Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Ζακοπάνε: Στα highlands της Πολωνίας…



Φωλιασμένος σε υψόμετρο 840 μέτρων στους πρόποδες της οροσειράς Τάτρας (Tatry στα πολωνικά), της υψηλότερης των Δυτικών Καρπαθίων και φυσικού συνόρου ανάμεσα στην Πολωνία και τη Σλοβακία, βρίσκεται ένας από τους δημοφιλέστερους ταξιδιωτικούς προορισμούς στην Πολωνία: η κωμόπολη Ζακοπάνε. Δημοφιλής τόσο για το εξαιρετικό φυσικό κάλλος της ευρύτερης περιοχής και για τις δυνατότητες για σκι και ορειβασία που προσφέρει, όσο και για την αυθεντικότητα της κουλτούρας των Górale, των ορεσίβιων κατοίκων του , κυρίως όσον αφορά την αρχιτεκτονική.

Το Ζακοπάνε βρίσκεται μόλις 100 χιλιόμετρα νοτίως της Κρακοβίας και είναι εύκολα προσβάσιμο τόσο οδικώς, όσο και σιδηροδρομικώς. Η λεωφορειακή σύνδεση με την Κρακοβία είναι συχνότατη και η διάρκεια του ταξιδιού αισθητά μικρότερη σε σύγκριση με εκείνη του τρένου. Υπάρχουν, αναπόφευκτα, και οργανωμένες ξεναγήσεις με αφετηρία  την Κρακοβία, τις οποίες, ωστόσο, δε σας συνιστώ, λόγω του υψηλότατου κόστους τους.

Πριν «ανακαλυφθεί» από την πολωνική αριστοκρατία στα μέσα του 19ου αιώνα, το Ζακοπάνε δεν ήταν παρά ένα απομονωμένο ορεινό χωριό φημισμένο για τους ανυπότακτους, και συχνά επιρρεπείς σε ληστείες, βοσκούς και κτηνοτρόφους του. Από το 1850 και εξής, όμως, η ιντελιγκέντσια της Κρακοβίας διείδε, και σωστά, πολλαπλές δυνατότητες αξιοποίησης της περιοχής. Σε πρώτο επίπεδο, καθαρά τουριστικά. Έπειτα, ως σανατόριο για ασθενείς που υπέφεραν από φυματίωση, λόγω του εξαιρετικά υγιεινού κλίματός της. Ο γιατρός και βοτανολόγος Τίτους Τσαλουμπίνσκι (Tytus Chałubiński) ήταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα της μετατροπής του Ζακοπάνε σε σανατόριο, και κατ’ επέκταση σε χώρο αναψυχής των ασθενών, θέτοντας τις βάσεις για τη μεταγενέστερη τουριστική υπερ-ανάπτυξη της περιοχής. Ο σημαντικότερος, κι ίσως περισσότερο ιδεαλιστής, «έποικος» του Ζακοπάνε υπήρξε ο διακεκριμένος ποιητής, κριτικός τέχνης και συγγραφέας Στανισουάφ Βίτκιεβιτς (Stanisław Witkiewicz), ο οποίος έζησε σε αυτό τον τόπο από το 1890 μέχρι το 1908. Θεωρείται ο «πατέρας» του «στυλ του Ζακοπάνε» («Zakopane style»), μιας σχολής αρχιτεκτονικής βασισμένης στις παραδόσεις της περιοχής Ποντχάλε (Podhale), στην οποία υπάγεται γεωγραφικά και το Ζακοπάνε.

Λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ζακοπάνε είχε πλέον εξελιχθεί σε μια απολύτως μποέμικη πολιτεία, όπου συνέρρεαν ποιητές, ζωγράφοι και συνθέτες για να βιώσουν μια πρωτόγνωρη αίσθηση προσωπικής ελευθερίας. Λέγεται μάλιστα ότι η περιρρέουσα ηδονιστική ατμόσφαιρα ήταν εντονότερη ακόμη κι από εκείνη της Κρακοβίας! Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδότησε την έναρξη της κυριαρχίας πιο συμβατικών μορφών τουρισμού. Έκτοτε, το Ζακοπάνε αποτελεί το σημαντικότερο θέρετρο για σκι στην Πολωνία.

Για να μπορέσετε να πάρετε μια ικανοποιητική γεύση απ’ όσα έχει να προσφέρει το Ζακοπάνε με σχετικά χαλαρούς ρυθμούς, μια παραμονή τουλάχιστον δύο ημερών είναι απαραίτητη. Ξεκινήστε τη μέρα σας με μια ζεστή σοκολάτα (η προσωπική μου εμμονή!) σε κάποιο από τα πολυάριθμα cafés της πόλης. Αν είστε λάτρεις της τζαζ, συνιστώ το Sanacja Café, το οποίο βρίσκεται στην οδό Κρουπόβκι (Krupówki), τον πιο πολυσύχναστο, αν και όχι αρχιτεκτονικά αξιολογότερο, δρόμο του Ζακοπάνε. Αν είστε παρατηρητικοί, σύντομα θα εντοπίσετε και το κεμπαπτζίδικο… «Ρόδος» (δε γνωρίζω αν το ελληνικό «δαιμόνιο» έχει φτάσει μέχρι τους πρόποδες των Τάτρας, ή αν απλώς πρόκειται για κάποιους ελληνολάτρες Πολωνούς επιχειρηματίες!).



Κατερχόμενοι την οδό Κρουπόβκι, σύντομα θα συναντήσετε την οδό Κοσιέλισκα (Kościeliska). Στρίβοντας αριστερά, δε θα αργήσετε να διαπιστώσετε γιατί ο δρόμος αυτός αποτελεί το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Ζακοπάνε. Στο δεξί σας χέρι προβάλλει πρώτα η ξύλινη εκκλησία του Αγίου Κλημεντίου (Kościół Matki Bożej Częstochowskiej w Zakopanem). Αν και εξωτερικά δεν της φαίνεται, πρόκειται για την παλαιότερη εκκλησία στην πόλη, μιας και ανεγέρθηκε το 1845! Το χαμηλοτάβανο εσωτερικό της αναδίδει μια μεθυστική μυρωδιά πεύκου, έχει μια αληθινά «ζεστή» αίσθηση κι ελάχιστα θυμίζει παραδοσιακή εκκλησία. Το ίδιο ισχύει και για το ελάχιστα συμβατικό και καθόλου ψυχρό, τουλάχιστον σε σύγκριση με τα «δυτικά» κριτήρια, παλιό νεκροταφείο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς πίσω από την εκκλησία. Αν υπάρχει ένα μέρος στο Ζακοπάνε όπου μπορείτε πραγματικά να «ψυχανεμιστείτε» το παρελθόν, είναι εδώ! Τόσο οι ίδιοι οι τάφοι όσο και οι σταυροί είναι φτιαγμένοι από ξύλο, ενώ συχνά διανθίζονται από ξυλόγλυπτες ονειρικές φιγούρες του Χριστού και της Παναγίας. Έχεις την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα νεκροταφείο περισσότερο παγανιστικό, παρά χριστιανικό, σμιλεμένο, θαρρείς, από κάποια παιχνιδιάρικα ξωτικά κι όχι από ανθρώπινο χέρι! Εδώ είναι θαμμένος, ανάμεσα σε άλλους, και ο Στανισουάφ Βίτκιεβιτς.



Στον ίδιο δρόμο, στο νούμερο 18, βρίσκεται η βίλλα Κολίμπα (villa Koliba), χτισμένη το 1893 από τον Βίτκιεβιτς, όπου στεγάζεται το μουσείο του «στυλ του Ζακοπάνε» (Muzeum Tatrzańskie w Zakopanem), το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθείτε, αν σας ενδιαφέρει η πολωνική λαϊκή αρχιτεκτονική.

Επειδή το στομάχι σας πια θα γουργουρίζει, μια στάση για φαγητό είναι, ίσως, ευπρόσδεκτη! Στο παραδοσιακό, αν και αρκετά τουριστικό, εστιατόριο Gazdowo Kuznia μπορείτε να διαλέξετε μέσα από ένα εκτενές και γευστικά απολαυστικό μενού τοπικών πιάτων. Η εξυπηρέτηση είναι λίγο αργή, αλλά το φαγητό θα σας αποζημιώσει πλήρως!



Σε μια προέκταση της οδού Κρουπόβκι εκτείνεται η τοπική υπαίθρια αγορά, όπου μπορείτε να ψωνίσετε από μάλλινα ρούχα και ξυλόγλυπτα αντικείμενα, μέχρι CD και κασέτες παραδοσιακής μουσικής της περιοχής, όπως επίσης και γλυκύτατα… κουταβάκια! Η συνεννόηση είναι δύσκολη, μιας και περισσότεροι ορεσίβιοι έμποροι, τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, δε γνωρίζουν άλλη γλώσσα πλην της πολωνικής. Οπότε για την αγορά κάποιου CD θα πρέπει να βασιστείτε στο ένστικτό σας ή, απλώς, στην καλή σας τύχη!  Προτού φύγετε από το υπαίθριο παζάρι, μην παραλείψετε να προμηθευτείτε το περίφημο μυρωδάτο καπνιστό τυρί, σήμα κατατεθέν του Ζακοπάνε, το οποίο γευστικά θυμίζει μετσοβόνε.



Βγαίνοντας από το παζάρι, φτάνετε στην είσοδο του τελεφερίκ που οδηγεί σε ένα πεντάλεπτο στην κορυφή του λόφου Γκουμπαλόβκα (Gubałówka), σε υψόμετρο 1.120 μέτρων. Η ανάβαση με τα πόδια είναι κάπως απαιτητική και διαρκεί περίπου μια ώρα. Αν η ατμόσφαιρα είναι αρκετά καθαρή, από την κορυφή του λόφου μπορείτε να απολαύσετε μια εξαιρετική πανοραμική θέα τόσο του Ζακοπάνε στα νότια, όσο και των εντυπωσιακών, συνήθως χιονοσκέπαστων, βουνοκορφών των Τάτρας, οι οποίες κυμαίνονται από 2.000 έως 2.500 μέτρα! Αποτελώντας Εθνικό Πάρκο ήδη από τη δεκαετία του 1950, η ευρύτερη περιοχή των Τάτρας σφύζει από άγρια ζωή. Αν είστε αρκετά τυχεροί, μπορεί σε κάποια από τις πεζοπορίες σας να συναντήσετε είδη τόσο σπάνια, όπως ο λύγκας, ο χρυσαετός ή η καφετιά αρκούδα. Αλλά, κι αν ακόμη δε συμβεί κάτι τέτοιο, θα έχετε γεμίσει τα πνευμόνια σας με πεντακάθαρο αέρα. Δεν είναι και λίγο!

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Αρλέτα: «Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα, είναι προορισμός»


Η Αρλέτα δε χρειάζεται συστάσεις. Επί 45 και πλέον χρόνια, από τα πρώτα της βήματα στα πλαίσια τότε του «Νέου Κύματος», μέχρι τις κατοπινές της διαδρομές, έχει υπηρετήσει τη μουσική, το τραγούδι και τη σύνθεση με ευγένεια, σεμνότητα και τρυφερότητα. Με αφορμή τη σειρά live εμφανίσεών της στον «Ιανό» στις 13, 20 και 27 Δεκεμβρίου (στην πρώτη και την τρίτη μαζί με τον Βαγγέλη Γερμανό, στη δεύτερη με τον Λάκη Παπαδόπουλο), κουβεντιάζουμε μαζί της.


Σαν τι γυρεύει, αλήθεια, το τραγούδι στις ζωές μας; Πώς ξεκίνησε η δικιά σας ενασχόληση με τη μουσική, το τραγούδι, μετέπειτα με τη σύνθεση;

Ό,τι έκανα, εκτός από τη σύνθεση και τους στίχους, που καθυστέρησαν κάπως, το έκανα από πολύ μικρή, από τριών χρονών περίπου. Από τότε δεν έκανα τίποτε άλλο. Για μένα αυτό που κάνω δεν είναι επάγγελμα, είναι τρόπος ζωής.


Πέστε μου για τους ανθρώπους που συναντήσατε στα πρώτα σας βήματα και στα κατοπινά χρόνια…

Είχα την τύχη να έχω πάρα πολύ καλούς δασκάλους και να συναντήσω αξιόλογους ανθρώπους. Είχα μία καθηγήτρια στο Γυμνάσιο, η οποία λεγόταν Αντιγόνη Θρεψιάδη. Αν υπήρχαν δέκα σαν κι αυτή, η Ελλάδα θα ήταν αλλιώς και το εννοώ αυτό. Υπήρξε παντελώς και παγκοσμίως άγνωστη, αλλά αυτοί που έχουν πάρει τα φώτα της τη θυμούνται σε όλη τους τη ζωή. Είχα εξαιρετικούς δασκάλους στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν έχω σπουδάσει μουσική, έχω σπουδάσει ζωγραφική. Μουσικός είμαι ερασιτέχνης, αλλά τραγουδούσα από πάρα πολύ μικρή, γιατί τραγουδούσε εξαιρετικά ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν γιατρός. Υπήρχε μια περιρρέουσα καλλιτεχνία και στις δύο οικογένειες, και του πατέρα και της μητέρας μου, κι «έσκασε», φαίνεται, χειρότερα απ’ όλους σε μένα.


Το συσσωρευμένο ταλέντο φαίνεται ότι βρήκε στο πρόσωπό σας την αντανάκλασή του στο πολλαπλάσιο!

Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό, το σίγουρο, πάντως, είναι ότι εγώ είμαι εκ γενετής καλλιτέχνις.


Η συνάντησή σας με τον Αλέκο τον Πατσιφά πόσο καθοριστική υπήρξε;

Για μένα ο Αλέκος ο Πατσιφάς ήταν ο καλύτερος παραγωγός που έχει περάσει από την Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι «έβγαλε» τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τους συνθέτες του «Νέου Κύματος» και τους στιχουργούς- άλλαξε το ελληνικό τραγούδι. Η συνάντησή μου μαζί του οφείλεται στον Γιώργο τον Παπαστεφάνου, ο οποίος πια είναι ένας πολύ καλός φίλος κι ένας άνθρωπος που αγαπώ πολύ βαθιά. Μου αρέσει, έχει μια ευγένεια που μου λείπει γενικώς- όχι μόνο τώρα, αλλά και πάντοτε. Αγαπάω πολύ τους ευγενικούς ανθρώπους κι ο Γιώργος είναι ένας ευγενικός άνθρωπος. Θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κάποιος «ευγενή της παλαιάς σχολής». Είναι Ροδίτης και είναι «πρίγκιπας». Επίσης, πολύ σημαντικοί είναι οι άνθρωποι, με τους οποίους συνεργάστηκα. Ο πρώτος που μου έδωσε πολύ σπουδαία τραγούδια ήταν ο Γιάννης ο Σπανός. Μου έδωσε τον «εθνικό μου ύμνο», το «Μια φορά θυμάμαι», σε μια εποχή που ήμουν παντελώς άγνωστη, τότε πρωτοεμφανιζόμουν. Ουδέποτε είχα σκεφτεί να γίνω τραγουδίστρια, ούτε ότι θα το έκανα για επάγγελμα. Ίσως γιατί για μένα επαγγελματίας καλλιτέχνης είναι σχήμα οξύμωρο. Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα, είναι προορισμός. Και είσαι φορέας, όχι ιδιοκτήτης της. Έχω ζήσει από αυτό και χαίρομαι ιδιαίτερα, γιατί, ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου, το έχω πληρώσει με τραγούδια.


Η συνάντησή σας με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Με τον Μάνο Χατζιδάκι δεν είχα ποτέ μου ιδιαίτερες σχέσεις. Τον είχα συναντήσει δυο-τρεις φορές, μου είχε φερθεί πάρα πολύ ευγενικά, ήταν ένας άνθρωπος που μου λείπει. Μου λείπουν οι προσωπικότητες αυτού του τύπου, που δεν υπάρχουν πια. Ήταν πολύ αξιόλογος άνθρωπος, άφηνε χνάρι σημαντικό και ωραίο. Επίσης, είχα δασκάλους τον Γιάννη τον Μόραλη, τον Παντελή τον Πρεβελάκη και τον Γιάννη τον Σαββατιανό, ανθρώπους μοναδικούς στο είδος τους. Τους χρωστάω πολλά. Γι’ αυτό και προσπαθώ να κρατιέμαι και να μην προδώσω αυτά που μου έδωσαν.


Νοσταλγείτε, επομένως, κάποιους ανθρώπους ή κάποιες στιγμές;

Είναι πάρα πολλοί, είμαι κοντά σαρανταπέντε χρόνια στο τραγούδι. Δεν τα έχω κλείσει ακόμη, αλλά, όπου να ‘ναι, έρχονται. Δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου να έχει μελετηθεί σοβαρά η εποχή αυτή. Και το εννοώ. Γιατί, ξέρετε, για μένα η τέχνη είναι σοβαρό πράγμα, όχι βαρύ.


Πώς αξιολογείτε το επίπεδο της μουσικής δημιουργίας στην εποχή μας;

Θα του έβαζα ένα μείον πέντε. Από όσα υποπίπτουν στην αντίληψή μου, που είναι αυτά, τα οποία ακούγονται. Γιατί υπάρχουν κι αυτά που δεν ακούγονται, τα οποία μπορεί να είναι πολύ πιο αξιόλογα. Πολλές φορές συμβαίνει αυτό. Υπάρχουν πολλά νέα παιδιά, πολύ αξιόλογα, στα οποία εύχομαι να καταφέρουν να ξεφύγουν, να ξεκολλήσουν και να «κλωτσήσουν» καλά κάποια στιγμή. Γιατί χρειάζονται κλωτσιές πια, όχι χάδια.


Κρατάτε επαφή με νέους καλλιτέχνες, τους ενθαρρύνετε, σας ακούν;

Δεν πιστεύω ότι ένας μεγαλύτερος πραγματικά φροντίζει τους νεώτερους. Οι καλλιτέχνες είναι σαρκοφάγα, ξέρετε. Μου έχει τύχει να βοηθήσω ανθρώπους και μετά από πολλά χρόνια το αναγνώρισαν, γιατί ο τρόπος, με τον οποίο βοήθησα, δεν ήταν «έλα, χρυσό μου παιδάκι, να σου κάνω δίσκο»- ήταν κουβέντα, ενθάρρυνση, όχι κάτι περισσότερο. Δεν μπορώ να πω ότι έχω «βγάλει» νέους καλλιτέχνες. Δε θα μπορούσα να το κάνω, γιατί δεν είχα και τα μέσα.


Αισθάνεστε, ακόμη, λίγο σαν την «τρελή του χωριού»;

Δεν αισθάνομαι σαν τον «τρελό του χωριού», αισθάνομαι ότι ζω στην εποχή της σχιζοφρένειας. Είναι μια τέτοια εποχή, δεν ξέρω αν οι προηγούμενες ήταν καλύτερες. Τόσο καιρό που είναι κυρίαρχος ο άνθρωπος στον κόσμο, αυτό που έχει καταφέρει είναι να σκοτώνεται, να σφάζει και να καταστρέφει. Αν αφαιρέσω ένα μέρος της τέχνης του, που είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο μπορώ να τον ανεχτώ, κατά τα άλλα είναι πολύ χειρότερος από τα ζώα. Με το μυαλό που διαθέτει, θα έπρεπε αυτή τη στιγμή η γη να είναι ένας παράδεισος. Δεν είναι. Για κάποιους μπορεί, αλλά για πολύ λίγους.


Εξακολουθείτε να τρέφετε ελπίδες για τα παιδιά, μικρά ή μεγαλύτερα, ή να θεωρείτε ότι αποτελούν ελπίδα;

Ναι, εξακολουθώ να το πιστεύω. Αλίμονο αν δεν το πίστευα! Πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα καταφέρουν να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι από τους προηγούμενους. Κι ελπίζω πως αυτή η γενιά θα είναι καλύτερη από μας. Δε θέλω να ελπίζω, θέλω να το πιστεύω. Δε μου αρέσει η ελπίδα, μου αρέσει η πίστη.


Πώς βιώνετε την Αθήνα;

Υπάρχουν κάποια υπολείμματα από γειτονιές, κάποιοι ελάχιστοι άνθρωποι που έχουν συναίσθηση του τι είναι αυτή η πόλη. Δεν υπάρχει η Αθήνα με το πνεύμα που είχε κάποτε. Το χαρακτηριστικό αυτής της εποχής είναι η πλήρης αποπνευματοποίηση. Όλα μετριούνται με μονέδα και συμφέρον- με τίποτε άλλο. Για μένα, όταν όλα μετριούνται έτσι, δε μου λένε και πολλά.


Η πολιτική, με την ευρύτερη έννοια του όρου, σας απασχολεί;

Αν είχε μια υπόσταση, θα με απασχολούσε. Κάτι, το οποίο δεν επιτελεί τον προορισμό του, είναι στείρο. Και τα στείρα πράγματα μέχρι ενός σημείου τα παρακολουθώ, ελπίζοντας ότι θα πάψουν να είναι στείρα. Είμαι πια πολύ μεγάλη, για να ελπίζω κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχουν ηγέτες, όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο τελευταίος μου φαίνεται ότι πέθανε πριν από λίγες μέρες, ήταν ο Μαντέλα. Αυτός ήταν ηγέτης. Κατάφερε να γλιτώσει ένα λαό από μια φριχτή σφαγή. Αυτό, για μένα, είναι ό,τι σημαντικότερο μπορεί να κάνει κάποιος. Ομολογώ ότι στενοχωρήθηκα πάρα πολύ. Μπορώ να σας πω ότι έκλαψα γι’ αυτόν, χωρίς να τον γνωρίζω. Το να είσαι δεκαετίες στη φυλακή και βγαίνοντας να μην έχεις μέσα σου ούτε ένα γραμμάριο μίσους απέναντι σε όσους σου κατέστρεψαν τη ζωή είναι συγκλονιστικό. Αυτός ήταν άνθρωπος. Εγώ δε νομίζω ότι θα κατάφερνα να είμαι έτσι. Από την αγωγή μου έμαθα να εκτιμώ πολύ τους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι άνθρωποι, επειδή με μεγάλωσε ένας άνθρωπος που ήταν έτσι- ο πατέρας μου, αλλά και η μητέρα μου. Δε θεωρώ σημαντικό να παριστάνουμε τον φιλάνθρωπο και μέσω της φιλανθρωπίας να γινόμαστε και διάσημοι, αλλά το να προσπαθούμε να γίνουμε άνθρωποι, γιατί δε γεννιόμαστε έτσι. Ο άνθρωπος γεννιέται ένα ζωάκι, όχι και πολύ σπουδαίο.


Πριν από μερικά χρόνια αντιμετωπίσατε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, από το οποίο, ευτυχώς, βγήκατε αλώβητη…

Πριν από μερικά χρόνια ήταν το χειρότερο. Δε βγήκα τελείως αλώβητη. Όταν μένεις για πολύ καιρό στα νοσοκομεία, αλώβητος δε βγαίνεις ποτέ.


Με την έννοια ότι παραμένετε όχι απλώς ζωντανή, αλλά και δημιουργική. Υπήρξαν στιγμές που φοβηθήκατε πολύ;

Με αυτή την έννοια ναι. Την ώρα που συνέβαιναν αυτά, δεν είχα συναίσθηση. Αργότερα φοβήθηκα. Και τώρα φοβάμαι πολύ. Προσπαθώ να αποβάλω αυτό το πράγμα. Δεν είναι εύκολο, αλλά προσπαθώ.


Δίνετε ακόμη συναυλίες, ωστόσο, κι αυτό είναι ενδεικτικό.

Δεν είναι επάγγελμα αυτό που κάνω. Αν ήταν επάγγελμα, θα το είχα σταματήσει. Είναι τρόπος ζωής. Όσο ζω, αυτό θα κάνω, στο μέτρο που μπορώ.


Το γεγονός ότι στο παρελθόν ίσως είχατε τη δυνατότητα, μια δεδομένη χρονική στιγμή, να ακολουθήσετε μια διεθνή σταδιοδρομία, κάτι που δε συνέβη, σας έχει αφήσει μια αίσθηση ανικανοποίητου;

Καθόλου. Ήμουν πάρα πολύ ευχαριστημένη να βρίσκομαι σε αυτόν τον τόπο. Γιατί έχει πολλά καλά, κι αυτή τη στιγμή τα σκοτώνει ένα-ένα. Κι αυτό είναι που με σκοτώνει κι εμένα. Η Ελλάδα ποτέ δεν ήταν διάσημη για τον πλούτο της, ήταν για άλλα πράγματα. Όταν βγήκα στο εξωτερικό στη διάρκεια της Χούντας, το μόνο που ζήλεψα ήταν η οργάνωση και τα μέσα που είχαν, τίποτε άλλο. Δε χρειάστηκε να ζηλέψω κάτι άλλο. Πιστεύω ότι είχα περισσότερα από αυτούς, σε πολλά επίπεδα, κι εξακολουθώ να πιστεύω ότι τα έχω, αρκεί να τα ξέρω και όχι να τα αποποιούμαι. Το ότι καταστρέφομαι οικονομικά δε σημαίνει πως καταστρέφεται και το πνεύμα μου. Αν δεν το έχω, όμως, δεν το έχω. Στην αντίθετη περίπτωση, το χρωστάω, γιατί κάποιοι μου το έδωσαν.


Βλέπετε κάποια διέξοδο;

Τη διέξοδο θα τη δώσουν μόνο οι άνθρωποι που θα πάρουν απόφαση ότι δεν είναι πελάτες αυτού του τόπου, αλλά αυτοί που τον συντηρούν. Αν έμπαινα σε μία τάξη, το μόνο που θα ζητούσα από τα παιδιά είναι να μάθουν απ’ έξω την «Ιθάκη» του Καβάφη. Μόνο αυτό. Αν πραγματικά τη μάθουν, δε χρειάζεται να μάθουν τίποτε άλλο, για μένα. Αυτός ο τόπος είναι φτωχός από υλικά πράγματα, αλλά πάρα πολύ πλούσιος. Στην πραγματικότητα, ούτε από υλικά είναι φτωχός, αλλά από τη στιγμή που υπάρχουν τέτοιοι «καρχαρίες» γύρω γύρω Όταν, όμως, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού κοιτάει πώς να «φάει», είναι απόλυτα φυσικό αυτός ο τόπος να είναι φτωχός. Δε θα γίνει ποτέ του πλούσιος. Πλούσιος είναι ο τόπος, ο οποίος αυτά που έχει τα εκτιμάει και τα διαχειρίζεται λογικά.


Οι επόμενες εμφανίσεις της Αρλέτας στον «Ιανό» (Σταδίου 24) είναι στις 20 Δεκεμβρίου (με τον Λάκη Παπαδόπουλο) και στις 27 Δεκεμβρίου (με τον Βαγγέλη Γερμανό). Ώρα έναρξης: 21:30.


Η πρώτη δημοσίευση της συνέντευξης έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

«Εδώ τίποτα», ένα ντοκιμαντέρ για τα Εξάρχεια. Συνομιλώντας με την δημιουργό, Δάφνη Χαιρετάκη

Γνωριστήκαμε με την Δάφνη Χαιρετάκη, την δημιουργό του ντοκιμαντέρ για τα Εξάρχεια Ici rien (Εδώ τίποτα), τρία χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ο καιρός κύλησε- «χαθήκαμε», όπως συχνά συμβαίνει στη ζωή- ώσπου, μερικές βδομάδες πριν, με πολλή χαρά πληροφορήθηκα ότι η δουλειά της είχε ήδη προ διετίας ολοκληρωθεί και η ίδια είχε μόλις αποσπάσει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού στο πιο σημαντικό γαλλόφωνο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στο Βέλγιο, το Filmer à tout prix. Έσπευσα να την αναζητήσω. Αποτέλεσμα της αναζήτησης, η κουβέντα που ακολουθεί.


Γιατί άλλη μια ταινία για- ή με αφορμή- τα Εξάρχεια; Περίγραψέ μου την περιπλάνησή σου στον τόπο, το χρόνο, ανάμεσα στους ανθρώπους- από τα πρώτα της βήματα, μέχρι τη μετουσίωσή της σε φιλμ. Τι σημαίνουν, τελικά, τα Εξάρχεια για σένα;

Ξεκίνησα την ταινία το Σεπτέμβρη του 2008, με σκοπό να κάνω κάποια πορτρέτα ανθρώπων, αλλά και χώρων των Εξαρχείων, νιώθοντας πως η περιοχή αλλάζει και πως πολλά μέρη σύντομα θα εξαφανίζονταν. Τα Εξάρχεια με ενδιέφεραν λόγω της ιστορίας και της μνήμης που φέρουν, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη στον οποιονδήποτε μύθο και χωρίς να με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Ύστερα, όμως, έγινε ο φόνος του Γρηγορόπουλου και τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο εκείνη την περίοδο.

Έγιναν πράγματα που ξεπέρασαν τα σύνορα των Εξαρχείων, πράγματα που ίσως μπορούσαν να κλονίσουν την κοινωνία και την καθημερινότητα που βιώνουμε. Πιστεύω πως μέχρι ένα σημείο πίστεψα σε αυτά, και η ταινία έγινε αφορμή συναντήσεων και συζητήσεων, άσχετα αν πολλά πράγματα που θα είχε πολύ ενδιαφέρον να τεθούν δεν εντάχθηκαν στο τελικό μοντάζ, εφόσον έπρεπε να κάνω κάποιες επιλογές. Τελείωσα τα γυρίσματα τον Μάιο του 2011, επειδή τότε αποφάσισα να αλλάξω τη φόρμα της ταινίας και να μη δείξω τα πρόσωπα των ανθρώπων που μιλάνε, αλλά να τα αντικαταστήσω με πλάνα «κενών χώρων». Πολλά είχαν αλλάξει από το 2008 και θεώρησα πως το να αναδείξω αισθητικά την καταστολή, στην οποία είχαμε υποβληθεί ήταν, ίσως, ο μόνος τρόπος για να βγει κάτι. Επίσης, για πολύ καιρό με προβλημάτιζε το ότι το θέμα της ταινίας θα μπορούσε, κατά κάποιο τρόπο, να πουλήσει για τους λάθος λόγους. Δεν ήθελα να εκμεταλλευτώ κάποιο κίνημα ή, ακόμα χειρότερα, κάποιο δυστυχές γεγονός, όπως ήταν ο φόνος του Γρηγορόπουλου. Ο μόνος τρόπος, λοιπόν, ήταν «να μη δείξω» αυτό που κάποιοι ίσως θα περίμεναν.


Δεν αντιφάσκει ο τίτλος του ντοκιμαντέρ προς τον πλούτο των ερεθισμάτων που αναδεικνύει;

Ο τίτλος ήρθε στο τέλος. Η αλήθεια είναι πως ήμουν δυστυχώς πολύ απογοητευμένη από την όλη εξέλιξη των πραγμάτων και ακόμα είμαι. Ο τίτλος δεν έχει να κάνει μόνο με τα Εξάρχεια, τα οποία είναι μια περιοχή που συνεχώς προβληματίζει και προβληματίζεται, αλλά με τη γενικότερη κατάσταση της χώρας. Έχω πολύ φόβο για τα πράγματα και τίποτα αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να τον ηρεμήσει. Το αντίθετο μάλλον.


H «ιμπρεσιονιστική» του ματιά και ο DIY χαρακτήρας του είναι προϊόντα άποψης ή και οικονομικοτεχνικών περιορισμών;

Η ταινία είναι γυρισμένη σε Super 8 και 16mm και όλη εμφανισμένη στο χέρι στη «Λάμπα», ένα DIY Film Lab που βρίσκεται στη Λ. Αλεξάνδρας. Ένα μέρος σπάνιο, χωρίς το οποίο η ταινία μου, όπως και πολλές άλλες που γίνονται εκεί εντελώς ανεξάρτητα, δε θα μπορούσε να υπάρξει.

Το φιλμ, για πρακτικούς λόγους, είναι ένας τρόπος σκέψης, δόμησης, αλλά και περιορισμού. Κυρίως με ενδιαφέρει η πειθαρχία που επιβάλλει, αλλά και ίδια του η φύση. Το ότι δεν μπορείς να τραβήξεις κάτι και να το σβήσεις, για παράδειγμα. Όταν πατάς το κουμπί και η κάμερα γυρίζει, δεν μπορείς να πας πίσω και «να το ξεκάνεις».

Επίσης, πάντοτε μου άρεσε ο πειραματικός κινηματογράφος, που έχει, εξάλλου, μεγάλη παράδοση στη χρήση του φιλμ. Είναι, ίσως, ένας τρόπος να κάνεις όντως κινηματογράφο έστω και με τα ελάχιστα, και να μην είσαι ο φτωχός συγγενής. Το να βγει μια ταινία σε φιλμ σήμερα από την Ελλάδα είναι σημαντικό και δεν έχει σχέση μόνο με τα χρήματα, έχει σχέση με το τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω μας. Είναι, ίσως, και αυτό μια αντίσταση. Επίσης, υπάρχει και μία συγγένεια με άλλες ταινίες που παράγονται με τέτοιο τρόπο, σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως εκείνες του Ben Rivers για παράδειγμα, που παίζουν, εξάλλου, σε πολλά μεγάλα φεστιβάλ και επηρεάζουν το γενικότερο τοπίο. Αλλά είναι ένα είδος κινηματογράφου που δυστυχώς εδώ δε βλέπουμε και πολύ.


Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη και πόσο κομβική υπήρξε στην ολοκλήρωση της δουλειάς σου;

Τον Αλέξανδρο τον ξέρω από καιρό και θαυμάζω πολύ την δουλειά του, αλλά και τη στάση ζωής που έχει. Αν θυμάμαι καλά, του ζήτησα πολλές φορές να συμμετάσχει στην ταινία, αλλά δεν ήθελε, μέχρι που κάποια στιγμή μάλλον με λυπήθηκε και δέχτηκε! Μιλήσαμε αρκετή ώρα εκείνη την ήμερα και στο τέλος του ζήτησα να παίξει κάτι. Δεν ήξερα τι θα παίξει και ούτε και γνώριζα το κομμάτι, εφόσον μόλις το είχε γράψει, νομίζω. Αλλά είχε το ένστικτο, κατά κάποιο τρόπο, να παίξει κάτι που αντηχούσε με τις ανησυχίες της ταινίας. Δίστασα πολύ να το χρησιμοποιήσω αυτό το πλάνο, αλλά  πιστεύω πως η ταινία δε θα «έστεκε» χωρίς αυτό. Είναι σαν να αγγίζει το θέμα, με το οποίο μαχόμουν τόσο καιρό, μέσα από τη δική του τέχνη και ποίηση, μέσα από αυτό το τραγούδι που είναι ένα μοιρολόι, αλλά και μια κραυγή.


Το ντοκιμαντέρ σου έχει προβληθεί σε διεθνή φεστιβάλ. Στο πιο πρόσφατο, μάλιστα, στις Βρυξέλλες απέσπασες το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης δημιουργού. Σε εξέπληξε αυτό; Ποιες είναι οι αντιδράσεις που έχεις μέχρι τώρα συναντήσει;

Η ταινία παίχτηκε σε διάφορα μέρη και προς μεγάλη μου έκπληξη κίνησε αρκετά το ενδιαφέρον. Σίγουρα λόγω Ελλάδας και κρίσης, αλλά, πιστεύω, και χάρη στη φόρμα της, καθώς και στη διαφορετική ματιά που έδωσε στους ξένους, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να μαθαίνουν για εμάς μόνο από την τηλεόραση και τα νέα.


Στην από πολλές απόψεις ζοφερή εποχή που διανύουμε, πόσο εφικτό είναι για μια νέα σκηνοθέτρια, όπως εσύ, είτε ζει στην Ελλάδα, ή αντλεί έμπνευση, ερεθίσματα και «υλικό» από τη νεοελληνική πραγματικότητα, να υλοποιήσει τα σχέδιά της;

Ζοφερή δεν λες τίποτα! Είναι δύσκολο πολύ, αλλά δεν νομίζω πως είναι πιο δύσκολο από οτιδήποτε άλλο. Ο καθένας επιλέγει αυτό που θέλει να κάνει και περνάει ίσως μια ολόκληρη ζωή παλεύοντας να το φτάσει. Εγώ έκανα πολύ νωρίς την επιλογή να ζήσω στο εξωτερικό, στην Γαλλία πιο συγκεκριμένα, και έτσι όσες ευκαιρίες μου δόθηκαν μέχρι τώρα ήρθαν από εκεί και ποτέ από την Ελλάδα. Αλλά εδώ στρέφομαι συνέχεια, εδώ κοιτάω και εδώ με ενδιαφέρει να κινούμαι. Είναι μεγάλη πλανεύτρα αυτή η χώρα- ίσως και για εξαιρετικούς λόγους, εξάλλου…


Πάνω σε τι δουλεύεις αυτό τον καιρό;

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στην Γαλλία σε μια αξιόλογη σχολή που λέγεται Le Fresnoy και ετοιμάζω σε αυτά τα πλαίσια μια καινούρια ταινία που θα γυρίσω στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη και τον Γενάρη. Θα έχει σχέση με ανεκπλήρωτους έρωτες, χαμένες ελπίδες και αντιστασιακά χταπόδια.

Το ντοκιμαντέρ της Δάφνης Χαιρετάκη Ici rien (Εδώ τίποτα) διατίθεται δωρεάν στο διαδίκτυο.



Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

«Μικρά Αγγλία»: Μια «κατάδυση» στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης



Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το αναγνωστικό κοινό, η πολυαναμενόμενη νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη Μικρά Αγγλία αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη και ώριμη δουλειά του από την εποχή των Πέτρινων Χρόνων.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο νησί της ναυτοσύνης, την Άνδρο, στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκονται οι ζωές, οι έρωτες, τα πάθη και η μοναξιά των ηρώων της, με έμφαση στους χαρακτήρες δύο διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας αδελφών, της Όρσας (Πηνελόπη Τσιλίκα) και της Μόσχας (Σοφία Κόκκαλη), και της μητέρας τους Μίνας (Αννέζα Παπαδοπούλου). Παράλληλα, η Μικρά Αγγλία συνιστά μια στοχαστική ματιά στα συντηρητικά ήθη της εποχής και τις καταπιεστικές κοινωνικές επιταγές.

Συνεπής στο ανθρωποκεντρικό σινεμά που με αφοσίωση εδώ και σχεδόν μισό αιώνα υπηρετεί, ο Παντελής Βούλγαρης όχι μόνο σκηνοθετεί μια εξαιρετικά φροντισμένη, μέχρι και την παραμικρότερη λεπτομέρεια, ταινία «εποχής», αλλά «καταδύεται», με μπεργκμανικό, θαρρείς, τρόπο, στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και είναι αυτή ακριβώς η υπέρβαση της «καλλιγραφικής» αναπαράστασης του συγκεκριμένου χωροχρόνου, ιδίως στο δεύτερο μέρος της ταινίας, κατά το οποίο αναπτύσσεται βαθύτερα η σχέση ανάμεσα στις δύο αδερφές, που κυριολεκτικά «απογειώνει» τη Μικρά Αγγλία. Εξαιρετικές οι ερμηνείες των πρωτοεμφανιζόμενων Πηνελόπης Τσιλίκα και Σοφίας Κόκκαλη, της Αννέζας Παπαδοπούλου, καθώς και Χρήστου Καλαβρούζου στο ρόλο του Αιμίλιου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει, επίσης, να γίνει σε τέσσερις ακόμη συντελεστές της ταινίας, τους Κωνσταντίνα Βούλγαρη (casting), Γιούλα Ζωϊοπούλου (ενδυματολογική επιμέλεια), Σίμο Σαρκετζή (διεύθυνση φωτογραφίας) και Αντώνη Δαγκλίδη (σκηνικά).


Η Μικρά Αγγλία «ανοίγει πανιά» στις 5 Δεκεμβρίου.

Η πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στο http://www.3pointmagazine.gr .