Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Κριστόφ Ζανούσι: «Υπάρχει ένα στοιχείο παραίτησης στην επιλογή του να γίνεις καλλιτέχνης»

Ευρυμαθής, πνευματώδης, συχνά αφοριστικός, και χειμαρρώδης συνομιλητής, ο 78χρονος Πολωνός Κριστόφ Ζανούσι, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους του κινηματογράφου του δημιουργού, βρέθηκε πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα προσκεκλημένος του επετειακού 30ού Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, το οποίο τον βράβευσε για την πολυετή προσφορά του στην 7η τέχνη. Η συνομιλία μαζί του υπήρξε μια ερεθιστική διανοητική εμπειρία, ακόμα κι όταν προέκυπταν διαφωνίες αισθητικού, πολιτικού και φιλοσοφικού χαρακτήρα.

Κάποιος γίνεται καλλιτέχνης επειδή ποθεί το ιδανικό και η πραγματικότητα τον διαψεύδει, όπως αναφέρατε στο masterclass;

Ο λόγος για να γίνει κάποιος καλλιτέχνης είναι για να εγκαταλείψει κάτι στον πραγματικό κόσμο. Εγκαταλείπουμε ένα όνειρο για να γίνουμε πρόεδροι, κι έπειτα κάνουμε μια ταινία, ή γράφουμε ένα μυθιστόρημα γι’ αυτό. Πηγαίνουμε στον εικονικό κόσμο, τον κόσμο της φαντασίας, κι εκεί πρέπει να θυσιάσουμε τις πραγματικές μας φιλοδοξίες. Αλλά αυτό δε μας καθιστά δυστυχείς. Σημαίνει ότι υπήρχε μια ήττα. Δε λείπουν, ωστόσο, και οι στιγμές ευφορίας. Είμαστε, λοιπόν, τυχεροί την ίδια στιγμή. Υπάρχει ένα στοιχείο παραίτησης στην επιλογή του να γίνεις καλλιτέχνης.

Εσείς, επομένως, παραιτηθήκατε από τη φυσική, την οποία είχατε σπουδάσει;

Όχι μόνο από τη φυσική. Αργότερα, μου δόθηκε η δυνατότητα να παίξω ένα ρόλο στην πραγματική ζωή. Προσκλήθηκα από δύο κυβερνήσεις να γίνω μέλος του υπουργικού συμβουλίου κι από άλλες να γίνω ο Πολωνός πρέσβης. Προτίμησα να κάνω φιλμ για πρέσβεις, αντί γι’ αυτό.

Τι σας προσελκύει, λοιπόν, περισσότερο στη δημιουργία ταινιών;

Το ότι κάτι που είναι μια ψευδαίσθηση, μια φαντασίωση, γίνεται σχεδόν αληθινό. Αλλά ξέρω πως δεν είναι αληθινό. Και ότι ενδέχεται να επικοινωνήσω πράγματα, τα οποία δεν μπορείς να επικοινωνήσεις χωρίς καλλιτεχνικά μέσα. Οι λέξεις από μόνες τους δεν αρκούν, εκτός κι αν πρόκειται για λογοτεχνική μυθοπλασία ή ποίηση. Αλλά, τότε, είσαι καλλιτέχνης.

Φαίνεται να σας απασχολούν ιδιαιτέρως ζητήματα ηθικής φύσης.

Είναι μια απλή αναφορά στις αξίες. Οι αληθινές αξίες είναι καλές, το κακό βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά. Το ίδιο ισχύει και για την τέχνη, γιατί η ομορφιά είναι πανομοιότυπη με την αλήθεια και την καλοσύνη. Αν υπάρχει η οποιαδήποτε αντανάκλαση της ομορφιάς σε μια ταινία, ένα πίνακα, ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα, τότε, νομίζω ότι η αποστολή έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Πάντοτε υπάρχει ένα «σχεδόν», γιατί τίποτα δεν είναι τέλειο στον κόσμο, όπως και κανένα έργο τέχνης. Μόνο στιγμές τελειότητας υπάρχουν.

Και η συνεργασία με τους ηθοποιούς;

Κάποιες στιγμές σε ανταμείβει, γιατί μπορούν να μεταδώσουν την αλήθεια, την οποία κάποιες φορές ο σεναριογράφος επινόησε. Σε κάνουν να πιστέψεις πως η φαντασίωσή σου είναι πραγματικότητα και όχι φαντασίωση πλέον. Ασφαλώς πρόκειται για ψευδαίσθηση, αλλά την καθιστούν πιστευτή. Αυτή είναι μια σπουδαία στιγμή. Κάποιες φορές λειτουργεί. Άλλες όχι, κι αυτό είναι ήττα.

Αλλά καταφέρνετε να ξεπερνάτε τις αναποδιές.

Τμήματα των ταινιών μου είναι καλά, και άλλα λιγότερο. Και υπάρχουν κόλπα, με τα οποία κρύβουμε τα λάθη ή τις δυστυχίες μας. Είναι μια φανταστική διαδικασία μόνιμης επαγρύπνησης. Δεν μπορείς να πάρεις τίποτα ως δεδομένο στην τέχνη. Είναι πάντοτε μια απόλυτη έκπληξη. Κάποιες φορές για καλό, τις περισσότερες για κακό.

Πώς καταφέρατε να διαχειριστείτε το ζήτημα της λογοκρισίας;

Η λογοκρισία είναι μια πράξη βίας. Ως τέτοια, σε εξουσιοδοτεί, ως το θύμα, να εξαπατάς περισσότερο από ό,τι ο λογοκριτής. Νομίζω πως είναι δίκαιο. Δε μετανιώνω, δεν έχω τύψεις, αν καταφέρω να εξαπατήσω. Ήμουν πολύ καλός στο να γράφω σενάρια κατά τέτοιο τρόπο που οι λογοκριτές να είναι ευτυχείς. Ήταν ένα παιχνίδι. Στο σύστημά μας, ο λογοκριτής δεν ήταν ανόητος. Πολύ συχνά ήξερε ότι τον είχαν κοροϊδέψει. Αλλά χρειαζόταν κάτι σαν ομπρέλα, σαν αλεξίπτωτο, ήθελε να του δοθεί μια δικαιολογία. Κι αν μπορούσα να του τη δώσω, τότε θα έλεγε «εντάξει, γύρισέ το». Ήταν ένα πολύπλοκο παιχνίδι, λοιπόν. Κάποιες φορές κερδίζαμε. 

Κάποιοι, όπως ο κύριος Βάιντα, πήγαν πολύ μακριά. Μια δυο φορές γύρισε σοκαριστικές σκηνές, που ήξερε πως θα κοπούν. Όταν συνέβαινε αυτό, οι υπόλοιπες σκηνές, οι οποίες ήταν λιγότερο σοκαριστικές, θα περνούσαν. Γι’ αυτό και ο λογοκριτής εστίαζε σε μία και αμελούσε τις υπόλοιπες.

Βιώσατε, επίσης, λογοκριτικές επεμβάσεις και όταν δουλεύατε στη «Δύση»;

Σε κάποιο βαθμό. Εγκατέλειψα ένα πρότζεκτ, όταν ο παραγωγός πίεζε για μια γραμμή στην παραγωγή, με την οποία διαφωνούσα. Αλλά ήταν πολιτικoϊστορικό ζήτημα. Ήθελε το θύμα να παρουσιάζεται, επίσης, ως ένοχο. Κι αυτό δεν μπορώ να το αποδεχτώ. Όταν εγκατέλειψα το φιλμ, το έκανε ένας συνάδελφός μου, που παρέκαμψε το πρόβλημα με έναν ανεκτό τρόπο.

Πώς θα ορίζατε το σινεμά του δημιουργού, του οποίου αποτελείτε εκπρόσωπο, αν όντως υφίσταται;

Πράγματι υφίσταται! Με τα νέα μέσα, την ευκολία του να γυρίζεις, τα κινητά τηλέφωνα. Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που προσφέρουν τη δικιά τους οπτική. Το πρόβλημα έγκειται στο πόσο έγκυρη είναι αυτή, πόσο ενδιαφέρουσα για το κοινό, πόσο πρωτότυπη. Γιατί υπάρχει τεράστια ποσότητα σκουπιδιών που παράγεται από ανθρώπους, οι οποίοι έχουν εύκολη πρόσβαση στο οπτικοακουστικό πεδίο. Ο οπτικοακουστικός τομέας έγινε πολύ δημοκρατικός, όπως και η συγγραφή, όταν εφευρέθηκε η γραφομηχανή. Τότε πολλοί συγγραφείς είχαν θεωρήσει ότι είχε φτάσει το τέλος του μυθιστορήματος, γιατί καθένας θα μπορούσε να τυπώσει ένα.

Το σινεμά του δημιουργού, λοιπόν, είναι το ίδιο με κάθε είδος πολιτισμού που έχει ένα προσωποποιημένο μήνυμα, γιατί εγκαθιστά μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε ένα άτομο και το θεατή του, ενώ, από την άλλη, πρόκειται για βιομηχανική παραγωγή, η οποία παραπέμπει σε μαζική παραγωγή εργαλείων. 

Αποζητώ δημιουργούς που θα μου δώσουν τη δικιά τους προσωποποιημένη οπτική στα πράγματα. Kι ο Ουελμπέκ το κάνει. Δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει. Η γραφή του είναι αρκετά δυσάρεστη, αλλά πολύ διαυγής. Δεν είναι μαζικό προϊόν, ακόμα κι αν πουλάει καλά, αλλά καθορίζεται έντονα από την προσωπικότητά του. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για την επικοινωνία.

Υπάρχει το κοινό που να ενδιαφέρεται για ένα τέτοιο σινεμά;

Αυτό που έχει αλλάξει είναι το σύστημα της επικοινωνίας. Όταν τα πάντοτε κινούνται, μαθαίνουμε να δημιουργούμε νέα κανάλια επικοινωνίας. Άνθρωποι, οι οποίοι έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα, μπορούν να συναντηθούν και να βρουν ένα προϊόν που απευθύνεται σ’ αυτούς. Θυμάμαι τον παππού μου, ο οποίος ήταν πολύ ευαίσθητος στη μουσική. Και ήταν πολύ ακριβής άνθρωπος. Αργούσε στο μεσημεριανό μόνο αν στο δρόμο για το σπίτι άκουγε κάποια μουσική. Σταματούσε, γιατί του άρεσε ο ήχος. Αν ζούσε σήμερα, δε θα έτρωγε ποτέ μεσημεριανό, γιατί η μουσική είναι παντού. Τώρα εκτιμώ μια στιγμή σιωπής.

Παρότι έχετε χρησιμοποιήσει τη μουσική στις ταινίες σας.

Ναι, αλλά προσπαθώ να περιορίσω την κατανάλωσή μου. Το ίδιο ισχύει και για τη φυσική κατανάλωση. Μου αρέσει πολύ το φαγητό, αλλά στη ζωή πρέπει να επιβάλλουμε κάποια όρια στις επιθυμίες μας. Όταν οι επιθυμίες ικανοποιηθούν, πεθαίνουν. Και τότε απελπιζόμαστε. Χρειάζεται να είμαστε λίγο πεινασμένοι, χρειάζεται να ποθούμε τη μουσική, την ποίηση, την ομορφιά, για να διατηρούμε την αίσθηση του πόθου.

Συνεργαστήκατε και υπήρξατε φίλος με πολλές εξέχουσες μορφές του πολωνικού σινεμά. Μιλήστε μου για τον Κριστόφ Κισλόφσκι.

Ήταν πολύ στενός φίλος μου και μια αξιοσημείωτη ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι φυσικό που έκανε τέτοιες ταινίες. Ήταν πολύ αυτοκριτικός και είχε πολύ ξεκάθαρη ιδέα για την καριέρα του. Μου άρεσαν πολύ τα φιλμ του, αλλά ήξερα ότι ήταν υποτιμημένος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Και μόνο κατά το τέλος του κομμουνισμού, κυρίως λόγω του Δεκαλόγου, που είχε απορριφθεί από τα περισσότερα ευρωπαϊκά τηλεοπτικά κανάλια, έγινε αργότερα παγκοσμίως γνωστός ξαφνικά. Ήταν πολύ πικραμένος μ’ αυτό. Ήξερε πως οι προηγούμενες ταινίες του ήταν εξίσου καλές. Θα μπορούσε να έχει περάσει απαρατήρητος για ακόμα περισσότερο. 

Ποια είναι η γνώμη σας για το ευρωπαϊκό σινεμά;

Προσπαθώ να μη γενικεύω. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια, επιτηδευμένα σκουπίδια, σε αντίθεση με το αμερικάνικο σινεμά που είναι επίσης σκουπίδι, αλλά όχι τόσο επιτηδευμένο, όπως το ευρωπαϊκό που γίνεται με επιδοτήσεις. Υπάρχουν, ωστόσο, πάντοτε κάποια «διαμάντια», τα οποία με κάνουν να πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να είναι κάποιος σκηνοθέτης.

Όπως;

Πάρε ως παράδειγμα το Χωρίς αγάπη του Ζβιάγκιντσεφ. Είναι ένα σπουδαίο ευρωπαϊκό φιλμ. Έχει πολύ περισσότερη ουσία από πολλά φιλμ που πήραν σημαντικότερα βραβεία στις Κάννες.

Έχοντας δουλέψει και δουλεύοντας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, πώς αξιολογείτε τη γενικότερη πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατεί;

Υπάρχει τεράστια αποδιοργάνωση, γιατί ο κόσμος αλλάζει, και δεν είμαστε καλά προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές. Κι αυτές οι αλλαγές δεν έχουν επιλεγεί από μας. Δεν πρόκειται για επανάσταση, όπως η Γαλλική Επανάσταση. Στις μέρες μας, χάνουμε τα εθνικά κράτη, και οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν περισσότερη εξουσία από τις κυβερνήσεις. Η αντίδρασή μας στην Ευρώπη είναι ο πανικός. Επιστρέφουμε στα έθνη, κάτι μη ρεαλιστικό. Πρέπει να βρούμε ένα άλλο τρόπο να πραγματώσουμε ένα καινούριο όνειρο για την Ευρώπη και ένα νέο είδος δημοκρατίας, γιατί το παρόν δε λειτουργεί.

Προφανώς δε λειτουργεί.

Ναι, αλλά δεν έχουμε ένα όνειρο. Δε με νοιάζει που η πραγματικότητα είναι κακή, πάντα έτσι ήταν, αλλά είχαμε ένα ξεκάθαρο όνειρο και ξέραμε τι θέλαμε. Σήμερα, πολλοί λίγοι προσπαθούν να διαμορφώσουν τι είναι επιθυμητό, τι είδους Ευρώπη, τι είδους κυβέρνηση, τι είδους δημοκρατία θέλουμε. Δεν το συζητάμε. Η πολιτική ορθότητα μας έκανε χαζούς. Δε μας επιτρέπεται να ανοίξουμε το στόμα μας, γιατί φοβόμαστε ότι αυτό θα λειτουργήσει ανταγωνιστικά απέναντι σε άλλους. Όταν, όμως, κάποιος σε φτύνει, δεν είναι καλό να λες πως βρέχει. Πρέπει να αναγνωρίσεις τι συνέβη.

Ποια είναι η γνώμη σας για το πολωνικό σινεμά;

Είμαι κομμάτι του αυτού του ρεύματος, οπότε γιατί να δώσω την αξιολόγησή μου; Υπάρχει η τάση να γίνεται σινεμά που είναι μιμητικό και όχι αυθεντικό. Υπάρχουν, όμως, και μερικές ταινίες, οι οποίες με εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία τους, . Η ταινία της Ανιέσκα Χόλαντ Spoor, στην οποία έκανα την παραγωγή, συνιστάται. Δεν είναι το είδος μου, ούτε έχει την οπτική μου για τη ζωή, αλλά τη βρίσκω αρκετά ικανοποιητική, και στιλιστικά πολύ απροσδόκητη. Τέτοιες δουλειές με κάνουν να παραμένω αισιόδοξος.

Και η δική σας δουλειά, επίσης. 

Προσπαθώ, δεν είναι εύκολο. Είναι πολύ εύκολο να είσαι ιδεαλιστής, όταν είσαι νέος, αλλά πολύ δυσκολότερο, όταν είσαι γέρος. Κι έκανα μια ταινία γι’ αυτό. 

Πείτε μου για την καινούρια σας ταινία.

Τη γυρίζω, είναι σε διαδικασία παραγωγής. Πρόκειται για μια παραλλαγή του μύθου του Φάουστ. Αυτός ο μύθος έχει σχεδόν ξεχαστεί, γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχής και της αιώνιας ζωής. Εγώ πιστεύω, και είμαι αντίθετος στο ρεύμα.

Πάντοτε, υποθέτω, πηγαίνατε κόντρα στο ρεύμα. Ο μη κομφορμισμός είναι μια στάση που υποστηρίζετε σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο;

Υπάρχει ο κίνδυνος του εγωισμού στον μη κομφορμισμό. Υπάρχει ο κάλπικος αντικομφορμισμός, ο οποίος είναι πολύ κομφορμιστικός. Κάποιοι το βρίσκουν της μόδας να παριστάνουν ότι είναι μη κομφορμιστές, όπως οι πλούσιοι που αγοράζουν τζιν με μεγάλες τρύπες. Απλώς λειτουργείς έτσι, όταν διαφωνείς με την πραγματικότητα. Και είναι πολύ ανήθικο να συμφωνείς με την πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα είναι ανήθικη. Θεωρώ τον εαυτό μου Χριστιανό και ο Χριστιανισμός πάντοτε θεωρείτο ένδειξη αντίθεσης. Οπότε, ο μη κομφορμισμός είναι κομμάτι του θρησκευτικού μηνύματος που έχτισε την Ευρώπη, γιατί η Ευρώπη είναι ιουδαιο-χριστιανική και η δημιουργικότητά της βασίζεται στην ιουδαιο-χριστιανική κληρονομιά.

Είστε και ενάντια στην κάθε λογής μόδα.

Οι γονείς μου με μεγάλωσαν με την πεποίθηση πως η μόδα είναι πάντοτε κακόγουστη, ότι είναι παρωχημένη και πρέπει να μένεις μακριά της. Χρησιμοποίησέ τη λίγο, αλλά όχι υπερβολικά.

Ευχαριστώ θερμά την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και, ασφαλώς, τον Κριστόφ Ζανούσι για τη διανοητικά ερεθιστική συνομιλία.


Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Σεμίχ Καπλάνογλου: «Ελπίζω πως η αναζήτηση του ανθρώπου για τον εαυτό του δε θα τελειώσει ποτέ»


Δυστοπικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, υπαρξιακό road trip, οικολογική και πολιτική αλληγορία, ο Σπόρος συνιστά την πολυαναμενόμενη επιστροφή ενός από τους πιο αξιόλογους εκπροσώπους του ευρωπαϊκού σινεμά, του Τούρκου Σεμίχ Καπλάνογλου. Το φιλμ παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου το παρακολούθησα. Με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα του στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, παρουσία του σκηνοθέτη, ο Σεμίχ Καπλάνογλου μου παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Γυρισμένος σε δύο ηπείρους και πολλές τοποθεσίες στις Η.Π.Α., τη Γερμανία και την Τουρκία, ο Σπόρος είναι, πιθανόν, η πιο φιλόδοξη μέχρι σήμερα δουλειά σας, τουλάχιστον στο επίπεδο της παραγωγής. Ποια είναι η σπουδαιότητα καθεμιάς από τις τοποθεσίες;

Στο Σπόρο, που εκτυλίσσεται σε ένα ακαθόριστο μέλλον, έχουμε δύο βασικές τοποθεσίες. Πρώτα είναι η πόλη, η οποία διοικείται από τη Novus Vita Corporation, που βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας. Η δεύτερη είναι η περιοχή των Νεκρών Τόπων, η οποία βρίσκεται εκτός των μαγνητικών τειχών που σηματοδοτούν τα σύνορα αυτής της πόλης. Κάναμε τα εξωτερικά γυρίσματα της πόλης Novus Vita στο Ντιτρόιτ, μια εγκαταλελειμμένη βιομηχανική πόλη στο Μίσιγκαν των Η.Π.Α. Ορισμένες από τις εξωτερικές σκηνές γυρίστηκαν σε διαφορετικές πόλεις της περιοχής της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στη Γερμανία, και άλλες σε ένα κλειστό στάδιο σύγχρονου αρχιτεκτονικού ρυθμού στην Κόνια της Τουρκίας. Οι σκηνές των Νεκρών Τόπων γυρίστηκαν στην Κεντρική Ανατολία, κυρίως γύρω από την Καππαδοκία.



Ήταν σαν να δημιουργούσαμε ένα παζλ με διάφορες τοποθεσίες. Η διαδικασία αναζήτησης διήρκεσε δύο χρόνια, ώστε να βεβαιωθούμε ότι θα βρίσκαμε τα μέρη που θα ήταν συμβατά με την κλιματική και γεωγραφική υφή των υπόλοιπων, για να ρέει ανεμπόδιστα η ιστορία. Ήταν ο μόνος τρόπος να δημιουργήσουμε ένα καινούριο κόσμο, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε σε υπολογιστές και ειδικά εφέ. Το μαύρο και το άσπρο αρνητικό μας επέτρεψε να συγκαλύψουμε τα ελαττώματα, τα οποία μπορεί να είχαν προκύψει από τα διαφορετικά χρώματα και τη διαφορετική υφή.

Δυστοπικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, υπαρξιακό road trip, οικολογική και πολιτική αλληγορία... Ποια από αυτές τις προσεγγίσεις περιγράφει την ταινία σας με περισσότερη ακρίβεια και γιατί;

Ο Σπόρος δεν είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας, αν και έχει κάποια από τα γνωρίσματα αυτού του είδους. Αν πρόκειται να τον ορίσουμε με κάποιο τρόπο, θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε μια ιστορία δρόμου κάποιου που ταξιδεύει μέσα στον εαυτό του αναζητώντας όσα ψάχνει έξω.

Ο Σπόρος είναι γυρισμένος σε εντυπωσιακό μαυρόασπρο φιλμ. Γιατί;

Επίτρεψέ μου να αναπτύξω την απάντησή μου στην πρώτη ερώτηση. Μετά τα ταξίδια σε αναζήτηση τοποθεσιών, όταν εξέθεσα τις τις τοποθεσίες που είχα αποφασίσει να περιλάβω στην ταινία, συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος να τις συνδέσω απρόσκοπτα ήταν να τις σκηνοθετήσω σε άσπρο και μαύρο, το οποίο προσδίδει εκείνη τη μοναδική υφή, ως αποτέλεσμα του λευκού και του μη εκτεθειμένου φιλμ. Από την άλλη, υπάρχουν διττές, αντιπαρατιθέμενες καταστάσεις στην ταινία, για παράδειγμα η πόλη και οι νεκροί τόποι, οι δύο αντίθετοι χαρακτήρες του Έρολ και Τζεμίλ. Τα βασικά χρώματα, άσπρο και μαύρο με γκρι τόνους, μας βοήθησαν να αποτυπώσουμε τη φόρμα και το περιεχόμενο όμορφα.



Ο Ζαν-Μαρκ Μπαρ και ο Ερμίν Μπράβο, δύο πραγματικά ταλαντούχοι και έμπειροι ηθοποιοί,  επιδεικνύουν μια αξιοθαύμαστη «χημεία», παρά τις διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν. Πώς ήταν να τους σκηνοθετείτε;

Όλοι οι ηθοποιοί, και ιδιαιτέρως ο Ζαν-Μαρκ Μπαρ, δούλεψαν με εξαιρετικό ζήλο και ενθουσιασμό. Ο Ζαν-Μαρκ Μπαρ μετέτρεψε τα μειονεκτήματα του να εργάζεσαι υπό πολύ δύσκολες κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες σε πλεονέκτημα για την αυθεντικότητα του χαρακτήρα του. Πρόκειται για μια σπουδαία ικανότητα. Νομίζω ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής μας.

Η δουλειά σας φέρει στο σύνολό της τη «σφραγίδα» του κινηματογράφου του δημιουργού και το τελευταίο σας εγχείρημα δεν αποτελεί εξαίρεση, θυμίζοντας συχνά τον Ταρκόφσκι, μεταξύ άλλων. Θεωρείτε τον εαυτό σας εκπρόσωπο αυτού του είδους του σινεμά; Και, αν ναι, πώς ορίζετε και πώς αξιολογείτε την κοινωνική λειτουργία και τον αντίκτυπό του στις μέρες μας;

Σήμερα, ίσα που θυμόμαστε ότι ο κινηματογράφος είναι ένας κλάδος της τέχνης, ο οποίος διατηρεί ορισμένες ηθικές και αισθητικές αρχές. Το ερώτημα είναι: Θα κάνουμε ταινίες που θα αποτελούν μέρος του τρελού καταναλωτισμού, της βίας, της πορνογραφίας και της παγκόσμιας χυδαιότητας, ή ταινίες που θα λένε κάτι για την αληθινή και θεμελιώδη φύση των ανθρώπινων όντων; Υπάρχει μια αόρατη γραμμή, η οποία εκτείνεται από τον Ντράγιερ, στον Σατιαζίτ Ρέι, τον Μπρεσόν, τον Όζου, τον Μπέργκμαν- από τον Μπουνιουέλ, στον Ταρκόφσκι, τον Αγγελόπουλο. Για μένα, το να κάνω σινεμά σημαίνει να ξεπληρώνω το χρέος που έχω απέναντι σ’ αυτούς τους δασκάλους... Ελπίζω πως η αναζήτηση του ανθρώπου για τον εαυτό του με τη θλίψη, τον πόνο και την ομορφιά σ’ αυτό το νησί του «χρόνου», το οποίο έχει δοθεί από το σινεμά, δε θα τελειώσει ποτέ.



Μιλώντας για την Τουρκία, σε ποιο βαθμό σας επηρεάζει σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο το τρέχον καταπιεστικό πολιτικό και κοινωνικό κλίμα;

Στις 15 Ιουλίου του 2016 η Τουρκία έγινε μάρτυρας μιας απόπειρας πραξικοπήματος εναντίον της εκλεγμένης κυβέρνησης, της Βουλής και του Προέδρου. Η τουρκική Βουλή βομβαρδίστηκε από πολεμικά αεροπλάνα F16, ενώ στρατιωτικά τανκ άνοιξαν πυρ εναντίον πολιτών. Εκτός από τους χιλιάδες τραυματισμένους, 250 άνθρωποι πέθαναν. Χάρη στον τεράστιο ζήλο του λαού μας, το πραξικόπημα ματαιώθηκε. Όπως η Τουρκία, και η Ελλάδα έχει, επίσης, υπάρξει μάρτυρας πολλών πραξικοπημάτων και σπαρακτικού πόνου στο παρελθόν. Δε θα έπρεπε, λοιπόν, να επιδεικνύει ανοχή απέναντι στους πραξικοπηματίες συνωμότες, οι οποίοι έχυσαν αίμα στη χώρα μας.

Η απόπειρα πραξικοπήματος ασφαλώς διατάραξε την ισορροπία της Τουρκίας. Διαμόρφωσε μια ασυνήθιστη ατζέντα. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν 3.5 εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες, από την άλλη βομβιστικές επιθέσεις, μερικές από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν από τρομοκράτες σε συνεργασία με πραξικοπηματίες συνωμότες, που ακρωτηρίασαν και σκότωσαν χιλιάδες πολίτες... Η χώρα μου διανύει δύσκολη περίοδο. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ωστόσο, ότι η δημοκρατία θα κερδίσει στο τέλος...



Το τέλος του φιλμ αποπνέει μια αίσθηση ήρεμης κάθαρσης και ελπίδας. Αισθάνεστε εξίσου αισιόδοξος για το μέλλον της ανθρωπότητας;

Ποτέ δεν έχω υπάρξει απαισιόδοξος άνθρωπος.  

Ο Σπόρος θα προβληθεί στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ποια είναι η σχέση με το ελληνικό σινεμά, το κοινό και τη γενικότερη πολιτιστική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας;

Έκανα τη δεύτερη ταινία μου Έκπτωτος άγγελος και την επόμενη, Αυγό, με την Ελληνίδα συμπαραγωγό μου Λιλέτ Μπόταση της Inkas Film. Έχω πολύ τρυφερές αναμνήσεις από εκείνες τις μέρες που δουλέψαμε μαζί. Κάθε χώρα έχει μια αύρα, μια χημεία, μια κουλτούρα ξεχωριστή για την ίδια. Η παγκοσμιοποίηση ακρωτηριάζει τις κουλτούρες μας, ενώ προσπαθεί να διαγράψει την πολύχρωμη πoικιλομορφία μας. Εκτός από μερικές ταινίες, το νέο ελληνικό σινεμά απέχει από το να αντανακλά το βαθύ πολιτισμό, από τον οποίο προέρχεται.



Είναι ένα κοινό πρόβλημα με το βαλκανικό σινεμά, επίσης. Τον προηγούμενο μήνα, σε μια συζήτηση που είχα με Ρουμάνους κινηματογραφιστές παραπονέθηκαν ότι οι κυρίαρχες κουλτούρες αφαιρούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά των τοπικών πολιτισμών. Έχουν δίκιο που παραπονιούνται. Έχει γίνει δύσκολο για κινηματογραφιστές από χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας να διατηρούν την ταυτότητα, τα σενάρια και τις αυθεντικές ιστορίες τους απέναντι στους «σεναριογιατρούς» και τους γραφειοκράτες των διάφορων χρηματοδοτικών φορέων. Ποιος άλλος θα ήταν ο λόγος για ομοιόμορφες ταινίες από νεαρούς σκηνοθέτες; Υπάρχει ένα υποβόσκον πρόβλημα, αν ένας Γεωργιανός κι ένας Αλβανός σκηνοθέτης κάνουν σχεδόν τις ίδιες ταινίες. Πρέπει να επιμείνουμε να λέμε τις αυθεντικές, μοναδικές ιστορίες μας και να αντιστεκόμαστε στο mainstream. Διαφορετικά, φοβάμαι ότι οι φωνές μας, το πνεύμα και οι όροι της ύπαρξης θα εξαφανιστούν.

Η ταινία Σπόρος του Σεμίχ Καπλάνογλου προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Κυριακή, 5 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 20:30) και τη Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 20:30). Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες από την AMA Films.

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Χάνα Σλακ: «Αν προσπαθείς να “θάβεις” πράγματα στο συλλογικό υποσυνείδητο, θα το δηλητηριάσουν»


Εμπνευσμένη από την πραγματική ιστορία του βοσνιακής καταγωγής ανθρακωρύχου Μεχμεντάλια Άλιτς, ο οποίος αγωνίζεται για την αξιοπρεπή ταφή των θυμάτων συνοπτικών εκτελέσεων σε ορυχείο στη Σλοβενία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταινία της Σλοβένας Χάνα Σλακ Ο ανθρακωρύχος είναι προορισμένη να προκαλέσει συζητήσεις.

Πολιτικά αμφιλεγόμενη, αλλά καλοσκηνοθετημένη και με εξαιρετική ερμηνεία από τον Λέον Λούτσεβ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτελεί τη σλοβενική υποψηφιότητα για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για το 2018. Παρακολούθησα την ταινία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαρσοβίας, όπου απέσπασε 2 βραβεία. Εκεί, συναντηθήκαμε με την σκηνοθέτρια.

Ο Ανθρακωρύχος προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.



Ας «σκάψουμε» λοιπόν, όπως κι ο ανθρακωρύχος Μεχμεντάλια Άλιτς, στα πραγματικά γεγονότα, από τα οποία αντλείς την έμπνευσή σου. Τι συνέβη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σ’ εκείνο το ορυχείο στη Σλοβενία;

Δεν είναι ξεκάθαρο. Στην ταινία υπάρχουν 3, ίσως, θεωρίες. Για μένα, το βασικό ζήτημα είναι ότι ούτε ένας από τους 4.000 ανθρώπους που βρέθηκαν εκεί δεν έχει ταυτοποιηθεί. Δεν έχουμε, επομένως, καμία βεβαιότητα ως προς το ποιοι ήταν. Βασικά υπάρχει έλλειψη ενδιαφέροντος να εγκύψουμε στα γεγονότα και να γράψουμε γι’ αυτά όσο πιο αντικειμενικά γίνεται. Αυτό δεν έχει γίνει, αν και στην ευρύτερη περιοχή μας, στο Σαράγεβο, έχουμε το καλύτερο εργαστήριο για αναγνώριση στον κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου μια τέτοια έρευνα θα είναι αδύνατη, γιατί πρέπει να υπάρχουν συγγενείς, προκειμένου να προκύψει δείγμα αίματος. Και αυτοί πεθαίνουν, χωρίς να έχουν μεταφέρει τις ιστορίες τους στις νεότερες γενιές.

Γιατί απουσιάζει το ενδιαφέρον για διερεύνηση αυτών των γεγονότων;

Γιατί δεν είναι βέβαιο τι συνέβη, κι έτσι μπορείς να έχεις διάφορες θεωρίες, επιλέγοντας εκείνη που σου ταιριάζει καλύτερα. Αυτό το ζήτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο τεράστιας εκμετάλλευσης για πολιτικούς λόγους. Τόσο Δεξιά, όσο και η Αριστερά, το εκμεταλλεύονται ενόψει κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Είναι ένα μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο. Με το να το διεξαγάγεις έρευνα και να πεις την αλήθεια, χάνεις κάποιο είδος «πυρομαχικών» για πολιτική χειραγώγηση.



Εσύ, όμως, όπως και άλλοι στο πεδίο τους, νοιάζεσαι.

Αυτό που κατάφερε ο Μεχμεντάλια ήταν ότι όχι μόνο κατάφερε να βρει αυτούς τους ανθρώπους και να δημοσιοποιήσει την αλήθεια, αλλά και εγκαινίασε μια τρίτη φωνή. Από τη μία, υπήρχε η αριστερή, πολύ ιδεολογική, γεμάτη μίσος φωνή, κι από την άλλη η δεξιά, πολύ θυματοποιημένη, πολύ συναισθηματική. Και η τρίτη φωνή είναι συναισθηματικά φορτισμένη, αλλά όχι ιδεολογική. Είναι απλώς ανθρώπινη. Αυτή η φωνή έλειπε από την κοινωνία. Πολλοί, όπως εγώ, ανακουφίστηκαν που την άκουσαν. Δεν ταυτίζομαι με καμία από τις άλλες δύο. Είναι απαίσιες. Δε μου αρέσουν. Ο στόχος μου είναι ενισχύσω την τρίτη φωνή.

Εστιάζοντας κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σε θύματα πολίτες.

Ίσως έχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με όρους «πολίτες» ή «στρατιώτες». Είναι άνθρωποι. Χωρίς συν ή πλην. 4.000 άνθρωποι.



Η επιλογή του Λέον Λούτσεβ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο επηρεάστηκε από το κoινό του υπόβαθρο με τον πραγματικό ανθρακωρύχο;

Όταν διαλέγω ηθοποιούς, ιδίως για πρωταγωνιστικούς ρόλους όπως αυτός, δεν κοιτάζω την εθνικότητά τους. Το σημαντικό είναι η ανθρωπιά του Λέον. Νομίζω πως μοιράζοναι μια κοινή ανθρωπιά με τον Μεχμεντάλια. Αυτό που τους συνδέει είναι ότι ασχολήθηκαν με τις προκλήσεις, τις οποίες βίωσαν, με παρόμοιο τρόπο και οι επιλογές τους βασικά καθορίστηκαν από την ηθική τους. Δε μιλώ για τον Λέον τόσο ως ηθοποιό, αλλά ως άνθρωπο. Ο χαρακτήρας είχε βαθιά απήχηση μέσα του.

Η ερμηνεία του χαρακτηρίζεται από έντονη εσωτερικότητα.

Είναι διαισθητικός ηθοποιός, όχι διανοούμενος. Γίνεται αυτός ο χαρακτήρας. Χαίρομαι πραγματικά για τη συνεργασία μας. Στην πραγματικότητα ο Λέον δεν ήταν εκεί στη διάρκεια των γυρισμάτων καθόλου. Δεν ξέρω τον Λέον Λούτσεβ. Απλώς ξέρω τον Μεχμεντάλια.



Συμμερίζεσαι, εξάλλου, την ίδια ηθική ευθύνη απέναντι στη μνήμη, την ιστορία, την κοινωνία, τους ανθρώπους μ’ εκείνον.

Ό,τι συνέβη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι δικιά μας ευθύνη. Αυτές οι ανακαλύψεις, όμως, έγιναν στη διάρκεια της ενήλικης ζωής μας. Είμαστε, λοιπόν, υπεύθυνοι να ασχοληθούμε μ’ αυτές. Πώς καταπιανόμαστε, λοιπόν, υπεύθυνα;

Εκτιμώ, επίσης, το ότι αυτές οι διαφορετικές ιστορικές περίοδοι- ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία, η γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα- τείνουν να επικαλύπτονται ή να μπλέκονται στο πλαίσιο της αφήγησης και στην ιστορία του Μεχμεντάλια.

Μου άσκησαν κριτική για το γεγονός αυτό. Αφ’ ενός, γιατί είναι ένδειξη κακού γούστου να παραλληλίζει κάποιος τη δολοφονία των προδοτών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Αλλά δεν είναι δικός μου ο παραλληλισμός. Σοκαρίστηκα μ’ αυτόν εξίσου με οποιονδήποτε άλλο. Προέρχεται από τη ζωή και τις σκέψεις του Μεχμεντάλια.



Αφ’ ετέρου, επειδή κάποιες από τις λεπτομέρειες των αντικειμένων που βρήκε στο ορυχείο θύμιζαν το Ολοκαύτωμα. Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Πολύ σχολαστικά αναδημιούργησα τις φωτογραφίες και τις περιγραφές του. Κάθε μαζικός θάνατος, ανεξαρτήτως υποβάθρου, αφήνει τα ίδια ίχνη, υλικά ή αόρατα, στην κοινωνία. Ένα ορφανό πολέμου είναι ορφανό πολέμου. Δε ρωτάς τι έκαναν οι γονείς του. Κι όλα μοιάζουν.

Πιστεύεις πως ο πόλεμος, ή τα τραύματα που άφησε ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, είναι παρελθόν, δεδομένου ότι οι «σειρήνες» του εθνικισμού ηχούν στα Βαλκάνια πολύ δυνατά όλα αυτά τα χρόνια, και στις μέρες μας;

Κάθε γενιά έχει το δικό της έργο: να ασχοληθεί με το παρελθόν και να χτίσει το μέλλον. Η γενιά μου εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα ανεπούλωτα τραύματα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από την άλλη, υπάρχουν πράγματα που παραμένουν έγκυρα σε καθε γενιά. Όπως το κουράγιο, για παράδειγμα. Το κουράγιο να μένεις πιστός στην εσωτερική σου ηθική. Σ’ αυτό, επίσης, αφορά η ταινία.

Πώς μπορούν να επουλωθούν τραύματα, όπως οι μαζικοί θάνατοι;

Η καλύτερη θεραπεία είναι να αρχίσεις να μιλάς γι’ αυτά. Στην πραγματικότητα, το να μιλάς γι’ αυτά είναι ήδη μερικές φορές η λύση. Προσφέρει ανακούφιση και απελευθέρωση. Το ίδιο ισχύει για μια κοινωνία. Αν προσπαθείς να «θάβεις» πράγματα στο συλλογικό υποσυνείδητο, θα το δηλητηριάσουν, και μ’ αυτό το μέλλον σου. Μιλώντας για τα πράγματα, αυτά χάνουν τις κρυφές τερατώδεις δυνάμεις τους και αποδεικνύονται αρκετά κοινότοπα.



Ο Ανθρακωρύχος επιλέχτηκε ως η υποψηφιότητα της Σλοβενίας για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας του 2018. Έχοντας κατά νου το πολιτικά φορτισμένο θέμα της ταινίας, εξεπλάγης με την επιλογή;

Δεν ξέρω. Οι υποψήφιοι επιλέγονται από την Ένωση Σλοβένων Σκηνοθετών, όχι από τους κριτικούς, το κοινό, ή τους πολιτικούς. Είναι οι συνάδελφοί μου, οι οποίοι αποφάσισαν. Μ’ αυτή την έννοια δεν εκπλήσσομαι, αλλά νιώθω τιμή. Αυτό που θα αποτελούσε νίκη για όλους μας θα ήταν αν ο Ανθρακωρύχος έμπαινε στη βραχεία λίστα των υποψηφιοτήτων. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται λόμπινγκ. Και το λόμπινγκ απαιτεί είτε διασυνδέσεις ή λεφτά, που δεν έχουμε.

Η ταινία σου προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη και το Φεστιβάλ;

Έχω ξεχωριστούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη, και χαίρομαι που θα έρθω. Θέλω να δω πόσο έχει αλλάξει η πόλη, οι άνθρωποι και το Φεστιβάλ.

Ευχαριστώ θερμά τον Paweł Dobrowolski από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαρσοβίας για τη συμβολή του στον προγραμματισμό της συνέντευξης με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία Ο ανθρακωρύχος της Χάνα Σλακ προβάλλεται στο πλαίσιο της ενότητας Ματιές στα Βαλκάνια του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 18:00) και το Σάββατο, 4 Νοεμβρίου (αίθουσα Σταύρος Τορνές, 20:30).

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Γκεντιάν Κότσι: «Ήθελα να δώσω την αίσθηση της καταπίεσης που προέρχεται από τα πάνω»


Το Ξεκίνημα της μέρας, ντεμπούτο μυθοπλασίας του Αλβανού σκηνοθέτη Γκεντιάν Κότσι, εξερευνά με σιγουριά και λεπτότητα που συχνά θυμίζει το σινεμά των αδερφών Νταρντέν τον αγώνα μιας γυναίκας (Ορνέλα Καπετάνι) με το μικρό της γιο να επιβιώσουν με κάθε τίμημα στη σύγχρονη Αλβανία. To φιλμ είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, όπου η Ορνέλα Καπετάνι επάξια έλαβε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας. Συνομιλήσαμε με τον Γκεντιάν Κότσι λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας του. Το Ξεκίνημα της μέρας προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα εκτός συναγωνισμού στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Γιατί επέλεξες να εστιάσεις σε ένα γυναικείο χαρακτήρα, κατ’ αρχήν; Τι ήταν τόσο ενδιαφέρον σ’ αυτόν;

Ήταν περισσότερο μια αυθόρμητη, διαισθητική επιλογή. Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσε να είναι, επίσης, ένας ανδρικός χαρακτήρας. Έχοντας ολοκληρώσει το φιλμ, αναρωτιόμουν διαρκώς «πώς θα μπορούσαν ένας πατέρας κι ένας γιος ν’ αντιδράσουν σε τέτοιες καταστάσεις;» Θα ήταν μια ενδιαφέρουσα ιστορία, αν ήταν βασισμένη σε έναν ανδρικό χαρακτήρα, αλλά διαφορετική. Με κοινωνικούς όρους, βεβαίως, ο αγώνας μιας γυναίκας να επιβιώσει είναι πολύ πιο περίπλοκος και δύσκολος. Ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που διάλεξα ένα γυναικείο χαρακτήρα.

Είναι πολύ δυσκολότερο για μια γυναίκα να υλοποιήσει τους στόχους της, επίσης.

Τα εμπόδια είναι πολυάριθμα και πολύ μεγαλύτερα, κατά τη γνώμη μου, συγκρινόμενα με εκείνα, τα οποία αντιμετωπίζουν οι άντρες. Αλλά ένας ανδρικός χαρακτήρας θα είχε μετουσιωθεί σε μια εντελώς διαφορετική ιστορία με διαφορετικό αφηγηματικό στιλ.



Επηρεάστηκε, επομένως, το αφηγηματικό σου στιλ από την επιλογή της πρωταγωνίστριας, της Ορνέλα Καπετάνι; Συνεισέφερε στη διαμόρφωση του ίδιου της του χαρακτήρα;

Πρώτα απ’ όλα, ολοκλήρωσα το σενάριο κι έπειτα ξεκίνησα να ψάχνω για γυναίκες ηθοποιούς. Πραγματοποίησα πολλές ακροάσεις και συνεντεύξεις, αλλά, όταν πρωτοείδα την Ορνέλα Καπετάνι, ήμουν σχεδόν σίγουρος πως ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να υποδυθεί το χαρακτήρα της Λέτα. Της άρεσε επίσης πολύ το σενάριο και στη συνέχεια έπρεπε να συνεργαστούμε, γιατί η ενσάρκωση αυτού του χαρακτήρα ήταν πολύ δύσκολη διαδικασία. Δουλέψαμε έως 6-7 μήνες πριν τα γυρίσματα. Έπρεπε να ήμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί ο χαρακτήρας της χρειαζόταν να χτιστεί εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού πλαισίου, καθώς και να κουβαλά ορισμένα ψυχολογικά σημάδια. Έπρεπε πραγματικά να την κρατήσουμε στο όριο ανάμεσα στο κοινωνικό και το ψυχολογικό.

Είναι ένα πρόσωπο αποφασισμένο να επιβιώσει με κάθε τίμημα. Αυτό που είναι ιδιαιτέρως συναρπαστικό στην αφηγηματική σου προσέγγιση είναι ότι υπάρχουν πράγματα, τα οποία κάποιος πρέπει να υποθέσει πως συμβαίνουν, είτε εκτός κάδρου ή εντός του ψυχισμού της.

Στην επικοινωνία μου με το κοινό αποδίδω τεράστια αξία σε ό,τι βρίσκεται εκτός κάδρου.

Το Ξεκίνημα της μέρας είναι, πάντως, μια ταινία στέρεα εντός του πλαισίου της σύγχρονης αλβανικής κοινωνίας. Πόσο επηρεασμένος είσαι από αυτή τόσο ως σκηνοθέτης, όσο και ως κάποιος που ζει μέσα της;

Η προσέγγισή μου στην ταινία είναι προϊόν μιας οικουμενικής οπτικής, επομένως δεν αφορά μόνο στην αλβανική κοινωνία. Αυτό που την καθιστά καθολική, από την άποψη της επικοινωνίας με μεγαλύτερα κοινά, είναι το γεγονός ότι καταπιάνεται με τον εσωτερικό αγώνα του ανθρώπου. Ασφαλώς άντλησα την ιδέα από το μέρος όπου μένω, από την καθημερινή μου παρατήρηση, από τη διασύνδεσή μου με τους ανθρώπους στην Αλβανία: τα πορτρέτα τους στους δρόμους, τον τρόπο που αντιδρούν ή συμπεριφέρονται. Εμπνέεται από την καθημερινή ζωή. Υπάρχει, επίσης, μια πολιτική δήλωση στην ταινία, γιατί ήθελα να δώσω την αίσθηση της καταπίεσης που προέρχεται από τα πάνω και, εφόσον οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή, κατά κάποιο τρόπο αρχίζουν να μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου. Είναι μια δήλωση σχετικά με ένα σύστημα, το οποίο ασκεί πίεση με πολλή επιμονή στους Αλβανούς.



Όσον αφορά στον αλβανικό κινηματογράφο, δεν παράγονται πολλές ταινίες, ούτε προβάλλονται σε φεστιβάλ ή εμπορικά παγκοσμίως. Υποθέτω, λοιπόν, πως κι η δικιά σου προσπάθεια θα πρέπει να υπήρξε πολύ δύσκολη στην υλοποιήσή της. Είναι έτσι;

Είναι πολύ δυσκολότερο για τα αλβανικά φιλμ να έχουν μια διεθνή ορατότητα, γιατί η παραγωγή κινείται σε χαμηλό επίπεδο. Έχουμε, ωστόσο, μια πολύ πλούσια κινηματογραφική ιστορία, αλλά πολύ λίγοι άνθρωποι διεθνώς γνωρίζουν αυτό το θησαυρό, μιας και ήμαστε εντελώς απομονωμένοι επί 45 χρόνια. Αυτό καθιστά τη δουλειά μας, τη δουλειά μου, πιο δύσκολη, γιατί είναι σαν οι Αλβανοί σκηνοθέτες να κουβαλούν ένα πολύ χαμηλό συμβολικό κεφάλαιο και απαιτείται σκληρή δουλειά, προκειμένου να είναι ορατοί. Είναι, επίσης, πολύ δύσκολο για αλβανικές ταινίες να πραγματοποιήσουν την παγκόσμια πρεμιέρα τους σε πολύ σημαντικά ευρωπαϊκά φεστιβάλ.

Πρέπει, ωστόσο, να πω ότι, αν και δεν έχουμε παράγει πολλά φιλμ, από το 1990 έχουμε πολύ καλές δουλειές από Αλβανούς σκηνοθέτες, που είχαν την ευκαιρία να τις μοιραστούν με διεθνή κοινά.

Φαντάζομαι πως το στοιχείο της συμπαραγωγής, η συνεργασία με την Graal Films, βοήθησε στην ολοκλήρωση της ταινίας.

Η διαδικασία συμπαραγωγής με την Graal Films ήταν πολύ σημαντική για την ολοκλήρωση αυτού του εγχειρήματος. Διάβασαν το σενάριο, τους άρεσε πολύ και, έκτοτε, είμαστε στο ίδιο «πλοίο». Ο μόνος «όρος» τους ήταν ότι κι εκείνοι ήθελαν να ολοκληρωθεί η ταινία. Έπειτα, η Graal μπόρεσε να συγκεντρώσει κάποια χρήματα από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, έτσι είχα την ευκαιρία μέρος της καλλιτεχνικής μου ομάδας να προέρχεται από την Ελλάδα, όπως ο διευθυντής φωτογραφίας Ηλίας Αδάμης. Όλη η διαδικασία της post production πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα.



Είναι η δεύτερη φορά σου στο Σαράγεβο ως σκηνοθέτης;

Είναι η δεύτερη φορά μου στην πόλη ως σκηνοθέτης. Η πρώτη ήταν 3 χρόνια πριν στο πλαίσιο του CineLink Co-Production Market. Είχαμε επιλεγεί ανάμεσα σε 14 άλλα πρότζεκτ για ανάπτυξη και χρηματοδότηση.

Πώς νιώθεις που βρίσκεσαι εδώ;

Το να αποτελώ μέρος του Διαγωνιστικού ή αυτού του Φεστιβάλ, γενικότερα, με κάνει να νιώθω πολύ καλά και, κατά κάποιο τρόπο, σημαντικός. Και οι διοργανωτές του είναι πολύ ζεστοί και φιλικοί άνθρωποι. Η ατμόσφαιρα της πόλης στη διάρκεια αυτών των ημερών αποπνέει πραγματικά μια οικεία αίσθηση. Είμαι, λοιπόν, ευτυχής που παρουσιάζω τη δουλειά μου στο Σαράγεβο.



Ας ελπίσουμε ότι το Ξεκίνημα της μέρας θα καταφέρει να ταξιδέψει όσο πιο μακριά γίνεται! Υπάρχουν σχέδια για περαιτέρω φεστιβαλικές προβολές;

Δεν μπορώ να ανακοινώσω τις επιβεβαιώσεις δημοσίως, γιατί δεν έχουν επισημοποιηθεί ακόμα. Ταυτόχρονα, η εταιρεία παραγωγής μας προσπαθεί πολύ σκληρά να προωθήσει το φιλμ σε περισσότερα φεστιβάλ.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Γκεντιάν Κότσι για το χρόνο του και την Μπλερίνα Χανκολάρι, σύζυγο και επαγγελματική του συνεργάτρια, για την πολύτιμη συνεισφορά της στη μετάφραση των απαντήσεών του στα αγγλικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο: https://www.widemanagement.com/daybreak

Η ταινία Ξεκίνημα της μέρας του Γκεντιάν Κότσι προβάλλεται εκτός συναγωνισμού στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 15:00), το Σάββατο, 4 Νοεμβρίου (αίθουσα Παύλος Ζάννας, 12:00) και την Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου (αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 22:30).

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Ίλντικο Ενιέντι: «Ο τεχνητός κόσμος είναι φαντασία “παγωμένη” στην ύλη»


Γλυκομίλητη, ευγενέστατη και εξαιρετικά σεμνή, η Ίλντικο Ενιέντι, μια από τις κορυφαίες Ουγγαρέζες σκηνοθέτριες, επέστρεψε φέτος στο κινηματογραφικό προσκήνιο, 18 χρόνια μετά το Σίμων ο Μάγος, με την ταινία Η ψυχή και το σώμα. Το φιλμ, το οποίο αφηγείται μια από τις πιο ευρηματικές και ασυνήθιστες ερωτικές ιστορίες που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια, απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο στη φετινή Μπερλινάλε, και αποτελεί την ταινία έναρξης του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο φιλοξενεί πλήρες αφιέρωμα στο έργο της Ίλντικο Ενιέντι, παρουσία της ίδιας. Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια.

Τι σας κράτησε για τόσο καιρό μακριά από τη δημιουργία ταινιών μυθοπλασίας;

Τα λεφτά! Αναζητούσα πρότζεκτ για φιλμ μυθοπλασίας διαρκώς. Δεν ήμουν, λοιπόν, μακριά από τις ταινίες μυθοπλασίας. Μέρα νύχτα δούλευα πάνω σε εγχειρήματα, απλώς δε χρηματοδοτήθηκαν ποτέ.

Η αναμονή άξιζε τον κόπο, ωστόσο, γιατί η πιο πρόσφατη ταινία σας Η ψυχή και το σώμα, την οποία παρακολούθησα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο, αφηγείται μια από τις, πιθανόν, πιο ευρηματικές, παιγνιώδεις, παράξενες και υπέροχες ερωτικές ιστορίες που έχουν σκηνοθετηθεί τα τελευταία χρόνια.

Σε ευχαριστώ πολύ!

Νομίζετε ότι, όπως και οι ίδιοι οι χαρακτήρες του φιλμ, ως κοινωνίες και ως άτομα υποφέρουμε από κάποιου είδους συναισθηματική αναπηρία;

Νομίζω πως, όταν ζεις σε ένα τρελό κόσμο, τότε, αν είσαι φυσιολογική ανθρώπινη ύπαρξη με φυσιολογική ευαισθησία, γίνεσαι εσύ μη κανονικός. Οι ήρωες είναι τόσο περιορισμένοι στη συναισθηματική τους ζωή, κι αυτό είναι μια ένδειξη της ψυχικής τους υγείας, γιατί αντιδρούν έτσι σε μια αφύσικη κατάσταση κι ένα σκληρό κόσμο, όπου η σκληρότητα θεωρείται φυσιολογική. Όπως στο σφαγείο.



Η δουλειά σας με τους ηθοποιούς ήταν θαυμάσια. Πώς ήταν η συνεργασία σας μαζί τους, δεδομένου ότι η πρωταγωνίστρια (Alexandra Borbély) είναι μια έμπειρη θεατρική, κυρίως, ηθοποιός, ενώ ο πρωταγωνιστής (Géza Morcsányi) ερασιτέχνης;

Είμαι βαθιά ευγνώμων απέναντί τους, γιατί και για τους δύο ήταν μεγάλη δουλειά και δεν έπαιξαν. Κατά κάποιο τρόπο, καθετί πραγματικά σημαντικό συνέβη πριν τα γυρίσματα. Απλώς έγιναν αυτοί οι χαρακτήρες, χρησιμοποιώντας διαφορετικά εργαλεία, καθώς προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα. Κι αυτό δεν αφορούσε μόνο στους ηθοποιούς, αλλά και στους υπόλοιπους συντελεστές, ακόμα κι εκείνους στα πιο μικρά πόστα: όλοι ενεπλάκησαν τόσο βαθιά, ήταν τόσο αυθεντικοί και εναρμονίστηκαν με τη ροή της ταινίας, που συνεισέφεραν στο σκοπό της.

Όσο για τα ζώα που εμφανίζονται στο φιλμ;

Τα ζώα δεν είναι ποτέ κάλπικα. Είναι πάντοτε εκεί, 100%. Είναι ανίκανα να είναι κάτι άλλο εκτός από τους εαυτούς τους. Γι’ αυτό έχουν μια τοσό ισχυρή φυσική παρουσία και στο μισό ίντερνετ παρακολουθείς βίντεο με γάτες: γιατί είναι κάτι σπάνιο και πολύτιμο, ενσαρκώνουν τόσα πολλά, δεν παίζουν ρόλους, δεν επιδιώκουν να ευχαριστήσουν τον οποιονδήποτε. Είναι απλώς ο εαυτός τους.



Η οπτική γλώσσα που χρησιμοποιείτε, πάντως, είναι μαγευτική και προσθέτει στο αποτέλεσμα των ερμηνειών. Κι αυτό διαφοροποιεί τις ταινίες σας, το ότι έχουν αυτή την εφευρετική, παιχνιδιάρικη, ακόμα και παιδική ποιότητα. Πόσο σημαντική είναι, λοιπόν, για σας η δύναμη της φαντασίας;

Νομίζω πως είναι παρούσα σε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας. Ακόμα και τα πιο απλά αντικείμενα που χρησιμοποιούμε και ό,τι βλέπουμε τριγύρω μας είναι ο καρπός της φαντασίας ενός ορισμένου ανθρώπου ή μιας ομάδας. Ο υλικός κόσμος γύρω μας, επομένως, ο τεχνητός κόσμος που έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο, είναι φαντασία «παγωμένη» στην ύλη. Όπως ένα κτίριο, μια καρέκλα όπου κάθεσαι. Η φαντασία, τα οράματα άγνωστων ανθρώπων μας περιβάλλουν, όταν περπατάμε στον κόσμο.

Πιστεύετε ακόμα στη μαγεία που ο κινηματογράφος ως μέσο μπορεί να κρύβει;

Όταν αυτός ξεκίνησε, και τείνουμε να το ξεχνάμε, ένα πολύ βασικό όνειρο της ανθρωπότητας έγινε πραγματικότητα. Από τους προϊστορικούς χρόνους, ξέρεις, ο άνθρωπος ήθελε να διατηρήσει τον εαυτό του στην αιωνιότητα, να έχει μια αιώνια ζωή. Κι αυτό κάνει το σινεμά, αυτή είναι η μαγεία των αδερφών Λυμιέρ, από τη μία. Από την άλλη, ελκυόμαστε από την πιθανότητα πραγμάτων που δεν υφίστανται. Κι αυτή είναι η μαγεία του Μελιέ. Τι σπουδαίο προνόμιο είναι τούτο, να ζούμε με αυτή την εφεύρεση, κι όχι πριν από αυτή!

Φαίνεται, πάντως, πως η ταινία σας έχει καταφέρει να μαγέψει κοινά ανά τον κόσμο, ενώ έχει κερδίσει βραβεία και αποσπάσει εκτίμηση. Περιμένατε κάτι τέτοιο, μετά από μια τόσο μακρά απουσία από το φεστιβαλικό κύκλωμα;

Είναι τόσο σπάνιο, κι είμαι τόσο ευτυχισμένη γι’ αυτό, που και το κοινό και οι κριτικοί βρίσκουν το φιλμ ελκυστικό. Όταν το ξεκίνησα, ήμουν πολύ σίγουρη πως δεν ήθελα να επιστρέψω μετά από ένα τόσο μεγάλο κενό με κάτι μεγαλόπρεπο. Ήθελα να το διατηρήσω απλό και μικρό. Το εξήγησα, λοιπόν, και στους συναδέλφους μου, πως πρέπει να το κρατήσουμε έτσι, αλλιώς θα ήταν αντίθετο στην ίδια του τη φύση. Το ότι αγγίζει τόσο άμεσα τόσο πολλούς ανθρώπους αποτέλεσε, επομένως, για μένα μεγάλο σοκ και έκπληξη.



Πρόσφατα πέθανε ένας από τους μεγάλους του ουγγρικού σινεμά, ο Κάρολι Μακ. Ήταν ένας άνθρωπος που μέσω της δουλειάς του σας επηρέασε στις κινηματογραφικές σας αναζητήσεις;

Ήταν, επίσης, ένας καλός φίλος, αλλά και δάσκαλος στη Σχολή Κινηματογράφου. Ένα πολύ δυνατό, ασυνήθιστο, φανταχτερό είδος δασκάλου. Όταν επρόκειτο να δώσω για τις εισαγωγικές εξετάσεις, μια διαδικασία διάρκειας τριών μηνών όπου συμμετείχαν 600 άτομα και μόνο 6 γίνονταν δεκτά, σε κάθε γύρο ερχόμουν σε σύγκρουση με τον, κατά τα άλλα, υπέροχο κινηματογραφιστή που θα γινόταν ο δάσκαλός μου. Όπως μου είπε ο ίδιος αργότερα, ήταν ο Κάρολι Μακ που κάθε φορά έλεγε: «Άκου, άσε αυτό το κορίτσι να κάνει άλλο ένα βήμα, να συνεχίσει και στον επόμενο γύρο, γιατί υπάρχει κάτι σ’ αυτόν τον άνθρωπο».

Όπως αποδεικνύεται, είχε δίκιο- και με το παραπάνω! Ελπίζω, λοιπόν, να συνεχίσετε να τιμάτε τη μνήμη και τα διδάγματά του.

Σε ευχαριστώ πολύ!

Ευχαριστώ θερμά την Teréz Koncz, συντονίστρια της φεστιβαλικής προώθησης του φιλμ Η ψυχή και το σώμα, για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Στο πλαίσιο του 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου) πραγματοποιείται πλήρες αφιέρωμα στο έργο της Ίλντικο Ενιέντι, παρουσία της ίδιας. Η ταινία Η ψυχή και το σώμα ανοίγει το 58ο ΦΚΘ την Πέμπτη 2 Νοεμβρίου στον κινηματογράφο Ολύμπιον στις 20:00. Επαναληπτική προβολή: Παρασκευή 3 Νοεμβρίου, Ολύμπιον, 15:30. Μέσα στο προσεχές διάστημα θα κυκλοφορήσει και στις αίθουσες από τη StraDa Films.