People who have suffered political oppression or genocide are not terribly emotional people on the surface. Inside they are. When you’ve seen horrid things happen, you can’t allow emotion to take over. You suffer quietly. In the film, the vulnerability that comes through and takes over the main character is what redeems her.



She conveys a lot, while acting in a very minimalistic way. She feels like a character out of a film by Bresson. Has he been a reference point to you?

I love Bresson for his minimalism and his poetic syntax. It’s the juxtaposition of the other components in a film, which creates a big wave of emotion, that permeates and highlights the character, rather than the reliance only on his or her performance.  

Irena Ivanova is both an amateur actress and a poet.

She’s well-known in the young poetry scene in Bulgaria. Her first book came out now. She writes from a very similar perspective to mine.

Do you always choose to work with non-actors? And why?

So far I prefer to work like that. Of course it depends on the story. I think for this particular story it was important the characters to look as authentic as possible. The non-actors brought their own painful experiences, imprinted on their faces. I could never have been able to write or direct that. So, Irena Ivanova brought to the film her own scars. We are born in the same place and the people that have caused trauma or received trauma are the same. The conditions are the same. If you share a sensitivity towards that reality, then you’re affected in exactly the same way.

So, I assume that you feel quite attached to the Bulgarian society.

I do, but not in a nationalistic or patriotic sense. For 21 years I had been an expat. I left Bulgaria when I was 19. Coming back, I see that, unfortunately, it hasn’t changed much. In the capital, however, things are slowly changing. I have huge faith in the new generation, because it’s not affected by the same fear, the same insecurity. The capable, the intelligentsia, the people of my generation who believed in themselves had to fight really hard to gain back their values. My generation’s confidence and self-belief were beaten out of us. Anyone who repossessed their confidence had to work for it. We were raised under the motto: “You don’t talk, you shouldn’t talk, you shouldn’t say what you think, you can’t do this, you won’t succeed, you’ll never make it. You wanna stick out? Here goes a hammer in your head”. And that, of course, had a huge impact on how you carry through life. Courage is what pulls you through, eventually.

What personally pulled me through was a certain feeling of rage. I’m really grateful to my grandfather, who is no longer amongst us. He is my personal saint. He was a big man, ironically a Communist, but a purist, like those before 1945, before the Communists came and completely perverted the idea. He was an idealist, full of love and integrity. At his funeral there was a huge number of his contemporaries, who came to pay respects. His values were solid as anchors. I’m glad I had such a role-model, I think that’s what saved me. What followed afterwards was very stormy, in many ways. It is what caused my rage. I believe rage is good, though, but you have to channel it in a positive way. When coupled with values you feel connected to, it gives you the strength to believe in some truth out there. It’s a good weapon, when you’re on the side of the truth. 



Being awarded at Locarno Film Festival came as a surprise to you.

Absolutely. It was totally unpredictable. I’m still seeing images of little leopards popping out! I was hugely humbled and honored and already feeling grateful, as we were in competition for a debut. I can’t be happier, but particularly because these awards came from a jury I tremendously admire, consisting of Arturo Ripstein, Kate Moran, Rafi Pitts, Rodrigo Teixeira and Wang Bing.

Hopefully all goes well, wherever your film travels next.

Marina Abramović, the artist, has said that what makes good art is ideas you’re afraid of. It gets you in a process that pushes your creative potential. It’s scary, but also attractive. Personally, it helps me grow as a human being, and an artist. And now I’m beginning to learn that, if you are connected with your instincts, you can’t fail.

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Λέιλα Χάλεντ: «Κοιμόμαστε και ονειρευόμαστε την Παλαιστίνη»


Με υπέρμετρη αγάπη για τον Παλαιστίνη και τους ανθρώπους της, πολιτικό κριτήριο διαυγές και οξύ, και βλέμμα διαπεραστικό, η Λέιλα Χάλεντ, ένας ζωντανός θρύλος της παλαιστινιακής αντίστασης, βρέθηκε πριν από μερικές μέρες για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του Resistance Festival. Η συνάντηση μαζί της αποτέλεσε την πραγματοποίηση ενός ονείρου ζωής για μένα. Την ευχαριστώ για το χρόνο της, όπως και για τη συνομιλία που ακολουθεί.

Είναι η πρώτη φορά που έρχεστε στην Ελλάδα. Πώς νιώθετε;

Εκπληκτικά. Από τη μία, είναι συμβολικό που ήρθα στο πλαίσιο του Resistance Festival. Από την άλλη, συνάντησα τη νεολαία, και μάλιστα πολλές γυναίκες, κυρίως από Ελλάδα, αλλά και παλαιστινιακής καταγωγής- κι αυτό σημαίνει ότι το μέλλον είναι πιο φωτεινό. Ξέρεις, οι Παλαιστίνιοι, ακόμα και του ίδιου κόμματος, δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Το πιο σημαντικό είναι πως οι άνθρωποι δεν ξεχνούν.

Ιστορικά μιλώντας, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, σε γενικές γραμμές, πάντα υποστήριζαν τους Παλαιστίνιους. Το ότι αυτές τις μέρες μου ζητούν να υπογράψω το βιβλίο μου δε σημαίνει μόνο πως θέλουν να έχουν την υπογραφή μου, θέλουν να ξέρουν την ιστορία μου. Γιατί η ιστορία μου είναι και η ιστορία του λαού μου, και κυρίως των προσφύγων.

Πώς αξιολογείτε τη φιλο-ισραηλινή στροφή του τρέχοντος κυβερνητικού συνασπισμού στην Ελλάδα, αν κρίνουμε από την επιχειρούμενη αναβάθμιση των στρατιωτικών και άλλων σχέσεων με το Ισραήλ;  

Υποστήριζαμε το κίνημα που έφερε στην εξουσία το ΣΥΡΙΖΑ και περιμέναμε τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα είδαμε και σοκαριστήκαμε μετά. Τους το είπαμε. Τους ασκήσαμε κριτική ανοιχτά και θέλω να τους συναντήσω, να τους ρωτήσω: «Τι είναι αυτά; Πρέπει να αναθεωρήσετε την πολιτική σας, δεν μπορείτε να είστε ταυτόχρονα με τους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς, δε βγάζει νόημα». Η συμφωνία για το φυσικό αέριο αφορά στο κλεμμένο φυσικό αέριο των Παλαιστινίων και σημαίνει ότι το Ισραήλ θα επωφεληθεί απ’ αυτό. Είτε είσαι στην πλευρά των ιμπεριαλιστών και των φασιστών, ή με τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να πατάς σε δύο «βάρκες» την ίδια στιγμή. Και πάντοτε οι ιμπεριαλιστές θέλουν να τιθασεύσουν τα αποτελέσματα των λαϊκών κινητοποιήσεων, όπως έκαναν οι Ισραηλινοί και η παλαιστινιακή ηγεσία, όταν υπέγραψαν τη Συμφωνία του Όσλο. Έτσι περιόρισαν το αποτέλεσμα της λαϊκής κινητοποίησης στην Αίγυπτο. Εκατομμύρια βγήκαν στο δρόμο, για μέρες, για μήνες. Και στην Τυνησία το ίδιο, αν και εκεί η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική.

Και συνέβη κι εδώ. Δεν εφαρμόζεται το αριστερό πρόγραμμα, για το οποίο ο κόσμος βγήκε στους δρόμους. Ούτε και είναι δυνατό να υπάρχει συνασπισμός με τους δεξιούς και τους φασίστες. Το Ισραήλ είναι ένα καθεστώς απάρτχαϊντ. Ελπίζω να μην είναι αλλαγή στρατηγικού χαρακτήρα. Δε χρειάζεται να είσαι Αριστοτέλης, για να αντιληφθείς πως αυτή η πολιτική, το να έχεις σχέσεις με μια κυβέρνηση εγκληματιών πολέμου, δεν είναι προς το συμφέρον των πολιτών της Ελλάδας, ούτε και προς το συμφέρον της οποιασδήποτε κυβέρνησης. Αυτή η χώρα αντιμετώπισε τη γερμανική κατοχή και πολλοί πέθαναν για να απελευθερωθεί η Ελλάδα. Τώρα, γιατί να συνάψεις σχέσεις με εγκληματίες πολέμου, όποιο όνομα κι αν έχουν;

Πόσο έχει επιδεινωθεί η κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη;

Όλοι βλέπουν τι συμβαίνει στην Παλαιστίνη: την πολιορκία της Γάζας, τα σημεία ελέγχου, το τείχος, τη δήμευση παλαιστινιακής γης. Και τώρα οι Ισραηλινοί υιοθετούν μια άλλη πολιτική: «Πυροβολήστε για να σκοτώσετε». Είναι «διψασμένοι» για παλαιστινιακό αίμα. Ξέρουν ότι οι Παλαιστίνιοι δε θα σταματήσουν την αντίσταση, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν με την αδικία. Εμείς είμαστε αυτοί που υποφέρουν, όχι κάποιοι διανοούμενοι. Είτε θα ζήσουμε με αξιοπρέπεια και ελευθερία, ή θα χάσουμε το χώρο μας, γιατί μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Υπάρχουν 8.000 έγκλειστοι στις φυλακές.

Και πολλοί ανήλικοι.

Περιμένουν μέχρι να γίνουν 14, ώστε να τους φυλακίσουν, αν και διεθνώς κάποιο άτομο θεωρείται παιδί μέχρι τα 18. Αλλά όχι στο Ισραήλ. Δεν τους νοιάζει, γιατί δεν τιμωρούνται.

Ποια είναι η άποψή σας για την παλαιστινιακή Αριστερά;

Η Αριστερά δεν είναι ενωμένη. Το προσπαθούμε χρόνια, όχι τώρα. Και έχουμε συγκροτήσει πολλές κοινές ηγεσίες, ως Δημοκρατικό Μέτωπο, που αποτελούσε τμήμα του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Κάναμε προσπάθειες για τη διεξαγωγή διαλόγου ανάμεσα σε περισσότερες παρατάξεις. Τώρα είμαστε 5, γιατί η φιλελεύθερη πτέρυγα, που εκπροσωπείται από τη Φατάχ, και η θρησκευτική, που εκπροσωπείται από τη Χαμάς, είναι στα δεξιά. Η Αριστερά, λοιπόν, έχει μια αποστολή. Προσπαθούμε να χτίσουμε αυτό το δημοκρατικό ρεύμα, να συντονιστούμε ώστε να διαμορφώσουμε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, για να δουλέψουμε μαζί. Υπάρχουν πολιτικές στάσεις που καθιστούν την ενότητα απομακρυσμένη προοπτική, αλλά προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση.

Πώς μπορεί να ξεπεραστεί ο κατακερματισμός των παλαιστινιακών δυνάμεων, ανεξαρτήτως των συχνά θεμελιωδών διαφορών μεταξύ τους;

Στο στάδιο της απελευθέρωσης, οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι ενωμένοι. Προσπαθήσαμε στο πολιτικό επίπεδο με ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, έτσι προέκυψε η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, που εκπροσωπούσε όλους τους Παλαιστίνιους. Όταν υπογράφηκε η Συμφωνία του Όσλο, δημιουργήθηκε μεγάλος διχασμός μέσα στην κοινωνία, κυρίως σε σχέση με τους πρόσφυγες. Οι παράνομοι ισραηλινοί οικισμοί, για παράδειγμα, αυξήθηκαν κατά 15% μετά το Όσλο. 23 χρόνια αργότερα, τι κερδίσαμε απ’ αυτή τη συμφωνία; Παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να κάνουμε έκκληση για ενότητα ανάμεσα στις παρατάξεις και τις κοινωνικές οργανώσεις, ώστε να διαμορφώσουμε μια καινούρια στραηγική αντιμετώπισης των εχθρών μας, των κατακτητών μας. Είχαμε εθνικό διάλογο το 2012 και έχουμε υπογράψει το πρόγραμμα και το μηχανισμό ανοικοδόμησης της Ο.Α.Π. ως του μοναδικού εκπροσώπου των Παλαιστινίων. Ήμαστε αναγνωρισμένοι διεθνώς, αλλά η Ο.Α.Π. είχε χτιστεί με το αίμα των μαρτύρων και των μαχητών της ελευθερίας και μέσα από μακρόχρονο αγώνα. Και τώρα είναι περιθωριοποιημένη έναντι της Παλαιστινιακής Αρχής, η οποία δεν έχει καμία εξουσία και είναι δεσμευμένη από τη Συμφωνία του Όσλο, άρα είναι σαν δημοτική αρχή.

Τουλάχιστον το BDS κίνημα εξελίσσεται πολύ πετυχημένα, παρά τις αντιδράσεις απέναντί του.

Ακόμη κι ο πρέσβης του Ισραήλ αντέδρασε για την επίσκεψή μου στην Ελλάδα. Δε δέχονται ούτε καν να ακούσουν μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Δεν το θέλουν. Κι έχουν ένα μεγάλο προϋπολογισμό για αντι-BDS δραστηριότητες.

Υπάρχουν άτομα ή ομάδες από το Ισραήλ, με τα οποία και τις οποίες θα μπορούσατε να μιλήσετε ή να καλλιεργήσετε ένα είδος κατανόησης, στο πλαίσιο ενός αμοιβαίου σεβασμού;

Βεβαίως. Στο ακαδημαϊκό επίπεδο ο Ιλάν Παπέ, ο Νόαμ Τσόμσκι, στον οποίο όμως δεν επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Παλαιστίνη, όταν προσκλήθηκε από το Πανεπιστήμιο Μπιρ Ζέιτ, ο Νόρμαν Φίνκελσταϊν.

Θεωρείται κι αυτός ένας από τους «Εβραίους που μισούν τον εαυτό τους», βέβαια.

Πάντα το λένε αυτό. Κρύβει πολλή λογική απάρτχαϊντ το να λες σε κάποιον «μισείς τον εαυτό σου». Γιατί; Επειδή το λες εσύ; Τώρα υπάρχουν στρατιώτες που πολέμησαν τους Παλαιστίνιους και έχουν συνειδησιακά προβήματα. Δημιούργησαν μια ΜΚΟ, η οποία λέγεται Breaking the Silence. Και συγκεντρώνουν μαρτυρίες στρατιωτών ρωτώντας γιατί πολέμησαν τους Παλαιστίνιους. Ξέρεις, στην Πρώτη Ιντιφάντα πολλοί στρατιώτες αυτοκτόνησαν.



Διαβάζοντας για την ιστορία σας, κυρίως της περιόδου συμμετοχής σας στις αεροπειρατείες, αναρωτήθηκα αν ποτέ φοβηθήκατε μήπως εξελισσόσαστε σε μύθο, σε είδωλο.

Το 1972, μετά τη δολοφονία του Γκασάν Καναφάνι, ήμουν διαρκώς στο προσκήνιο. Πήγα, λοιπόν, στον Γενικό Γραμματέα και του είπα ότι ήθελα να είμαι με τους ανθρώπους μου. Με ρώτησε γιατί. Του απάντησα: «Φοβάμαι μήπως εξελιχθώ σε ένα άτομο, που κανένας δεν μπορεί να του μιλήσει. Δεν είμαι διαφορετική από τους συντρόφους μου. Είναι κι αυτοί μαχητές της ελευθερίας, που διασχίζουν τα σύνορα για να διεξαγάγουν επιχειρήσεις ή φυλακίζονται σε ισραηλινές φυλακές». Και πήγα να μείνω σε ένα προσφυγικό καταυλισμό. Ένιωθα άνετα εκεί. Και σήμερα ακόμη, όταν πηγαίνω εκεί, μου φέρνουν καρέκλα, για να κάτσω, ενώ εκείνοι κάθονται κατάχαμα. Τους ρωτώ γιατί. Μπορώ κι εγώ να κάτσω κάτω. Έχουν αυτή την εικόνα, την οποία κατασκεύασαν τα Μ.Μ.Ε. Κι αυτό είναι ευθύνη. Φοβήθηκα να κάνω πράγματα, που δε θα ήταν αποδεκτά από το λαό μου- ακόμα και σε σχέση με το πώς ντύνομαι. Πρέπει να σέβομαι τις παραδόσεις του λαού μου. Το καλοκαίρι φοράω πάντοτε μακρυμάνικα ρούχα- και όχι γιατί πιστεύω κάτι τέτοιο, είναι ένδειξη σεβασμού.

Πολλές γυναίκες, εξάλλου, οργανώνονταν στην αντίσταση. Και καθεμιά ήθελε να είναι όπως εγώ. Ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξεις τη νοοτροπία του κόσμου- και είναι ακόμη. Όποτε με ρωτούν ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που αισθάνομαι πως έκανα, απαντώ: το ότι οργάνωνα κόσμο, βοηθώντας τον να αλλάξει νοοτροπία.

Πείτε μου για τις Παλαιστίνιες.

Είμαι περήφανη που είμαι γυναίκα, και μάλιστα Παλαιστίνια. Γιατί οι γυναίκες μας παλεύουν ακόμη να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, την πατρίδα τους, το μέλλον των παιδιών τους. Κι όταν φυλακίζονται, είναι αποφασισμένες. Μια μητέρα 5 παιδιών από τη Γάζα, όλα μάρτυρες, διαρκώς δέχεται κόσμο. Όλοι την γνωρίζουν στην περιοχή. Αυτές είναι οι Παλαιστίνιες. Ακόμη κι αν χάσουν τα παιδιά τους, θα νικήσουν και θα ζήσουν στον τόπο τους ελεύθερες.

Φοβηθήκατε ποτέ μήπως αποτελέσετε θύματα κάποιας «εξωδικαστικής δολοφονίας», που, άλλωστε, δεν είναι και ασυνήθης πρακτική του ισραηλινού κράτους;

Δυο φορές προσπάθησαν να με δολοφονήσουν. Η πρώτη ήταν το 1971, όταν βρήκα ένα μαύρο κουτί με 10 κιλά ΤΝΤ κάτω από το κρεβάτι μου. Η δεύτερη στο Λίβανο το 1974, όταν το σπίτι δέχτηκε 6 οβίδες, και δεν πέθανα. Παρόλα αυτά, νομίζω πως οι Ισραηλινοί δεν ξεχνούν.

Έχετε πει στο παρελθόν ότι η Παλαιστίνη είναι για σας ο παράδεισος. Παραμένει;

Βεβαίως.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρο, η μεγαλύτερη ελπίδα σας;

Να επιστρέψω στον τόπο μου, τη Χάιφα. Και έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου πως, αν αυτό συμβεί κάποτε, θα κοιμηθώ κάτω από ένα δέντρο. Είναι ένα μικρό όνειρο, αλλά είναι όνειρο.

Κάποιες φορές, όταν κάποιος επιμένει προς την κατεύθυνση του στόχου του, ίσως υπάρξει αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα.

Αυτό είναι το όνειρο όλων των Παλαιστινίων, ξέρεις. Είναι τα πάντα για μας. Γι’ αυτό κάναμε τις Ιντιφάντα, κι ο αγώνας συνεχίζεται. Εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε την επιστροφή μας, γιατί είναι δικαίωμά μας. Άσε το Ισραήλ να ανησυχεί! Κοιμόμαστε και ονειρευόμαστε την Παλαιστίνη. Αυτό είναι το λιγότερο, το να ονειρευόμαστε. Αλλά είμαι αισιόδοξη. Ακόμη κι αν δε γυρίσω εγώ, θα γυρίσουν τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου. Εμείς απλώς ανοίγουμε το δρόμο.

Το βιβλίο της Λέιλα Χάλεντ Ο λαός μου θα ζήσει, Η αυτοβιογραφία μιας επαναστάτριας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α/συνέχεια.

Ευχαριστώ θερμά την οργανωτική επιτροπή του Resistance Festival, και κυρίως τον Γιώργο Τζαφέρη, χάρη στην επιμονή του οποίου ήρθε η Λέιλα Χάλεντ στην Ελλάδα, για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της κουβέντας μου μαζί της.


Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Vladimir Tomić: «Η τέχνη μου εστιάζει στον άνθρωπο και την κατάστασή του»


Με καταγωγή από το Σαράγεβο, το οποίο εγκατέλειψε με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό του λόγω του πολέμου σε πολύ μικρή ηλικία μεταναστεύοντας στη Δανία, ο Βόσνιος σκηνοθέτης Vladimir Tomić καταθέτει με το ντοκιμαντέρ Flotel Europa ένα βαθύ και συγκινητικό στοχασμό πάνω στην προσωπική και τη συλλογική μνήμη, την ιστορία, την παιδική ηλικία και την προσφυγιά. Το ντοκιμαντέρ του, που έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις διεθνώς, προβάλλεται την Τετάρτη 1η Ιουνίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του αφιερώματος Πρόσφυγες: απόδραση προς την ελευθερία; Στο μεταξύ, είχαμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον σκηνοθέτη.

Πότε πρωτοκράτησες κάμερα (φωτογραφική ή κινηματογραφική) και τι εντύπωση σου άφησε;

Αυτό δεν είναι και τόσο ενδιαφέρον. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι, αν το σπίτι μου καιγόταν και ήμουν μόνος μέσα, πιθανότατα πρώτα θα προσπαθούσα να σώσω την κάμερα και το υλικό, που είχα αποθηκευμένο εκεί.



Σε ποιο σημείο έπαψε να είναι ο φακός της ένα μέρος, πίσω από το οποίο κρυβόσουν, και, αντιθέτως, μετατράπηκε σε «όπλο», που θα σε βοηθούσε να πολεμήσεις τους «δαίμονές» σου, ανακαλύπτοντας εκ νέου, και ίσως επανεπινοώντας, τον εαυτό σου;

Ξεκίνησα να κάνω τις δικές μου πιο σοβαρές δουλειές, όταν εισήχθην στη Βασιλική Δανέζικη Σχολή Καλών Τεχνών το 2003. Πιο πριν, ήμουν φωτογράφος πλατώ σε δουλειές άλλων. Γρήγορα ανακάλυψα πως στη δική μου δουλειά χρησιμοποιούσα την κάμερα ως «ασπίδα» περισσότερο από ό,τι σαν «όπλο». Ως «ασπίδα», επειδή ήθελα να καταλάβω την ιστορία, και όχι να την πολεμήσω. Η ιστορία χρειάζεται να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή με όλες τις θετικές και τις αρνητικές της πλευρές. Πιστεύω πως ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να την πολεμά, κάτι που κάνουν οι πολιτικοί, γι’ αυτό και συχνά διαπράττουν τα ίδια λάθη.

Η κάμερα στέκεται, επίσης, ανάμεσα σε μένα και τα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής που θέλω να καταλάβω περισσότερο, αλλά φοβάμαι να προσεγγίσω. Ένα από αυτά τα ερωτήματα ήταν: «Ποια ήταν η επίδραση του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία στους ανθρώπους και σε μένα;». Μου πήρε πολύ καιρό και σκληρή δουλειά, για να κατανοήσω κάποια από αυτά τα πράγματα, και υποθέτω ότι ποτέ δεν μπορεί κάποιος να τα καταλάβει πλήρως.



Μαζί με την μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό σου, αναγκαστήκατε να εγκαταλείψετε το Σαράγεβο και την πρώην Γιουγκοσλαβία, εξαιτίας του πολέμου. Ποιες είναι οι πιο ευτυχισμένες αναμνήσεις σου από την περίοδο πριν τον πόλεμο; Κι αν είναι αλήθεια πως πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία, τι συμβαίνει αν αυτή η παιδική ηλικία διακόπτεται απότομα, παραμορφώνεται ή γίνεται επώδυνη;

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τα θετικά και τα αρνητικά της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά ένα είναι σίγουρο. Εκτός από τους σκληροπυρηνικούς εθνικιστές, οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα εύχονται να ήταν τα πράγματα όπως τότε. Η κοινωνική και οικονομική ασφάλεια ήταν σε πολύ υψηλότερο επίπεδο και, αν αυτό δεν αρκούσε, οι άνθρωποι ήξεραν ότι η αλληλεγγύη ανάμεσα στις εθνοτικές και τις θρησκευτικές ομάδες ήταν βέβαιη. Για κάποιες γενιές, που είχαν γεννηθεί τότε, διαφορές ανάμεσα σε εθνοτικές ομάδες δεν υπήρχαν. Καθ΄οδόν για το σχολείο, το οποίο ονομαζόταν «Αδερφότητα και Ενότητα», περνούσα από το τζαμί, τη συναγωγή, την καθολική και την ορθόδοξη εκκλησία, ενώ άκουγα τσιγγάνικη μουσική στο δρόμο. Δε μου άρεσε και πολύ να πηγαίνω στο σχολείο, αλλά αγαπούσα την ομορφιά και την ποικιλομορφία της πατρίδας μου, και ήθελα να μαθαίνω τα πάντα για την ιστορία της και την ιστορία της Ευρώπης. Δυστυχώς, οι πιο σκοτεινές πλευρές της ιστορίας της εθνικής μας ταυτότητας «ξύπνησαν» στη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’80 και όλα πήγαν κατά διαόλου.

Είναι φυσιολογικό για μας τους ανθρώπους να νιώθουμε έναν ξεχωριστό δεσμό με το μέρος, όπου γεννηθήκαμε. Ανεξάρτητα από το αν μιλάμε για την παιδική ηλικία ή την ενήλικη ζωή, όταν η ζωή κάποιου διακόπτεται απότομα, αυτό θα ασκήσει κάποιου είδους αρνητική επίδραση πάνω του για την υπόλοιπη ζωή του. Όσοι δεν έχουν βιώσει κάτι τέτοιο, μπορεί να δείξουν συμπάθεια, αλλά ποτέ δε θα μάθουν τι σημαίνει να χάνεις το σπίτι, τους φίλους και μέλη της οικογένειάς σου. Να ξυπνάς την υπόλοιπη ζωή σου και να νιώθεις σαν ένας ξένος, ο οποίος έχει μέλλον, επειδή κάποιος ήταν αρκετά ευγενικός να του δώσει μια ευκαιρία.

To Flotel Europa είναι μια δυνατή και συγκινητική δουλειά, δεξιοτεχνικά ισορροπώντας ανάμεσα στο κινημτογραφικό ημερολόγιο και ένα βαθύ, χαμηλών τόνων, μελαγχολικό, χιουμοριστικό σε βαθμό αυτοσαρκαστικό, και συμφιλιωτικό στοχασμό πάνω στην ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πόσο καιρό σου πήρε να συγκεντρώσεις όλα αυτά αυτά τα διασκορπισμένα βιντεοσκοπημένα κομμάτια προσωπικής και συλλογικής μνήμης, και πόσο απαιτητικό ήταν να τα ενσωματώσεις σε μια συνεκτική αφήγηση, ικανή να έχει απήχηση σε ευρύτερα κοινά, όχι κατ’ ανάγκη εξοικειωμένα με όσα συνέβησαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία;

Όλη η ταινία συντίθεται από προσωπικά βίντεο, τραβηγμένα από Βόσνιους πρόσφυγες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στον προσφυγικό καταυλισμό Flotel Europa στη Δανία μεταξύ 1992-1996. Έχω, επίσης, οικογενειακές βιντεοκασέτες, τις οποίες φτιάξαμε, έτσι να μπορούμε να τις στείλουμε στην οικογένειά μας στο Σαράγεβο μετά τον πόλεμο. Σε εκείνες τις βιντεοκασέτες μιλούσαμε για τη ζωή μας στον καταυλισμό και σχετικά με τις πιθανότητες για έναν ερχομό της υπόλοιπης οικογένειας μετά τον πόλεμο. Λοιπόν, ήταν η μητέρα μου που μιλούσε, ενώ εγώ κι ο αδερφός μου στεκόμασταν από πίσω, κάτι που φαινόταν αστείο. Ήξερα πως κι άλλοι πρόσφυγες είχαν δικές τους βιντεοκασέτες, και με λίγη βοήθεια ήρθα σε επαφή μαζί τους.



Πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν πολύ δύσκολο να κάθομαι και να παρακολουθώ πολλές, πολλές ώρες ερασιτεχνικής βιντεοσκόπησης. Καθώς ξέρεις, οι περισσότεροι ερασιτέχνες κινηματογραφούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τις σημαντικές στιγμές της ζωής τους, αλλά αυτό που κινηματογραφούν είναι αυθεντικό, και συχνά προκαλεί έκπληξη, γιατί δεν ξέρεις τι πρόκειται να συμβεί. Μερικές φορές, υπήρχε υλικό, το οποίο ήταν τόσο όμορφο και συγκινητικό, τόσο προσωπικό και δυνατό, που γελούσα και έκλαιγα την ίδια στιγμή. Ευτυχώς, ανακάλυψα πως η ταινία θα λειτουργούσε αν έγραφα την ιστορία της ζωής μου στον προσφυγικό καταυλισμό Flotel Europa και έπειτα επέλεγα το σωστό υλικό από βιντεοκασέτες γι’ αυτή. Το μοντάρισμα της δουλειάς έγινε από τον υπέροχο κινηματογραφιστή Srdjan Keca, χωρίς τον οποίο θα ήταν πολύ δύσκολο να βγει σωστά. Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα περιλάμβανε όλα όσα περιλαμβάνει η ζωή. Από το ρομάντσο, τη δύσκολη πραγματικότητα, κωμικές στιγμές, μέχρι την καθημερινότητα του να φτιάχνεις φαγητό και να παρακολουθείς τηλεόραση. Ήθελα να δείξω πώς κατέρρευσε η Γιουγοσλαβία για μένα στη Δανία και το κοινό να γελάσει και να κλάψει όπως εγώ, όταν παρακολουθούσα το υλικό. Ο Srdjan ένιωσε το ίδιο, γι’ αυτό και ήμαστε μια σπουδαία ομάδα.  

Η ταινία τελειώνει στο σημείο που είστε έτοιμοι να μετακομίσετε σε ένα κανονικό διαμέρισμα στην Κοπεγχάγη. Πώς κύλησαν τα χρόνια, τα οποία ακολούθησαν; Σας φέρθηκαν με συμπάθεια, κατανόηση, ή έστω ανοχή;

Σίγουρα τα επόμενα χρόνια ήταν πολύ καλύτερα. Άρχισα να νιώθω περισσότερο στο σπίτι μου στη Δανία, καθώς πήγα σε δανέζικο σχολείο, έκανα Δανούς φίλους και αισθάνθηκα πως, έχοντας το υπόβαθρο που είχα, ήταν κάτι που με έκανε πιο σοφό. Οι Δανοί μου φέρθηκαν καλά, αλλά, όπως και στα περισσότερα μέρη, παίρνεις ό,τι δίνεις. Βεβαίως, είναι πολύ δυσκολότερο να ξεκινήσεις μια καινούρια ζωή κάπου, όπου δεν έχεις τίποτα και κανέναν, αλλά η οικογένειά μου δούλεψε σκληρά, για να γίνει κομμάτι μιας νέας κοινωνίας και να φτιάξει μια ζωή εκεί.



Επέστρεψες στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, ενώ γυρνούσες το ντοκιμαντέρ My lost generation. Την έχεις επισκεφτεί ξανά, έκτοτε; Και πώς συνδέεσαι συναισθηματικά μ’ αυτήν;

Ασφαλώς κι έχω πάει στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη πολλές φορές από το 2004, κυρίως για να επισκεφτώ την οικογένεια που έχει απομείνει και να δείξω τις ταινίες μου σε φεστιβάλ. Μερικές φορές, διδάσκω, επίσης, νεαρούς Βόσνιους κινηματογράφο. Το αγαπώ αυτό.

Συνήθως είμαι πολύ ανήσυχος, όταν πηγαίνω στο Σαράγεβο, καθώς νιώθω αποξενωμένος από τη γενέτειρά μου και όχι πραγματικά ευπρόσδεκτος. Έχω το κλειδί του άδειου διαμερίσματος του παππού και της γιαγιάς μου, όπου δεν μπορώ να βρω ησυχία ή να κοιμηθώ, αν είμαι μόνος. Όπου κοιτάζω, βλέπω κομμάτια της παιδικής μου ηλικίας, τα οποία, όπως και η πόλη στον πόλεμο, κατέρρευσαν. Κάποιες φορές σταματώ σε κάποιο σχολείο ή στο πάρκο και παρακολουθώ νεαρά άτομα να μιλάνε, να γελάνε, να φιλιούνται- αυτό μου δίνει ενέργεια. Ορισμένοι άνθρωποι που ξέρω και η δουλειά μου δίνουν ενέργεια να μείνω εκεί λίγες μέρες.

«Όλο αυτό το ρομάντσο θα σε σκοτώσει», μου λένε μερικοί.

Ζούμε σε καιρούς που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, βιώνουμε αυξημένη μετανάστευση, καθώς και πολλή υποκρισία, σκληρότητα και κυνισμό από την πλευρά των εξουσιαστών. Η ανάδυση της Ακροδεξιάς και της νεοναζιστικής «ιδεολογίας» είναι, επίσης, προφανής, ακόμη και σε σκανδιναβικές χώρες, όπως η Δανία. Ως πρώην πρόσφυγας, πώς νιώθεις για όλα αυτά, και πώς νομίζεις ότι το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί δίκαια και ανθρώπινα;

Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω την πολυπλοκότητα του κόσμου, στον οποίο ζούμε, αλλά και της «μοιραίας» κοινοτοπίας των πάντων. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις σε ένα μέρος, όπου διαφορετικές δυνάμεις νιώθουν την ανάγκη να κυριαρχούν και να επηρεάζουν η μία την άλλη. Η τέχνη μου εστιάζει στον άνθρωπο και την κατάστασή του, απλωμένα ανάμεσα στην εξουσία, την ιδεολογία, τη θρησκεία, την ιστορία και την ίδια του τη φύση. Αυτό που βλέπω να συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι η αύξηση του φόβου. Είναι σαν πολλοί να μην ήξεραν ότι εδώ και 15 χρόνια είμαστε, στην πραγματικότητα, αναμεμειγμένοι σε πολέμους εκτός Ευρώπης.  

Από την άλλη, βλέπω μια έξαρση του πρωτογονισμού, ο οποίος συχνά είναι πολύ στενόμυαλος και μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Μη με παρεξηγήσεις: άνθρωποι, τους οποίους αποκαλούμε «διανοούμενους», μπορεί να είναι εξίσου πρωτόγονοι. Όταν αυτός ο τρόπος σκέψης και δράσης κυριαρχεί, τότε είναι πολύ αργά να σώσουμε οτιδήποτε. Το είδαμε να συμβαίνει στη Γιουγκοσλαβία. Τα πράγματα χρειάζεται να μεταμορφωθούν σε κάτι καλύτερο και πιο ανθρώπινο, όχι να καταστραφούν.



Η πιο πρόσφατη δουλειά σου λέγεται Remembering the nowhere. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα για την κεντρική της ιδέα; Και τι ετοιμάζεις στο κινηματογραφικό «μέτωπο»;

Το Remembering the Nowhere ήταν μια έκθεση που έκανα φέτος. Περιλάμβανε τα πάντα από προσωπικές φωτογραφίες Βόσνιων προσφύγων, μέχρι αντικείμενα και βίντεο. Μπορείς να δεις τον κατάλογο στο προσωπικό μου site.

Αυτό, που προσπάθησα να προσεγγίσω μέσω της έκθεσης, ήταν το κενό, το οποίο αφήνει ο πόλεμος στους ανθρώπους. Την ονόμασα «πουθενά», γιατί είναι ένα κράτος, όπου το άτομο καταρρέει, όταν μετατρέπεται σε πρόσφυγα ή ξένο προς το περιβάλλον του, καθώς και προς την πατρίδα του. Ήθελα να δω πώς οι άνθρωποι διαχειρίζονται αυτού του είδους την προσωπική ιστορία και ποια είναι η φύση της μνήμης.

Δε μιλάω για εγχειρήματα, που δεν έχουν ολοκληρωθεί. Σε ευχαριστώ!

Το προσωπικό site του Vladimir Tomić είναι http://www.vladimirtomic.com/

Το ντοκιμαντέρ του Flotel Europa προβάλλεται την Τετάρτη 1η Ιουνίου στις 22:15, στο πλαίσιο του αφιερώματος Πρόσφυγες: απόδραση προς την ελευθερία;, το οποίο φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεξάνδρου 134-136.