Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

«Όχι» στην αποφυλάκιση των Ηριάννας Β.Λ. και Περικλή Μ. από το Πενταμελές Εφετείο


«Όχι» στην αποφυλάκιση των Ηριάννας Β.Λ. και Περικλή Μ. είπε τη Δευτέρα 17 Ιουλίου το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (Τμήμα Αναστολών) με πλειοψηφία 3-2, λειτουργώντας ως προέκταση της Αντιτρομοκρατικής και αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πόσο «κουφή», «τυφλή», πολιτική και βαθιά ταξική παραμένει η αστική «Δικαιοσύνη». Απορριπτική ήταν και η πρόταση του εισαγγελέα Προβατάρη.

Η ετυμηγορία προκάλεσε εντάσεις μέσα κι έξω από την ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, οι οποίες κορυφώθηκαν το ίδιο βράδυ με δυναμική πορεία εκατοντάδων αλληλέγγυων στους έγκλειστους, που συνοδεύτηκε από εκτεταμένες φθορές σε τζαμαρίες καταστημάτων επί της οδού Ερμού.

Η εκδίκαση των αιτημάτων της Ηριάννας Β.Λ. και Περικλή Μ. για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης ποινής 13 ετών, η οποία τους έχει επιβληθεί για ένταξη στην οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και διακεκριμένη οπλοκατοχή βάσει σαθρότατων δειγμάτων γενετικού υλικού, ξεκίνησε με αρκετή καθυστέρηση λίγο πριν τις 2 το μεσημέρι.

Η προκλητική παρουσία πάνοπλων κουκουλοφόρων ΕΚΑΜιτών προξένησε την έντονη δυσφορία του ακροατηρίου και την «έκρηξη» της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που ήταν παρούσα, η οποία δήλωσε:

«Παρακαλώ στο όνομα της Δικαιοσύνης αυτή η εικόνα να πάψει. Υπερασπίζομαι τη Δικαιοσύνη όπως κι εσείς».

«Δεν είμαι αντίπαλος με κανένα. Ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση δεν έχω με κανέναν. Αν θέλετε να το “χοντρύνετε”, η υπόθεση θα αναβληθεί», την «απείλησε» η πρόεδρος.

Σχεδόν 3.5 ώρες αργότερα αποδείχτηκε περίτρανα ότι η πλειοψηφία της έδρας αντιμετώπισε με τον πιο απροκάλυπτα πολιτικό τρόπο την Ηριάννα Β.Λ. και τον Περικλή Μ. επιβεβαιώνοντας τον εγκλεισμό τους όχι γιατί έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα, αλλά γιατί κι αυτοί συνιστούν «εσωτερικό εχθρό» που πρέπει να εκμηδενιστεί με κάθε τρόπο.

«Είμαι 29 χρονών. Τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής μου είναι αφιερωμένα στο χτίσιμο μιας σχέσης με το Πανεπιστήμιο. Ήταν επιλογή ζωής», υπογράμμισε η Ηριάννα Β.Λ., υποψήφια διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ και συνεργάτις στο Διδασκαλείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας, διευκρινίζοντας πως η παράταση του εγκλεισμού της καταστρέφει αυτή της τη σχέση.

Στη συνέχεια, η πρόεδρος απευθύνθηκε στον Περικλή Μ., απόφοιτο του Γεωπονικού Πανεπιστημίου:

«Γιατί ζητάτε αναστολή εκτέλεσης της ποινής;», τον ρώτησε.

«Επειδή έχω σοβαρό πρόβλημα υγείας», της απάντησε.

«Στη ζωή μου έχω εργαστεί σε διάφορα επαγγέλματα κι έχω ένα πτυχίο που θέλω να αξιοποιήσω», συμπλήρωσε.

Ο Περικλής Μ. πάσχει από σπάνια πάθηση πνευμονολογικής φύσης, η οποία δεν είναι αντιμετωπίσιμη με φαρμακευτική αγωγή και, μέχρι στιγμής, δεν είναι ιάσιμη.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης της Ηριάννας Β.Λ.

«Το παιδί αυτό εργάζεται κοντά μας 2.5 χρόνια. Η σχέση της με το Πανεπιστήμιο είναι σχέση που την έχτισε βάσει των εξαιρετικών επιδόσεων και του χαρακτήρα της. Είναι στη φάση εκπόνησης της διδακτορικής της διατριβής», κατέθεσε για την Ηριάννα Β.Λ. η Μαρία Ιακώβου, επίκουρη καθηγήτρια του Τομέα Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ.

(Πρόεδρος) Η συνεργασία είναι αμειβόμενη;

(Μάρτυρας) Εφόσον οι αξιολογήσεις είναι τόσο εξαιρετικές, θέλουμε να συνεχίσουμε.

(Πρόεδρος) Στο σχολείο που διδάσκει ελληνικά σε ξένους, πόσα άτομα απασχολούνται;

(Μάρτυρας) Αυτή τη στιγμή 7 άτομα. Οι ωρομίσθιοι φτάνουν τα 20 άτομα. Επιλέγουμε πάντα τους καλύτερους. Έχουμε μια εξαιρετική απόφοιτη που σε όλα της ήταν πάντα πάνω από το μέσο όρο.

Στη συνέχεια κατέθεσε η Αμαλία Μόζερ, καθηγήτρια του Τομέα Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ και επιβλέπουσα της Ηριάννας Β.Λ. στο πλαίσιο της εκπόνησης της διδακτορικής της διατριβής.

«Δεν είναι δυνατόν να κάνει διατριβή μέσω διαδικτύου», διευκρίνισε.

(Θεόδωρος Μαντάς-συνήγορος υπεράσπισης Ηριάννας Β.Λ.) Είναι υποχρεωτική η παρουσία της Ηριάννας στο Πανεπιστήμιο;

(Μάρτυρας) Ναι.

(Θεόδωρος Μαντάς) Εφόσον είναι δυνατόν να διασφαλιστεί η πρόσβαση στο διαδίκτυο [κατά τη διάρκεια της κράτησης], μπορεί να συνεχίσει την εκπόνηση της διατριβής;

(Μάρτυρας) Όχι. Ούτως ή άλλως η έρευνα μέσω υπολογιστή δεν είναι δυνατή και δεν είναι δυνατόν να έχει πρόσβαση στο δίκτυο του Πανεπιστημίου Αθηνών από αλλού.

«Χτίζει ένα ακαδημαϊκό και εργασιακό δρόμο βασισμένο πάνω στην επιστήμη που τη λατρεύει. Είμαστε περήφανοι για τα επιτεύγματά της. Της κόπηκε αυτός ο δρόμος. Ευχή μου είναι να μπορέσει να συνεχίσει αυτό που έκανε όλα αυτά τα χρόνια», κατέθεσε η μητέρα της Ηριάννας Β.Λ.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του Περικλή Μ.

«Δεν υπάρχει φαρμακευτική αντιμετώπιση», σχολίασε, στη συνέχεια, γιατρός πνευμονολόγος για την πάθηση του Περικλή Μ. «Το κάπνισμα απαγορεύεται. Αυτό, και το στρες», συμπλήρωσε.

«Αν δεν είναι σε κατάλληλες συνθήκες, υπάρχει περίπτωση να πάθει τέλεια πνευμονική ανεπάρκεια», κατέληξε.

Είναι εύκολα αντιληπτό πόσο σοβαρό κίνδυνο διατρέχει ο Περικλής Μ. με την παράταση της κράτησής του σε ένα χώρο, όπου κάθε άλλο παρά διασφαλίζεται η τακτική παρακολούθηση της υγείας του και η παροχή της απαραίτητης ιατρικής φροντίδας.

«Είναι ένα παιδί “άγγελος”. Όλοι τον αγαπούνε και του λένε “πότε θα έρθεις να ανοίξεις το μαγαζί σου στο χωριό;”», κατέθεσε ο θείος του διωκόμενου.

«Άκουσα τις καθηγήτριές μου και την μητέρα μου να μιλάνε για την ακαδημαϊκή μου πορεία. Αυτή είναι η μισή μου ζωή. Η άλλη μισή είναι η εργασία μου, για την οποία αμείβομαι καλά. Διδάσκω και στο Διδασκαλείο και σε πρόσφυγες. Είμαι και εκπαιδεύτρια σε ξένους φοιτητές ξένων πανεπιστημίων για εξ απόστασης εκμάθηση ελληνικών. Ήταν εργασίες που θα τις ζήλευαν πολλοί συνάδελφοί μου. Κόπιασα για να τις κατακτήσω», υπογράμμισε η Ηριάννα Β.Λ.

Για να συνεχίσει:

«Από την 1η Ιούνη μου στερήθηκαν οι εργασίες και η ακαδημαϊκή μου διαδρομή. Είμαι ένας άνθρωπος που από το πουθενά του στερούν τη δυνατότητα να συνεχίσει τα όνειρά του. Νιώθω ιδιαίτερα προσβεβλημένη».

«Δε μου αντιστοιχεί σε κανένα επίπεδο η θέση, στην οποία βρίσκομαι. Το ψυχολογικό βάρος είναι τεράστιο. Δεν μπορώ να είμαι παράνομος, για να ανοίξω μαγαζί», δήλωσε, από την πλευρά, του ο Περικλής Μ.

Η πρόταση του εισαγγελέα Προβατάρη

Μετά τη διακοπή, ο εισαγγελέας Προβατάρης, χωρίς να διαφοροποιηθεί στο ελάχιστο από τις απορριπτικές προτάσεις τις οποίες είχε κατά τρόπο «καρμπόν» και με μηδενική τεκμηρίωση διατυπώσει για τις υποθέσεις που προηγήθηκαν, ζήτησε να απορριφθούν και τα αιτήματα των 2 διωκόμενων.

Σε ό,τι αφορά τη συνέχιση της εκπόνησης του διαδακτορικού της Ηριάννας Β.Λ,, δήλωσε πως «δε συντρέχει το στοιχείο της υπέρμετρης και ανεπανόρθωτης βλάβης, εφόσον μπορεί να διεξαχθεί σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα».

«Η διδασκαλία είναι αμειβόμενη, αλλά δε συνδέεται με την έναρξη έκτισης της ποινής. Η επαγγελματική δραστηριότητα βρίσκεται σε ανάσχεση, αλλά δε συνιστά υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη», πρόσθεσε.

«Κι αν αφεθεί ελεύθερη, είναι πολύ πιθανό να τελέσει όμοια αδικήματα», κατέληξε σε σχέση με την Ηριάννα Β.Λ., χωρίς, φυσικά, να μπορεί ή να θέλει να τεκμηριώσει την εικασία του. Καλά να είναι η Αντιτρομοκρατική και η ακατάβλητη επιδίωξή της να κατασκευάζει ενόχους και «τρομοκράτες».

«Η παραμονή του σε κατάστημα κράτησης δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μέριμνα που πρέπει να λαμβάνεται για την πάθησή του», παρατήρησε για τον Περικλή Μ., σε μια έξαρση βαναυσότητας και ελαφρότητας.

«Οι επιπλοκές της νόσου δεν είναι βέβαιο ότι θα επέλθουν», συμπλήρωσε σαδιστικά.

Κατά τον «νομομαθή» εισαγγελέα, και ο Περικλής Μ. είναι εξίσου ύποπτος τέλεσης νέων αδικημάτων.

Οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης

«Ενδεχομένως κάποιοι να μη βλέπουν στο πρόσωπο της Ηριάννας το δικό τους παιδί», σχολίασε δηκτικά ο συνήγορός της Θεόδωρος Μαντάς.

Αφού παρέθεσε σωρεία δικαστικών αποφάσεων, κυρίως σχετιζόμενων με οικονομικά αδικήματα, με ανασταλτικό αποτέλεσμα, χωρίς η πρόκληση υπέρμετρης και ανεπανόρθωτης βλάβης να αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο, διευκρίνισε ότι «δεν ήρθαμε εδώ ως ικέτες», καλώντας την έδρα να εφαρμόσει «την οικεία διάταξη και στην περίπτωση της Ηριάννας».

«Από την αρχή της ενήλικης ζωής τους δεν ήταν παραβατικοί, δεν παράγουν κίνδυνο», επισήμανε ο Νίκος Δαμασκόπουλος, συνήγορος του Περικλή Μ. αναφερόμενος και στους 2.

«Μπορεί να αποτελεί κίνδυνο επανένταξης στην οργάνωση; Η πράξη αποδεικνύει το αντίθετο. Ήταν απολύτως νομοταγής πολίτης», συνέχισε.

«Δεν μπορούμε την όποια πιθανότητα έχουμε στο μυαλό μας ως ακραίο ενδεχόμενο να την αναγάγουμε σε ακραία πιθανολόγηση», πρόσθεσε.

Αφού υπογράμμισε ότι η υγεία του εντολέα του κινδυνεύει περισσότερο στη φυλακή, έκανε έκκληση στην έδρα να προβεί σε διόρθωση του σφάλματος της πρωτόδικής απόφασης και σε μετριασμό της υπερβολής.

Η απόφαση

Κωφεύοντας στα κελεύσματα της νομικής επιστήμης, της ηθικής και της κοινής λογικής, και συντασσόμενη με τις επιταγές των πιο σκοτεινών κύκλων της Αντιτρομοκρατικής, η έδρα με πλειοψηφία 3-2 απέρριψε τα αιτήματα της Ηριάννας Β.Λ. και του Περικλή Μ.

Η ανακοίνωση της απόφασης στις 17:20 το απόγευμα προκάλεσε τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των αλληλέγγυων.

«SS SS, μπάτσοι δικαστές», ήταν το ταιριαστό σύνθημα που δόνησε την αίθουσα, για να ακολουθηθεί από τη ρίψη πλαστικών μπουκαλιών, τα οποία, ωστόσο, δε βρήκαν το στόχο τους, καθώς η έδρα αποχώρησε σαν κυνηγημένη λίγα δευτερόλεπτα μετά την εκφώνηση της ετυμηγορίας.

Η ένταση μεταφέρθηκε έξω από το Εφετείο Αθηνών και επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου δεκάδες αλληλέγγυοι διέκοψαν την κυκλοφορία φωνάζοντας συνθήματα και πυρπολώντας κάδους.

Η τελευταία «πράξη» της χτεσινής μέρας παίχτηκε λίγες ώρες αργότερα με μια δυναμική πορεία εκατοντάδων αλληλέγγυων στο κέντρο της Αθήνας, που συνοδεύτηκε από εκτεταμένες φθορές σε τζαμαρίες καταστημάτων επί της οδού Ερμού.

Μέχρι την απελευθέρωση, πάντως, των 2 διωκόμενων, θυμάτων των εκδικητικών εξουσιαστικών μηχανισμών, το ευρύτατο «κύμα» συμπαράστασης, το οποίο εκδηλώθηκε στο πρόσωπό τους, δεν αναμένεται να καταλαγιάσει.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του Τζαν Ντουντάρ «Μας συνέλαβαν!-Μια μαρτυρία από τη φυλακή»


Διεθνώς καταξιωμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Τζαν Ντουντάρ είναι ένας από τους πλέον ασυμβίβαστους εκπροσώπους μιας δημοκρατικής, εκκοσμικευμένης και φιλοευρωπαϊκής Τουρκίας, κι ένας άνθρωπος που διαρκώς μας υπενθυμίζει ότι η άσκηση της πραγματικής δημοσιογραφίας ισοδυναμεί συχνά με τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του δημοσιογράφου- ή και της ζωής του.

Αρχισυντάκτης μέχρι τον Αύγουστο του 2016 της αντιπολιτευόμενης κεντροαριστερής εφημερίδας Τζουμχουριέτ, ο Τζαν Ντουντάρ συνελήφθη το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου μαζί με τον Ερντέμ Γκιουλ, υπεύθυνο του γραφείου της εφημερίδας στην Άγκυρα, κατηγορούμενος για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, κατασκοπεία και αποκάλυψη εμπιστευτικών εγγράφων.

«Έγκλημά» του- και της εφημερίδας συνολικά- ήταν η δημοσιοποίηση με ενυπόγραφο άρθρο του ίδιου στις 29  Μαΐου του 2015 της σκανδαλώδους διαδικασίας παράδοσης όπλων από τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες σε ισλαμιστές στη Συρία, η οποία τεκμηριωνόταν με τη χρήση φωτογραφικού και βιντεοσκοπημένου υλικού.

Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Ερντογάν, που έσπευσε να στοχοποιήσει τον Ντουντάρ απειλώντας τον ότι θα πλήρωνε «βαρύ τίμημα» για το άρθρο του.

Το «βαρύ τίμημα» άρχισε να «εξοφλείται» με τη φυλάκιση του ίδιου και του Ερντέμ Γκιουλ επί 92 μέρες στη φυλακή της Σηλυβρίας, απ’ όπου εντέλει αφέθηκαν ελεύθεροι στις 26 Φεβρουαρίου του 2016.

«Καρπός» αυτού του τρίμηνου εγκλεισμού υπήρξε το βιβλίο Μας συνέλαβαν!-Μια μαρτυρία από τη φυλακή, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κριτική.

Διαρθρωμένο σε 37 ολιγοσέλιδα και περιεκτικά κεφάλαια, με την προσθήκη ενός προλόγου για την ελληνική έκδοση, μιας εισαγωγής κι ενός επιμέτρου, το οποίο περιλαμβάνει μια συνέντευξή του με την δημοσιογράφο Τέτα Παπαδοπούλου, το Μας συνέλαβαν! συνιστά ένα αξιοζήλευτο συγγραφικό επίτευγμα.

Γραμμένο εξολοκλήρου στη φυλακή, πρόκειται για ένα λαμπρό και βαθιά αναστοχαστικό δείγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας με λογοτεχνικές αρετές, διανθισμένο με αιχμηρό και οξύ κοινωνικο-πολιτικό σχολιασμό, χιούμορ και σαρκασμό, το οποίο βρίσκεται σε διαρκή «συνομιλία» με την ιστορία της Τουρκίας, παλαιότερη και σύγχρονη, καθώς και με άλλα κείμενα εγκλείστων ανά τον κόσμο.

Η χωροταξία της φυλακής, η καθημερινότητα της εκεί διαβίωσης, οι μικρές «ανάσες» ελευθερίας, το κίνημα αλληλεγγύης- διεθνές και εγχώριο-, οι ανησυχίες, οι σκέψεις, οι συναισθηματικές διακυμάνσεις και μεταπτώσεις του Τζαν Ντουντάρ καταγράφονται και αναπλάθονται συγγραφικά με υποδειγματική διαύγεια και οικονομία ύφους, χωρίς να εκπίπτουν σε «γλυκερό» συναισθηματισμό ή συνθηματολογικό καταγγελτικό λόγο.

Πολίτης μιας χώρας που «προσπαθεί να διασώσει τη δημοκρατία, καθώς βρίσκεται πάνω σ’ ένα επικίνδυνο εκκρεμές, το οποίο ταλαντεύεται επικίνδυνα ανάμεσα στον στρατώνα και το τέμενος», ο Τζαν Ντουντάρ, που από τον Ιούνιο του 2016 ζει στη Γερμανία με ένα ένταλμα σύλληψης να εκκρεμεί σε βάρος του, μας καλεί να υποστηρίξουμε τον «αγώνα επιβίωσης που δίνουν οι δημοκρατικές δυνάμεις στην Τουρκία».

Ας τον αφουγκραστούμε- πριν είναι για όλους μας αργά. 

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Ένκε Φεζολλάρι: «Είμαι εργάτης της τέχνης, και χρειαζόμαστε εργάτες της τέχνης»


Σκηνοθετημένη από τον ταλαντούχο αλβανικής καταγωγής θεατρικό σκηνοθέτη και ηθοποιό Ένκε Φεζολλάρι, η παράσταση Ορκισμένη παρθένα αποτελεί μια απογυμνωμένη, τραχιά και σκοτεινή εκδοχή του ομότιτλου μυθιστορήματος της Ελβίρα Ντόνες, από το οποίο εμπνέεται.

Με πρωταγωνίστρια την Χάνα/Μαρκ που, υποτασσόμενη σε μια αρχέγονη αλβανική παράδοση, αποποιείται τη γυναικεία φύση της ορκιζόμενη παρθενία, προκειμένου να ζήσει ελεύθερη, η παράσταση παρουσιάζεται στις 13 και 14 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2017. Συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη την επομένη μιας από τις τελευταίες πρόβες, όπου είχα την ευχαρίστηση να παραστώ.

Τι σε κέντρισε στο μυθιστόρημα της Ελβίρα Ντόνες Ορκισμένη παρθένα, απ’ όπου αντλεί την έμπνευσή της η ομότιτλη παράσταση, την οποία σκηνοθετείς;

Το ότι κάποιος επιλέγει το κοινωνικό του φύλο, την κοινωνική του ταυτότητα και αποποιείται τη φύση του είναι τραγικό. Τι τον κάνει να διαλέξει κάτι τέτοιο σε μια κοινωνία που έχει αυτή την πατριαρχική δομή- μέσα στα βουνά, τη φτώχεια, τις βεντέτες; Όλο αυτό το «φολκλόρ» έχει «ζουμί».

Αυτό συνδέεται και με τη δικιά σου εμπειρία ως αρχικά «ξένου» σε μια κοινωνία όπως η ελληνική;

Σαφώς. Τα έργα, με τα οποία έχω μέχρι στιγμής καταπιαστεί, έχουν ως επίκεντρο τον άνθρωπο, αλλά και την πολιτική διάσταση των πραγμάτων. Η Ορκισμένη παρθένα είναι ένα πολύ φεμινιστικό, πολύ βίαιο έργο, που φέρει την ταυτότητα του ξένου.

Έχεις, δηλαδή, χρειαστεί ή αναγκαστεί να αποποιηθείς στοιχεία της ταυτότητάς σου σε οποιοδήποτε επίπεδο, προκειμένου είτε να επιβιώσεις, είτε απλώς να προσαρμοστείς καλύτερα οπουδήποτε;

Πολλές φορές επιλέγουμε μια κοινωνική ταυτότητα, προκειμένου να επιβιώσουμε στο χώρο εργασίας. Ας μην ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε το πρώτο κύμα μεταναστών από την Αλβανία. Αυτό με συγκινεί στο έργο, το ότι κάνω ταξίδι σε κάτι, μέσα από το οποίο κοιτάζω κι εγώ το παρελθόν μου.

Συνεπώς η παράσταση έχει και μια ενδοσκοπική, αναστοχαστική διάσταση.

Οπωσδήποτε.

Το κείμενο πότε σου έγινε γνωστό;

Φέτος, οπότε είδα και την ταινία της Laura Bispuri. Ουσιαστικά, διατηρήσαμε με την Μαρία Σκαφτούρα τη σκαλέτα του κειμένου. Μετά, ξαναφτιάχτηκαν οι σχέσεις και επέλεξα να κρατήσουμε τις πιο ακραίες μορφές τους, ώστε να βιώσει ο θεατής εντονότερη συναισθηματική φόρτιση και να «μπει» πιο εύκολα στην ιστορία, χωρίς να εκβιάσουμε το συναίσθημά του.

Συνειδητοποιώντας, ταυτόχρονα, πως και τα θεωρούμενα «δημοκρατικά» καθεστώτα εγκυμονούν, με τη σειρά τους, άλλα δεσμά και βιασμούς, εντός κι εκτός εισαγωγικών.

Επρόκειτο για την οδύσσεια ενός ανθρώπου σ’ ένα βίαιο κόσμο, όπου, ακόμα και σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, τελικά αυτά τα σώματα θάβονται και οι άνθρωποι και η ελευθερία τους καταπιέζονται.

Τελικός στόχος της παράστασης είναι η διερεύνηση του πώς μπορεί ένας άνθρωπος να κρατήσει ένα αμόλυντο κομμάτι μέσα σε ένα συνεχή σπαραγμό- κοινωνικό, ανθρώπινο, σεξουαλικό, φυλετικό- και κατά πόσο τα καταφέρνει ή όχι.



Υποδειγματική βρίσκω την ερμηνεία της Παρθενόπης Μπουζούρη, της πρωταγωνίστριας, στο διπλό ρόλο της Χάνα/Μαρκ. Γνωρίζεστε καιρό;

Με την Παρθενόπη γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια καλλιτεχνικά. Σε φιλικό επίπεδο μας ένωσε η ιδέα να κάνουμε κάτι μαζί κι έπειτα την προτείναμε στο Φεστιβάλ χωρίς να ξέρουμε αν θα μας πάρουν. Mε ενδιέφεραν και προσωπικά οι ορκισμένες παρθένες ως θεματική και ήθελα να κάνω κάτι που να αφορά σε αυτή τη μυστηριώδη ιστορία. Έτσι νομίζω ότι «κούμπωσε».

Ποια ήταν η σχέση σου με τους ηθοποιούς συνολικά;

Πολύ καλή. Σαφώς δουλέψαμε πολύ ως ομάδα. Έπειτα, μελέτησαν πολύ την ιστορία της Αλβανίας. Έγινε ένα workshop που αποτέλεσε τεράστιο ταξίδι για όλους τους ηθοποιούς.

Εντέλει, η παράσταση κινείται σε μια ντοκιμαντερίστικη οδό, παρά λογοτεχνική, πραγματευόμενη τη θέση της γυναίκας σ’ ένα κόσμο αντρών, όπου οι άντρες είναι οι κακοί κι εκείνες οι καλές, σχηματικά μιλώντας. Είναι μια εποποιία της Αλβανίας, η οποία θυμίζει αρχαία τραγωδία.

Μινιμαλιστική εποποιία, ωστόσο, ακόμα και σκηνογραφικά, με το μπετόν και τη λαμαρίνα να κυριαρχούν.

Η γραμμή μου ήταν να μην υπάρχει ούτε καναπές ή καρέκλα. Το σκηνικό είναι ένα “no mans land”- ένα σώμα είναι κι αυτό, ανολοκλήρωτο: το ημίφως, τα χαλάσματα, οι σκάφες.

Δυσκολεύτηκες να βρεις τη θέση σου στο θεατρικό πεδίο, δεδομένων των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων έναντι των «ξένων»;

Είχα καλό ξεκίνημα ως ηθοποιός δουλεύοντας με αρκετούς ενδιαφέροντες σκηνοθέτες. Πήρα από αυτούς, όπως από την Ρούλα Πατεράκη και τον Σωτήρη Χατζάκη. Εργάστηκα, επίσης, ως σκηνοθέτης, γιατί δεν ήθελα να περιοριστώ σε μια συγκεκριμένη πορεία. Εξού κι έχω κάνει δουλειές και με «εμπορικούς» ηθοποιούς και με ποιοτικούς. Για μένα δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε «ποιοτικό» κι «εμπορικό», αλλά καλός και κακός, διανοούμενος και αμόρφωτος ηθοποιός. Ήταν πρόκληση να δουλέψω με έναν ηθοποιό που έχει εμπορική ταυτότητα και να προσπαθήσω να βγάλω τον καλύτερο εαυτό του. Και το αντίστροφο. Τα στεγανά δεν ισχύουν.



Τι ισχύει;

Όταν σηκώνεις το «λάβαρο» της ανεξαρτησίας, όπως έλεγε και η Λιλή Ζωγράφου, σαφώς συναντάς πολλές δυσκολίες. Έχω κατέβει σε πορείες, έχω κάνει αντιρατσιστικά, πολιτικά, κομμουνιστικά έργα- για μένα η τέχνη είναι πέρα από αυτά. Εξ αρχής με ενδιέφερε ο άνθρωπος, η ελευθερία, η ταυτότητα, η αναζήτησή του. Με ενδιαφέρει στο θέατρο να φτιάξουμε μια ιστορία που θα συγκινήσει τον θεατή ή θα τον κάνει να γελάσει. Η αφύπνιση, λοιπόν. Στρατευμένη τέχνη; Το οτιδήποτε είναι στρατευμένο.

Ποια είναι η ματιά σου στην τέχνη;

Με ενδιαφέρει μια πιο τσεχοφική ματιά. Αγαπάω τον ηθοποιό, αγαπάω τον άνθρωπο. Έχω στενό κεφάλι και πίστη σ’ αυτό που κάνω, έχω ιδρώσει γι’ αυτό που κάνω. Είμαι εργάτης της τέχνης, και χρειαζόμαστε εργάτες της τέχνης. Το ζήτημα είναι πώς θα κάνουμε τον κόσμο να έρθει στο θέατρο, να μη βλέπει Survivor. Ελπίζω σε μια ουτοπία. Πιστεύω ότι η τέχνη αλλάζει τον άνθρωπο, αλλά πρέπει να υπάρχει και μια συνθήκη, δε φτάνει μια παράσταση.

Κοινωνική συνθήκη;

Φυσικά. Όλα ξεκινούν από την παιδεία, την κουλτούρα, την οικογένεια, τη γειτονιά, το παρκάκι. Να βρει ο καθένας μας έναν τρόπο ζωής που θα βοηθά τον εαυτό του και τους άλλους. Να δίνει τα βιβλία του δεξιά κι αριστερά ή να καλεί σε δωρεάν παραστάσεις, για παράδειγμα. Δεν πιστεύω πια στη συσπείρωση.

Είδα ανθρώπους που πρωτοστατούσαν στο Σύνταγμα κι έπειτα πήραν θεσούλες και το βουλώσανε. Αυτό το «καρεκλοκένταυρο» σύστημα σε χρησιμοποιεί: αν υπάρξει κάποια στιγμή ένα έργο που θα έχει άλλοθι το εθνικό, θα χρηματοδοτήσει ένα έργο του Φεζολλάρι. Άρα, είσαι πιόνι ενός συστήματος. Το ζήτημα είναι να σπας τα ταμπού και να προάγεται η νέα γενιά, όπως κι η παλιά.

Σε τρομάζει κάτι;

Με τρομάζει ο εκμηδενισμός των πραγμάτων. Από τη μια νιώθω ανασφάλεια, από την άλλη δεν παραδίδω τα όπλα.



Πώς θα περιέγραφες την Αλβανία και τη σχέση σου μ’ αυτή;

Ο φόβος κι ο τρόμος είναι πολύ μεγαλύτεροι σε σχέση με την Ελλάδα, κι ο αγώνας για την επιβίωση δυο φορές σκληρότερος. Είναι μια χώρα που με πληγώνει η Αλβανία. Με ποια έννοια; Όπως λέμε: «Μια φορά ξένος, πάντα ξένος». Αν φύγεις από την πατρική σου εστία μια φορά, δεν ξαναγυρίζεις.

Κι εκεί υπάρχει ένα σαθρό και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, πολλή φτώχεια, οι άνθρωποι της τέχνης δεν έχουν πολιτική συνείδηση, δε διαθέτουν σωματεία ή συνδικάτα. Δεν υφίσταται συνείδηση του πολίτη. Στον τομέα του θεάτρου είναι πολύ πίσω. Τα γρανάζια του συστήματος είναι αυτοί, οι οποίοι επευφημούσαν το καθεστώς Χότζα και σε μια νύχτα έγιναν νεοφιλελεύθεροι.

Ελπίζω το έργο που ανεβάζετε να συμβάλει στην εμβάθυνση της ματιάς όσων επιλέξουν να το παρακολουθήσουν στην αλβανική- και όχι μόνο- κοινωνία.

Αυτή η παράσταση, ενώ μιλάει για ένα θέμα της Αλβανίας, έχει μια βαθιά ελληνικότητα. Κι αυτό την κάνει οικουμενική.

H θεατρική παράσταση Ορκισμένη παρθένα σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2017 την Πέμπτη 13 και την Παρασκευή 14 Ιουλίου στο κτίριο Η της Πειραιώς 260, 21:00.

Περισσότερες πληροφορίες: http://greekfestival.gr/gr/events/view/enke-fezollari-2017

Η φωτογραφία του Ένκε Φεζολλάρι είναι της Μαριλένας Σταφυλίδου, ενώ οι υπόλοιπες της Χριστίνας Γεωργιάδου.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Γιον Κάλμαν Στέφανσον: «Γράφω με τα συναισθήματα, το ένστικτο και την έμπνευσή μου»


Βορειοευρωπαίος με μεσογειακό ταμπεραμέντο, ο Γιον Κάλμαν Στέφανσον, ένας στιλίστας της γραφής με επιρροές από τις αρχέγονες ισλανδικές sagas και τον Χέρμαν Μέλβιλ, είναι ο κορυφαίος σύγχρονος Ισλανδός πεζογράφος. Συνομιλούμε μαζί του με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη του μυθιστορήματός του Παράδεισος και Κόλαση.

Ποια είναι η σχέση σου με το φυσικό περιβάλλον; Καθορίζουν και τη δική σου ζωή το βουνό και η θάλασσα, όπως των ηρώων του Παράδεισος και Κόλαση;

Και ναι, και όχι. Προφανώς δεν έχω βιώσει όσα οι ήρωές μου, και δεν είμαι κανένας φοβερός άνθρωπος της θάλασσας. Αντιθέτως, με αρρωσταίνει και προσπαθώ να αποφεύγω να ανεβαίνω σε πλοία. Η φύση, ωστόσο, εδώ στην Ισλανδία πάντοτε αποτελούσε κομμάτι μου, κατά κάποιο τρόπο. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ρέικιαβικ, την πρωτεύουσα.

Έχω βρεθεί μια φορά εκεί.

Την ξέρεις, λοιπόν. Από τα 6 μου, όμως, πήγαινα στην εξοχή κάθε καλοκαίρι. Η φύση, έτσι, ανέκαθεν ήταν μέρος της ζωής μου. Στην Ισλανδία φύση είναι τόσο το τοπίο, όσο και ο καιρός. Τα φυσικά φαινόμενα πάντα μας επηρεάζουν. Όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, θυμάμαι πως ήθελα να περιγράψω τον ωκεανό. Ποτέ, πάντως, δε σκέφτομαι τη σχέση μου με τη φύση, είναι απλώς μέσα μου.

Η γλώσσα σου είναι ζωντανή, πολύχρωμη, «αναπνέει» και «εκρήγνυται». Δουλεύεις πάνω στο συγγραφικό σου ύφος, ή είναι μια φυσική αντανάκλαση αυτού που είσαι;

Ναι και όχι. Ξεκίνησα ως ποιητής, ποτέ δε σκέφτηκα να ασχοληθώ με τη μυθοπλασία. Νόμιζα ότι δεν το είχα στο αίμα μου. Ήταν μια εσωτερική φωνή που με ανάγκασε να το κάνω. Έγραψα, λοιπόν, δύο μυθιστορήματα, τα οποία ήταν εξαιρετικά κακά. Ευτυχώς, όμως, ήμουν αρκετά έξυπνος ώστε να πετάξω. Ξαφνικά, κάτι «εξερράγη» μέσα μου, κι έγραψα τρία βιβλία σχεδόν απνευστί. Τότε ανακάλυψα το στιλ μου, αυτό το συνδυασμό ποίησης και μυθοπλασίας. Όντας ποιητής, συγγραφέας, καλλιτέχνης μεγάλο μέρος της δουλειάς σου κρύβεται μέσα σου, αλλά ούτε καν το ξέρεις.

Αρχικά δε μου «έβγαινε», ίσως γιατί προσπαθούσα να γράψω ένα «φυσιολογικό» μυθιστόρημα όπως κάνουν όλοι. Τότε συνειδητοποίησα πως για μένα η ιστορία δεν είναι το κύριο ζήτημα. Είναι σημαντική, αλλά εξίσου σημαντικά είναι το στιλ, οι λέξεις, η μουσική των λέξεων. Είναι πάντα σημαντικό να προσπαθείς να βρεις μια καινούρια φόρμα, ένα καινούριο τρόπο να πεις μια ιστορία. Ταυτόχρονα, γράφεις ένα μυθιστόρημα, συνθέτεις μια συμφωνία, προσπαθείς να βρεις ένα καινούριο τρόπο αφήγησης.

Πώς εντάσσεται ο Τζον Μίλτον και ο Χαμένος Παράδεισος στο συγγραφικό σου σύμπαν; Σε επηρέασε, ήταν από τις ποιητικές δουλειές, οι οποίες «αλλάζουν τη ζωή, τη μέρα, τη νύχτα σου»;

Ίσως όχι τόσο. Όταν δημιουργείς μια ιστορία όπου κάποιος διαβάζει ένα βιβλίο, πρέπει, προφανώς, να διαλέξεις ένα βιβλίο. Επειδή, λοιπόν, έχουμε μια πολύ καλή παλιά ισλανδική μετάφραση του Χαμένου Παραδείσου, ήταν για μένα ξεκάθαρο ότι δύο νεαροί άντρες με έφεση στη ζωή, την ποίηση και τη γνώση θα επέλεγαν αυτό το βιβλίο. Έπειτα, είναι ένα σπουδαίο βιβλίο για την πρώτη αγάπη στη γη. Η αγάπη είναι αυτό που πάντοτε σκεφτόμαστε, είναι η κινητήρια δύναμη, ταυτόχρονα όμορφη και τρομακτική. Ο Χαμένος Παράδεισος είναι ένα τεράστιο ποίημα για το πώς χάσαμε το Θεό κερδίζοντας την ανθρωπότητα.

Υπήρχε κάποιος λόγος που το αγόρι στο Παράδεισος και Κόλαση δεν κατονομάζεται;

Όταν γράφεις μια ιστορία και σ’ αυτήν υπάρχουν άνθρωποι που πρέπει να ονοματιστούν, αυτό κάποιες φορές συμβαίνει εύκολα, και άλλες όχι. Το να δίνεις όνομα είναι σοβαρό πράγμα. Αν θυμάμαι καλά, είχα γράψει 50-60 σελίδες, όταν συνειδητοποίησα πως το αγόρι δεν είχε όνομα και χαίρομαι να λέω ότι δεν το σκεφτόμουν. Πολλές από τις καλύτερες επιλογές που κάνεις στη μυθοπλασία και στην τέχνη, γενικότερα, προκύπτουν χωρίς σκέψη, νιώθεις πως έτσι είναι σωστό. Το να μη δώσω ένα όνομα στο αγόρι σημαίνει να του δίνω όλα τα ονόματα.

Το πώς γράφω μια ιστορία, πώς είναι χτισμένη, πάντοτε βασίζεται σε συναισθήματα. Πρώτα γράφω με τα συναισθήματα, το ένστικτο και την έμπνευσή μου. Κάθε καλλιτεχνικό έργο βασίζεται, κυρίως, στα συναισθήματα. Ίσως επειδή η καλή μυθοπλασία είναι σαν μουσική, κάτι που δεν μπορείς να εξηγήσεις ολότελα, πρέπει να τη βιώσεις.

Παρότι το μυθιστόρημα Παράδεισος και Κόλαση εκδόθηκε το 2007, απολαμβάνει σταδιακά αναγνώρισης και εκτίμησης από ευρύτερα αναγνωστικά κοινά. Σε εξέπληξε το γεγονός αυτό;

Το να γράφεις ένα βιβλίο για ψαράδες σε ένα απομακρυσμένο μέρος μιας μακρινής χώρας δεν είναι το πιο σέξι πράγμα που μπορείς να σκεφτείς! Είμαι ευλογημένος, ωστόσο, με το να μη σκέφτομαι υπερβολικά για τη δουλειά μου. Όταν, λοιπόν, γράφω ένα βιβλίο, δε σκέφτομαι τον αναγνώστη, ούτε πώς θα το υποδεχτούν. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς θα κάνω το καλύτερο που μπορώ, να βελτιώνομαι σε σχέση με το παρελθόν, να κάνω κάτι καινούριο. Για μένα είναι μια ευχάριστη περιπέτεια, όταν αυτοί οι χαρακτήρες μου ταξιδεύουν στην Ελλάδα, την Ισπανία ή την Κίνα.

Είναι και η συγγραφή μια περιπέτεια για σένα;

Είναι κάτι που με εκπλήσσει διαρκώς. Όταν, για παράδειγμα, ξεκινώ ένα καινούριο βιβλίο, έχω μερικές αόριστες σκέψεις σχετικά με το τι θα γράψω, αλλά πάντοτε κάτι καινούριο προκύπτει. Στο τέλος της εργάσιμης μέρας μου, γράφω μισή-μία σελίδα για το τι θα δουλέψω την επομένη. Πολύ συχνά εμφανίζονται απρόβλεπτοι χαρακτήρες που αλλάζουν όλη την ιστορία, άλλοτε χρειάζεται να πετάξω ό,τι έγραφα επί εβδομάδες.

Χαίρομαι, πάντως, που δεν μπορώ να προβλέψω τι θα γράψω. Κι αυτή είναι η δύναμη της τέχνης, της λογοτεχνίας, της ποίησης: η μη προβλεψιμότητα, η μη ορθολογικότητά τους. Γι’ αυτό και μας επηρεάζουν τόσο, γι’ αυτό κι εγώ προσπαθώ να εισχωρήσω στα όνειρα και τα συναισθήματα των αναγνωστών- και να παραμείνω εκεί για πάντα.



Ήσουν υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Booker 2017 με ένα πιο πρόσφατο μυθιστόρημά σου, το Τα ψάρια δεν έχουν πόδια. Έχουν σημασία βραβεία όπως κι αυτό για σένα;

Ποτέ δε με έχoυν επηρεάσει, γιατί αφορούν σε βιβλία που έχω γράψει στο παρελθόν, ενώ αυτό που με ενδιαφέρει είναι ό,τι γράφω τώρα. Χαίρομαι εκ μέρους των βιβλίων μου, αλλά δε με βοηθά σ’ αυτό που γράφω σήμερα. Αν κερδίσω, μπορεί να αγοράσω μπύρα ή ουίσκι! Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι έτσι βοηθιούνται τα βιβλία να βρουν νέους αναγνώστες. Χωρίς αναγνώστες, ένας συγγραφέας είναι χαμένος.

Παρά το μικρό της μέγεθος, η Ισλανδία είναι πολύ ζωηρή σε πολλά επίπεδα, κι όχι μόνο στο καλλιτεχνικό ή, τα τελευταία χρόνια, στο πολιτικό. Πώς ερμηνεύεις το γεγονός αυτό;

Δεν υπάρχει μια απλή εξήγηση. Είμαστε μόνο 330.000 άτομα, κι όμως έχουμε τόσους παγκοσμίως γνωστούς καλλιτέχνες- για να μην αναφερθώ και στην καλή ποδοσφαιρική ομάδα! Αλλά δε θα έπρεπε να παίρνουμε τους αριθμούς τόσο στα σοβαρά. Αν ίσχυαν, τότε η Γερμανία θα έπρεπε πάντα να κερδίζει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κι η Κίνα θα διέθετε τους περισσότερους καλλιτέχνες. Τα νούμερα δεν είναι το παν.

Ένας από τους λόγους που έχουμε τόσους καλλιτέχνες και τα καταφέρνουμε καλά σε πολλά είναι γιατί βρισκόμαστε υπερβολικά μακριά από το οτιδήποτε. Δεν μπορούμε να βασιστούμε σε κανέναν άλλο πέραν του εαυτού μας. Αν είσαι μόνος με τον Βόρειο Ατλαντικό, είναι πολύ εύκολο να πιστέψεις πως μπορείς να κάνεις τα πάντα. Για μας ήταν ζήτημα του «γιατί όχι;»

Αναφορικά με τους συγγραφείς;

Όσον αφορά τους συγγραφείς, τα τελευταία 20-30 χρόνια έχουμε ένα πολύ καλό Κρατικό Λογοτεχνικό Ταμείο, όπου μπορείς να υποβάλεις αίτηση και να σου χορηγηθεί χρηματοδότηση. Έχουμε 20-30 συγγραφείς πλήρους απασχόλησης. Όπως και με το ποδόσφαιρο: αν θες να είσαι καλός, πρέπει να εξασκείσαι διαρκώς.

Ελπίζω και το επόμενο μυθιστόρημά σου να αντανακλά το καλύτερο από σένα και να βρει το δρόμο του και για τα μέρη μας.

Νομίζω ότι σχεδιάζουν να συνεχίσουν τη μετάφραση των έργων μου.

Αυτά είναι καλά νέα. Σε ευχαριστώ!

Το μυθιστόρημα του Γιον Κάλμαν Στέφανσον Παράδεισος και Κόλαση κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο: «Η λογοτεχνία είναι σαν μια συλλογική συνείδηση»


Από τους σημαντικότερους σύγχρονους Πορτογάλους πεζογράφους, ο Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο επισκέφτηκε την προηγούμενη εβδομάδα την Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσει τα μυθιστορήματά του Βιβλίο και Γκαλβέιας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λογοτεχνία Εν Αθήναις. Απλός και χαμογελαστός, εμφανίστηκε στη συνάντησή μας μ’ ένα t-shirt, όπου το όνομα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν τυπωμένο με heavy metal γραμματοσειρά!

Είσαι, ταυτόχρονα, «παιδί» της μεταδικτατορικής περιόδου της Πορτογαλίας, καθώς γεννήθηκες το 1974, αλλά και του χωριού Γκαλβέιας. Πώς «εγγράφονται» αυτά τα δύο στοιχεία μέσα σου, πώς σε έχουν επηρεάσει ως άνθρωπο και ως συγγραφέα;

Νομίζω ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση, γιατί αυτά τα δύο στοιχεία συνιστούν τους πυλώνες που κάποιος πρέπει να λάβει υπόψη του, όταν μιλά για την ταυτότητά του. Από τη μία, η Ιστορία, η στιγμή κατά την οποία γεννιέσαι, και, από την άλλη, ο πολιτισμός. Η επίδραση της Ιστορίας και του πολιτισμού είναι θεμελιώδης στην κατανόηση της ταυτότητάς σου και, αν είσαι συγγραφέας, της δουλειάς και της οπτικής σου.

Ας ξεκινήσουμε από την Ιστορία.

Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά την Ιστορία, δεν αποφάσισα να γεννηθώ το Σεπτέμβριο του 1974, απλώς συνέβη. Είχαμε μια Επανάσταση που τερμάτισε τη Δικτατορία τον Απρίλιο, γεγονός αρκετά αστείο, γιατί όλοι στην Πορτογαλία ξέρουν πού βρίσκονταν στις 25 Απριλίου του 1974, κι εγώ βρισκόμουν στην κοιλιά της μητέρας μου! Ποτέ δε γνώρισα τη λογοκρισία, τον πόλεμο, ή την απομόνωση, στην οποία βρισκόταν η χώρα εκείνα τα χρόνια, κι έτσι μεγάλωσα με μια εντελώς διαφορετική οπτική.

Άλλωστε υπήρξε μια από τις πλέον μακρόχρονες δικτατορίες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Διήρκεσε 48 χρόνια, που άφησαν πολλά σημάδια. Η μέρα της Επανάστασης ήταν το επίκεντρο ενός γεγονότος, το οποίο χρειάστηκε χρόνια για να ξεδιπλωθεί. Κι όμως, είναι ενδιαφέρον το ότι, 12 χρόνια αργότερα, η Πορτογαλία γινόταν μέλος της Ε.Ε. και ανοιγόταν στην Ευρώπη και τον κόσμο- κι αυτό συνέβη πολύ γρήγορα. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό γεγονός για όλους τους συγγραφείς της γενιάς μου στην Πορτογαλία, αν και δε διαθέτουν όλοι τα χαρακτηριστικά που θα τους κατέτασσαν σε μια γενιά.

Όσον αφορά τη γενέτειρά σου, το Γκαλβέιας;

Στη διάρκεια της περιόδου, κατά την οποία μεγαλώνεις ως παιδί ή έφηβος, καθορίζεις πολλές αξίες και ιδέες που αναπτύσσεις- και ίσως τελειοποιείς- αργότερα. Για μένα, το υπόβαθρο της ζωής σ’ ένα μικρό χωριό με έχει επηρεάσει σε τεράστιο βαθμό. Αποτέλεσμα της επιρροής αυτής είναι και τα βιβλία που γράφω.



Το Γκαλβέιας, κυρίως, φαντάζει σαν μία παθιασμένη ερωτική επιστολή στη γενέτειρά σου- ιδίως με τον ποιητικό τρόπο, με τον οποίο τελειώνει.

Ακόμα κι η επιλογή του ονόματος του χωριού ως τίτλου του βιβλίου είναι από μόνη της ένας φόρος τιμής. Ο τίτλος ενός μυθιστορήματος είναι το «πρόσωπό» του. Όταν επιλέγεις θέμα, ασφαλώς υπάρχει μια ορθολογική πτυχή στη διαδικασία, αλλά υπάρχουν κι άλλες, κι είναι κι αυτές σημαντικές. Για μένα, το να γράφω γι’ αυτό το θέμα είναι μια επιβεβαίωση της ταυτότητάς μου.

Συγκρινόμενοι με άλλους νιώθουμε, τουλάχιστον Πορτογαλία, μερικές φορές κατώτεροι. Αυτό σχετίζεται με τη διπολική οπτική που έχουμε για τους εαυτούς μας: μερικές φορές αισθανόμαστε ότι είμαστε οι καλύτεροι- οι ναυτικοί, οι οποίοι ανακάλυψαν και κατέκτησαν τον κόσμο- κι έπειτα νομίζουμε πως είμαστε πολύ μικροί, μια μικρή χώρα στα Νότια της Ευρώπης χωρίς επιρροή στον κόσμο. Ταξιδεύουμε ανάμεσα σ’ αυτά τα...

Άκρα;

Ακριβώς. Και κάποιες φορές δεν ξέρουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε. Γι’ αυτό κι έχει σημασία η επιβεβαίωση, στην οποία αναφέρθηκα: ότι είμαι από το Γκαλβέιας! (Χαμογελά περήφανα). Είναι κι ένας τρόπος να εφιστάς την προσοχή στις αγροτικές περιοχές, που διατηρούν στοιχεία της κουλτούρας μας προερχόμενα από ένα μακρινό παρελθόν. Το να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό δεν είναι συνώνυμο του να είμαστε εναντίον των άλλων. Αυτός ίσως είναι ένας από τους ρόλους της λογοτεχνίας, να είναι σαν μια συλλογική συνείδηση, μια επιβεβαίωση αυτού που ο καθένας ξέρει, αλλά δεν είναι πλήρως αναγνωρισμένο.

Οι χαρακτήρες του Γκαλβέιας αντλούν την έμπνευσή του από πραγματικούς ανθρώπους;

Καθένας από τους χαρακτήρες έπρεπε να κερδίσει την τιμή να αποτελεί μέρος του βιβλίου, γιατί, αν και πρόκειται για μυθιστόρημα με πολλούς χαρακτήρες, δεν είναι τόσοι όσοι εκείνοι, τους οποιους θα ήθελαν να αναπαραστήσουν. Καθένας τους, λοιπόν, έφερε χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να περιγράψουν διαφορετικές πτυχές αυτού του πλήθους, του πλήθους αυτού του μικρού χωριού.

Πόσο μικρό ήταν;

Σήμερα έχει 1.000 κατοίκους, αλλά το 1984 αριθμούσε τους διπλάσιους. Αν συνεχίσει έτσι, θα γίνει ακόμα μικρότερο τα επόμενα χρόνια.



Στο Βιβλίο ανατέμνεις με μυθοπλαστικό βάθος τη μεταναστευτική εμπειρία των Πορτογάλων και των Πορτογαλίδων στο παρελθόν. Η μετανάστευση και η προσφυγιά παραμένουν επίκαιρα ζητήματα και σήμερα.

Είναι επίκαιρο βιβλίο από πολλές απόψεις. Στις μέρες υπάρχει το ζήτημα του μεταναστευτικού και των προσφύγων, το οποίο αποτελεί μεγάλη πρόκληση για όλους μας.

Ισχύει και αντίστροφα- άνθρωποι που μεταναστεύουν από την Ελλάδα ή την Πορτογαλία, για παράδειγμα.

Κάποιες φορές δεν είναι απόφαση, είναι αναγκαιότητα. Στην Πορτογαλία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχει αυτή η παραδοσιακή ιστορία της μετανάστευσης. Στην Πορτογαλία σχετίζεται με τους ανθρώπους, οι οποίοι πήγαν στη Γαλλία. Μετά από κάποιο διάστημα, ωστόσο, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, νομίζαμε πως είχαμε ξεμπερδέψει μ’ αυτό το ζήτημα. Τώρα, όμως, είμαστε πάλι μια χώρα που βλέπει τους ανθρώπους της σε άλλες χώρες. Οι άνθρωποι πάντα φιλοδοξούν να ζήσουν μια καλύτερη ζωή και τα σύνορα είναι πάντοτε κάτι, το οποίο πρέπει να διαχειριστούμε. Όπως κι η σχέση μας με τους άλλους, οι απειλές που νιώθουμε. Η μετανάστευση είναι  μόνιμο φαινόμενο.

Πώς βλέπεις τα πράγματα στην Ευρώπη στις μέρες μας- πολιτικά, κοινωνικά, ηθικά;

Είμαι πολύ απογοητευμένος από την Ευρώπη. Όταν η Πορτογαλία εισήλθε στην Ε.Ε., ήμουν 12 χρονών. Ακούγαμε λόγους για την Ε.Ε., ότι θα ήταν κάτι σαν κοινότητα χωρών, οι οποίες θα επιθυμούσαν το κοινό καλό. Ως παιδί, το «έχαψα». Σήμερα βλέπω πως η Ε.Ε. δεν είναι έτσι, και δεν είμαι σίγουρος αν ποτέ ήταν. Οι διαχωρισμοί είναι πιο έντονοι από ποτέ, ενώ δεν προστατεύει τα συμφέροντα των Ευρωπαίων πολιτών. Με το Μεσανατολικό σε έξαρση και την κατάσταση στις Η.Π.Α. που είναι απρόβλεπτη και με ανησυχεί, νιώθω ότι είναι πολύ αδύναμη. Κι αυτό, ως Ευρωπαίο, με αφήνει ανασφαλή, αλλά κάνει και τον κόσμο πιο ανασφαλή. Οι μικροί είναι αυτοί που αφήνονται πίσω ή παραμερίζονται.

Οι έπαινοι και το βραβείο που έλαβες ως πρωτοεμφανιζόμενος στο λογοτεχνικό κόσμο υπήρξαν ευθύνη ή κίνητρο για σένα;

Ευτυχώς, όταν έλαβα το λογοτεχνικό βραβείο Ζοζέ Σαραμάγκου ήμουν κάπως ανεύθυνος, γιατί ήμουν 26 χρονών. Συνειδητοποίησα τι σήμαινε μόνο μερικά χρόνια αργότερα, γεγονός όχι κακό, επειδή, για να γράφεις και να εκδίδεις βιβλία πρέπει να έχεις λίγη ευθύνη, αλλά και ανευθυνότητα. Η υπερβολική υπευθυνότητα μπορεί να σε παραλύσει. Ήμουν, λοιπόν, αρκετά ανεύθυνος, ώστε να συνεχίσω να γράφω, και μάλιστα να είμαι και πολύ ριζοσπαστικός από λογοτεχνικής άποψης. Αυτό αποδεικνύει, όμως, ότι δεν έκανα σχέδια, ούτε έχτιζα καριέρα. Το σημαντικό, ωστόσο, ήταν ότι, κερδίζοντας το βραβείο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Σαραμάγκου και να διατηρήσω φιλική επαφή μαζί του μέχρι που πέθανε το 2010.

Πώς θα τον περιέγραφες;

Ήταν ένα δύσκολο παράδειγμα, κατά κάποιο τρόπο. Ήταν πολύ αυστηρός και με πολύ ισχυρή στάση, λογοτεχνικά μιλώντας, αλλά και στο επίπεδο του δημόσιου λόγου και της δημόσιας θέσης. Ο Σαραμάγκου ήταν διαμορφωτής γνώμης. Όποτε μιλούσε, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Πορτογαλία. Μερικές φορές θα αναδείκνυε ζητήματα στην πολιτική ατζέντα. Πάντοτε μου επαναλάμβανε πως θα πρέπει να προσέχω τη δουλειά μου ως σύνολο. Αυτό μου έδινε κατεύθυνση, με ανάγκαζε να έχω ένα σκοπό.

Είχε, εξάλλου, πολύ ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις και ήξερε τι ήθελε. Οτιδήποτε έγραφε ή έλεγε ήταν βασισμένο στις αρχές του. Δε συμμερίζομαι όλες τις πεποιθήσεις του- έχω τις δικές μου-, αλλά η πεποίθηση του να είσαι πιστός στα πιστεύω σου, να τα διερευνάς και να δρας βάσει αυτών ήταν πολύ σημαντική.

Και ο Μπέργκμαν;

Θα παρατήρησες ότι είναι γραμμένο με heavy metal γραμματοσειρά, σαν τους Iron Maiden! Το βρίσκω σημαντικό να διασταυρώνω τον Μπέργκμαν με τους Iron Maiden, γιατί είμαι κομμάτι της διασταύρωσης διαφορετικών μορφών πολιτισμού, διαφορετικών τρόπων αντίληψης της κουλτούρας. Σήμερα, με την πρόσβαση που έχουμε σε τόσες διαφορετικές πληροφορίες, δεν μπορούμε να μένουμε «ανέγγιχτοι» από τέτοια ερεθίσματα. Και δεν πρέπει να βιώνουμε το άγχος της επιρροής. Ξέρω πως δεν προέκυψα απ’ το πουθενά, προέρχομαι από αυτούς που προηγήθηκαν. Είναι προνόμιο να βασίζεσαι στην εμπειρία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ή των Iron Maiden.

Ή του Σελίν;

Ο Σελίν είναι ένας συναρπαστικός συγγραφέας. Υπήρξε μεγάλη μου επιρροή, γι’ αυτό θέλησα να του αποτίσω ένα φόρο τιμής στο Βιβλίο.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο για την πνευματώδη κουβέντα και την Μαρία Ζαμπάρα από το Γραφείο Τύπου των Εκδόσεων Κέδρος για την πολύτιμη συμβολή της στον προγραμματισμό της.

Τα μυθιστορήματα του Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο Βιβλίο και Γκαλβέιας κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Κέδρος.