Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Σρτζάν Ντραγκόγεβιτς: "οι ταινίες μου είναι, συνήθως, τραγικές κωμωδίες"






Στην ταινία του Η παρέλαση, την πρώτη σερβική ταινία με γκέι θεματολογία, ο γνωστός και αγαπητός στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό Σέρβος σκηνοθέτης Σρτζάν Ντραγκόγεβιτς ( Όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται) αφηγείται την ιστορία του Ραντμίλο και του Μίρκο, ενός επιτυχημένου μεσοαστικού γκέι ζευγαριού που θα ήταν ευτυχισμένο οπουδήποτε αλλού, εκτός από τη χώρα όπου ζει: τη Σερβία.


Ο Ραντμίλο είναι κτηνίατρος, ο Μίρκο ιδιοκτήτης πρακτορείου που διοργανώνει γάμους για πελάτες με εκλεπτυσμένα γούστα. Επιπλέον, είναι ακτιβιστής των δικαιωμάτων των γκέι και όνειρό του είναι να οργανώσει κάποτε το πρώτο επιτυχημένο Gay Pride στο Βελιγράδι. Το όνειρό του φαντάζει απραγματοποίητο, μέχρι που ο Ραντμίλο σώζει από βέβαιο θάνατο το σκύλο του Λιμούν, ενός ομοφοβικού πρώην γκάνγκστερ και βετεράνου των γιουγκοσλαβικών πολέμων, ο οποίος σύντομα πρόκειται να παντρευτεί με την πληθωρική Βισέρκα. Ο Μίρκο θα ζητήσει την προστασία του Λιμούν στο επικείμενο pride, προσφέροντάς του ως αντάλλαγμα τη δωρεάν διοργάνωση του γάμου του με την Βισέρκα. Μετά τους αρχικούς του ενδοιασμούς, ο Λιμούν θα ξαμοληθεί σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία, "στρατολογώντας" εθελοντές ανάμεσα στους πρώην εχθρούς του, βετεράνους των πολέμων κι αυτούς. Με τα χίλια ζόρια, το pride θα γίνει, με τραγικές, όμως, συνέπειες.


Τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο Σερβίες, της κυρίαρχης συντηρητικής και ομοφοβικής και της ανοιχτόμυαλης και φιλελεύθερης, περιγράφει ο Ντραγκόγεβιτς στη γλυκόπικρη (κατά)μαυρη κωμωδία του Η παρέλαση, η οποία έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα της στα πλαίσια του 7ου "Outview" Gay & Lesbian Φεστιβάλ. Με αφορμή την προβολή, ο Σρτζάν Ντραγκόγεβιτς μου παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη:



Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με ένα τόσο λεπτό για τα δεδομένα της Σερβίας- και όχι μόνο- θέμα; Ήταν συνειδητή επιλογή η υιοθέτηση μιας φαινομενικά ανάλαφρης, σχεδόν αλμοδοβαρικής, αφηγηματικής προσέγγισης;


Η απόφαση να κάνω μια ταινία σχετικά με αυτό το θέμα με έναν, όπως λέτε, ανάλαφρο τρόπο ήταν πολύ κρίσιμη. Πάλευα με το σενάριο για πολλά χρόνια, και κάθε φορά εξελισσόταν σε μια σκοτεινή και καταθλιπτική ταινία για τη ζωή των γκέι στη σύγχρονη Σερβία. Θα ήταν αξιοπρεπής ταινία για τα φεστιβάλ, αλλά εντελώς αναποτελεσματική. Ξέρετε, θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαιτέρως πολιτικοποιημένο άνθρωπο, ακόμα και "ακτιβιστή του κινηματογράφου", και πιστεύω ότι οι ταινίες πρέπει να έχουν αντίκτυπο στους ανθρώπους σε μεγαλύτερη κλίμακα. Αν η "Παρέλαση" ήταν ένα καταθλιπτικό δράμα, θα κατέληγε στο φεστιβαλικό κύκλωμα και θα είχε ένα πραγματικά περιορισμένο κοινό. Αποφάσισα, λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, να κάνω το ανάποδο, γυρίζοντας μια ταινία για τους συνηθισμένους ομοφοβικούς, που είναι η πλειονότητα στην περιοχή. Έτσι, η ταινία είχε τεράστο αντίκτυπο, 600.000 άτομα την παρακολούθησαν στους κινηματογράφους, και προκάλεσε μια ζωντανή και παραγωγική συζήτηση σχετικά με τα LGBT δικαιώματα σε όλες τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. 



Πώς ανακαλύψατε το cast; Δε θα μπορούσε να είναι καταλληλότερο!


Κάποιοι από τους ηθοποιούς είναι παλιοί μου φίλοι κι έχουμε συνεργαστεί σε προηγούμενες ταινίες. Ο Νίκολα Κότζο ( σημ. ο ομοφοβικος γκάνγκστερ Λιμούν) έχει παίξει σε πέντε ταινίες μου. Συνήθως βασίζομαι πολύ στο cast και θεωρώ ότι είναι από τους πιο ζωτικούς παράγοντες στη διαδικασία δημιουργίας μιας ταινίας.



Η ταινία σας έγινε μπλοκμπάστερ σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία. Εκπλαγήκατε; Πώς το ερμηνεύετε;


Δεν εξεπλάγην. Πολλές από τις ταινίες μου υπήρξαν μεγάλες επιτυχίες σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία. Το "Όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται" ήταν μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα το 1997. Φτιάχνω αρκετά επικοινωνιακές ταινίες για δύσκολα και σοβαρά θέματα, τα οποία θεωρώ κρίσιμα για την κοινότητα. Κι η προσέγγισή μου συνήθως διαφέρει από εκείνη άλλων δημιουργών σχετικά με τα ίδια θέματα. Οι ταινίες μου είναι, συνήθως, τραγικές κωμωδίες. Έτσι βλέπω τη ζωή, κι έτσι ίσως ζούμε. Ίσως, πάλι, είμαι μια μανιοκαταθλιπτική προσωπικότητα και οι ταινίες μου μού μοιάζουν.



Υπήρξε κάποια κριτική, είτε από την πλευρά των Αρχών- κυβερνητικών και θρησκευτικών-, ή από εκείνη των ακτιβιστών για τα δικαιώματα των γκέι σχετικά με την απεικόνιση των χαρακτήρων στην ταινία;


Πάντοτε δέχομαι κριτική, που προέρχεται τόσο από τη ριζοσπαστική Δεξιά, όσο και από τη ριζοσπαστική Αριστερά. Ίσως γιατί ο ριζοσπαστισμός δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να έχουν αίσθηση του χιούμορ. Ή, ίσως, επειδή αυτή η αίσθηση λείπει, γίνονται ριζοσπάστες.



Γιατί νομίζετε ότι η σερβική κοινωνία, ανάμεσα σε άλλες στα Βαλκάνια, είναι, σε σημαντικό βαθμό, ομοφοβική;


Γιατί νομίζετε ότι η "Παρέλαση" "κόπηκε" από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και τις "Νύχτες Πρεμιέρας", αν και είχε κερδίσει τρία βραβεία στην Μπερλινάλε; Είναι περίεργο το ότι οι άνθρωποι που εργάζονται στον χώρο του πολιτισμού είναι ομοφοβικοί. Για μένα, όμως, το σημαντικό είναι ότι η ταινία έφτασε στο ελληνικό κοινό. Αγαπω την Ελλάδα, έχω μείνει έξι βδομάδες στην Αθήνα την δεκαετία του '90, κάνοντας post-production σε δύο ταινίες μου. Πέρασα καλά. Αγαπώ την Σύμη, είναι από τα αγαπημένα μου σημεία στον κόσμο. Κι εκτιμώ το κουράγιο των Ελλήνων να αντιστέκονται στο πολυεθνικό κεφάλαιο, αυτούς τους μπάσταρδους!



Είναι η Παρέλαση όντως "το Pride της Σερβίας", όπως γράφτηκε στον "Guardian";


Δε μ' αρέσουν τα "μεγάλα λόγια". Πάντοτε πίστευα ότι ο αυτοσαρκασμός είναι σημαντικό πράγμα. Η "Παρέλαση" είχε μεγάλο αντίκτυπο στο mainstream κοινό, αλλά, στην τελική, είναι μόνο μια ταινία. Αυτοί που μπορούν να κάνουν κάτι σοβαρό για τη βελτίωση των LGBT δικαιωμάτων στη Σερβία είναι οι πολιτικοί, όχι ένας σκηνοθέτης.




















Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

"Roughcut": ένα ακατέργαστο "διαμάντι", σε σκηνοθεσία Ελιάνας Αμπραβανέλ





Η Μπάμπι είναι μια Φιλιππινέζα επαγγελματίας κομμώτρια. Στα 40 της πλέον, εργάζεται στο κέντρο της Αθήνας εδώ και τέσσερα χρόνια. Εργαζόμενη, μητέρα, σύζυγος και κόρη εξ αποστάσεως, η Μπάμπι είναι υποχρεωμένη να υιοθετεί μια σειρά από ρόλους. Αυτό που τη διαφοροποιεί, ωστόσο, από τις υπόλοιπες μετανάστριες εργάτριες είναι ότι είναι τρανς: μια γυναίκα με ανδρική βιολογική ταυτότητα. Το Roughcut, πρώτη μεγάλου μήκους δουλειά της Ελιάνας Αμπραβανέλ, αφηγείται την ιστορία της και πρωτοπροβλήθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ενόψει της αθηναϊκής πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ την Κυριακή, 28 Απριλίου, στα πλαίσια του 7ου "Outview" Gay & Lesbian Φεστιβάλ, καθώς και της εξόδου του την ερχόμενη Πέμπτη στο "Δαναό", σε ενιαίο πρόγραμμα με το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Παναγιώτη Ευαγγελίδη Λάμπουν στο σκοτάδι, κουβέντιασα με την Ελιάνα Αμπραβανέλ.


Πώς γνωρίσατε την Μπάμπι και γιατί την επιλέξατε ως "ηρωίδα" του  ντοκιμαντέρ σας;


Την Μπάμπι την γνώρισα εντελώς τυχαία, μέσω  μιας κοινής φίλης. Με ενδιαφέρουν οι "πραγματικές" ιστορίες με δυνατούς χαρακτήρες που παίρνουν την ζωή στα χέρια τους και δεν αφήνουν καμιά δυσκολία, όποια κι αν είναι αυτή, να τους ρίξει. Και η Μπάμπι  ανταποκρίνεται στους πολλαπλούς ρόλους που της επεφύλαξε η ζώη σαν μια πραγματική πρωταγωνίστρια, μια σταρ ταινίας fiction.



Πώς προέκυψε ο τίτλος του ντοκιμαντέρ;


Roughcut είναι μια κουπ μαλλιών: κοντό αγορίστικο κόψιμο με μερικές θηλυκές μακρύτερες τούφες μαλλιών ανάμεσα. Επίσης rough cut (αν και δύο λέξεις) είναι η πρώτη version μιας ταινίας στο μοντάζ, πριν το τελικό αποτέλεσμα. Εκφράζει, όμως, και τα διαμάντια στην ακατέργαστη μορφή τους. Νομίζω όλες οι ερμηνείες του τίτλου ταιριάζουν στην ιστορία και στην ηρωίδα μου με τον ένα η άλλο τρόπο.



Κερδίσατε εύκολα την εμπιστοσύνη της, ή δυσκολεύτηκε να σας ανοιχτεί;


Τα πράγματα ήρθαν πολύ φυσικά. Στην αρχή της γνωριμίας κάναμε συζητήσεις γενικότερες για τις Φιλιππίνες και την ζωή της εκεί, χωρίς να κινηματογραφούμε. Εκ των υστέρων μου εξομολογήθηκε πως νόμιζε ότι επρόκειτο να χρησιμοποιήσουμε την ιστορία της σαν βάση για σενάριο ταινίας μυθοπλασίας.´Οταν κατάλαβε ότι επρόκειτο να είναι η ίδια πρωταγωνίστρια στο ντοκιμαντέρ, είχαμε πια αποκτήσει οικειότητα και δέχτηκε αμέσως.



Πώς καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των πολλαπλών της ρόλων (επαγγελματίας κομμώτρια, σύζυγος, μητέρα), χωρίς να συντρίβεται υπό το βάρος τους;


Η ηρωίδα μου δεν λυγίζει εύκολα. Κατ´αρχήν ξέρει ότι είναι ο στυλοβάτης μιας πολυπληθούς οικογένειας στις Φιλιππίνες, είναι ταγμένη στον σκοπό της και ανταποκρίνεται στις καθημερινές απαιτήσεις με αποφασιστικότητα και συγχρόνως κέφι για ζωή. Οι δυσκολίες για την Μπάμπι δεν είναι συνυφασμένες ούτε με γκρίνια, ούτε με γκαντεμιά.


Σε ποιο βαθμό είναι γνωστή η σεξουαλική της ταυτότητα στον επαγγελματικό, φιλικό και ευρύτερο κοινωνικό κύκλο της στην Ελλάδα και κάτα πόσο αυτό επηρεάζει τις σχέσεις της με τους ανθρώπους;


Παρά την θηλυκή της εμφάνιση, η ηρωίδα μου δεν κρύβει την ανδρική της βιολογική ταυτότητα. Δεν είναι κάτι που εμποδίζει την καθημερινότητά της, γιατί έχει αποφασίσει εδώ και πολλά χρόνια πώς αισθάνεται και πώς θέλει να αντιμετωπίσει την διαφορετικότητά της. Το πρόβλημα υπάρχει στους άλλους πιστεύω, εκείνοι έχουν καμιά φορά δυσκολία στο να αποδεχτούν έναν διαφορετικό άνθρωπο.


Η άδεια παραμονής της έχει λήξει. Βάσει της τυπικής "νομιμότητας", είναι, επομένως, "παράνομη", σε μια συγκυρία, κατά την οποία η καταπολέμηση της "ανομίας", όπως αυτή κάθε φορά προσδιορίζεται, είναι διακηρυγμένος στόχος της κυβέρνησης. Την φοβίζει αυτό; Την εξοργίζει; Σκέφτεται να επιστρέψει στις Φιλιππίνες, αν και όταν έχει τη δυνατότητα;


Τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ κράτησαν πάνω από τρία χρόνια- υπήρξε πράγματι ένα διάστημα στην αρχή, κατά το οποίο τα χαρτιά της δεν είχαν ανανεωθεί και αυτό την στεναχωρούσε πολύ. Ευτυχώς τώρα δεν αντιμετωπίζει πλέον κανένα τέτοιο θέμα. Βέβαια και σκέπτεται να επιστρέψει κάποια στιγμή στην πατρίδα της, όταν της το επιτρέψουν οι συνθήκες, αλλά λόγω χαρακτήρα δεν αφήνει τον εαυτό της να νοσταλγήσει.


Άλλαξε κάτι στη ζωή της μετά την κυκλοφορία της ταινίας; Η ίδια έμεινε ικανοποιημένη από τον τρόπο, με τον οποίο αποτυπώσατε την ίδια και τη ζωή της κινηματογραφικά;


Δεν νομίζω ότι άλλαξε τίποτα στην ζωή της δραματικά. Η Μπάμπι χάρηκε για την κυκλοφορία της ταινίας,  όπως και όλοι οι συντελεστές, γιατί οι δυσκολίες για την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ ήταν μεγάλες και οι χρηματικές δυνατότητες πολύ μικρές. Το αποτέλεσμα της άρεσε, αν και, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, βλέποντας τον εαυτό της στην οθόνη, είδε μερικά λάθη που κάνει στην ζωή της.


Το ντοκιμαντέρ σας ξεκινά το αθηναϊκό του "ταξίδι" από το φεστιβάλ "Outview" την Κυριακή 28 Απριλίου, συνεχίζοντας, την επόμενη βδομάδα, στον "Δαναό", σε κοινό πρόγραμμα με το εξαιρετικό Λάμπουν στο σκοτάδι του Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Πόσο έτοιμο είναι το κινηματογραφικό κοινό να παρακολουθήσει, να εκτιμήσει και να προβληματιστεί πάνω σε ταινίες που ξεφεύγουν από τη συμβατική θεματολογία και οπτική;


Μα νομίζω πως το κοινό επιζητά να δει ταινίες και ειδικά ντοκιμαντέρ που δείχνουν μια άλλη οπτική γωνία της πραγματικής ζωής που καμιά φορά δεν φαντάζονται ότι υπάρχει. Για δύο ώρες τους δίνεται η δυνατότητα να "ζήσουν" από κοντά μια ιστορία (στην περίπτωσή μας είναι δύο οι ταινίες και δύο οι ιστορίες) που μπορεί να υπάρχει δίπλα τους και να μην το έχουν αντιληφθεί. Η ταινία του Παναγιώτη Ευαγγελίδη "They glow in the dark" είναι σπάνιας ευαισθησίας και ωριμότητας, μια ιστορία που νομίζω θα αγγίξει όλους τους θεατές. Και πρέπει να πω πως είμαι πολύ χαρούμενη και με τιμά το γεγονός πως θα "κάνουν παρέα" οι δύο ταινίες στο Δαναό ξεκινώντας από την Πέμπτη 2  Μαΐου και για δύο εβδομάδες.



Το Roughcut προβάλλεται την Κυριακή, 28 Απριλίου, στις 8 το βράδυ, στην Αίθουσα 1 του Ινστιτούτου Θερβάντες (Μητροπόλεως 23) και από την ερχόμενη Πέμπτη, 2 Μαΐου, στον κινηματογράφο "Δαναό" (Λεωφόρος Κηφισίας 109), σε ενιαίο πρόγραμμα με το Λάμπουν στο σκοτάδι του Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Καθρεφτίζοντας τον "άλλο": με αφορμή την ιρανική ταινία "Facing Mirrors"






Την ελληνική της πρεμιέρα, παρουσία της παραγωγού και συν- σεναριογράφου και των δύο πρωταγωνιστριών της, έκανε το Σάββατο, 20 Απριλίου, στα πλαίσια του 7ου  "Outview" Gay & Lesbian Φεστιβάλ, το Facing Mirrors, η πρώτη ιρανική ταινία μυθοπλασίας, όπου ο κεντρικός χαρακτήρας είναι διεμφυλικός (τρανς).


Το πολυβραβευμένο, τόσο σε διεθνή φεστιβάλ, όσο και στο Ιράν, Facing Mirrors, σε σκηνοθεσία Νεγκάρ Αζαρμπαϊτζανί, αφηγείται, με ύφος ρεαλιστικό, στα όρια του ντοκιμαντέρ, την ιστορία μιας αναπάντεχης φιλίας, έξω από κοινωνικά στερεότυπα και νόρμες, ανάμεσα στη συντηρητική, θρησκευόμενη μητέρα και οδηγό ταξί Ράνα και την τρανς  Έντι, που θέλει να υποβληθεί σε εγχείρηση αλλαγής φύλου. Την αρχική έκπληξη, ίσως και αποστροφή, της Ράνα σταδιακά διαδέχεται ένα βαθύ αίσθημα φιλίας χωρίς όρους. Το Facing Mirrors είναι, τελικά, μια ταινία για την αυτογνωσία, την αλληλοαποδοχή, τον αλληλοσεβασμό και τη μοναξιά της διαφορετικότητας. Μετά τη σαββατιάτικη πρεμιέρα, η παραγωγός και συν- σεναριογράφος της ταινίας Φερεστέ Ταερπούρ, αν και κουρασμένη, μου παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη:



Πώς προέκυψε η αρχική ιδέα της ταινίας;


Στην πραγματικότητα ήταν ένας συνδυασμός της ιστορίας που είχα στο μυαλό μου σχετικά με την οδηγό ταξί, το χαρακτήρα της Ράνα, και την ιστορία που η σκηνοθέτης είχε σκεφτεί, σχετικά με έναν τρανς χαρακτήρα από τα παιδικά της χρόνια. Στη γειτονιά της ζούσε ένας τρανς και έβλεπε πόσο δύσκολη ήταν η ζωή του.  Όταν το συζητήσαμε, αποφασίσαμε να συνδυάσουμε τις δύο ιστορίες, φτιάχνοντας αυτή την ταινία.


Ποια είναι η στάση της ιρανικής κοινωνίας απέναντι στους διεμφυλικούς (τρανς) ανθρώπους, γενικότερα;


Οι περισσότεροι, περιλαμβανομένου και του εαυτού μου, δεν ξέραμε τίποτα για αυτούς τους ανθρώπους πριν την ταινία. Αλλά, αφού βγήκε η ταινία στο Ιράν, μπορώ να πω ότι περισσότερο από το 90% του κοινού είπε ότι δεν είχε ιδέα και, τώρα που γνωρίζει, αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη συμπάθεια αυτούς τους ανθρώπους. Πολλές οικογένειες, εξάλλου, ανακαλύπτουν ότι πρέπει να έχουν καλύτερη συμπεριφορά. Κάναμε, επίσης, σεμινάρια μετά την προβολή της ταινίας, στα πλαίσια των οποίων συζητούσαμε, αναζητώντας την καλύτερη αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.


Πώς καταφέρατε να παρακάμψετε τις "κόκκινες γραμμές" που τίθενται στην ιρανική κοινωνία;


Ξέρετε, ελπίζω ότι είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος και ότι πιστεύω στον θρησκευτικό νόμο. Όταν, λοιπόν, ανακαλύπτω ότι στο επίπεδο του νόμου και της ανθρωπιάς, δεν τίθεται κάποιο ζήτημα, τότε προσπαθώ να  περιγράψω το θέμα έτσι, ώστε η ιρανική κοινωνία να αλλάξει στάση, και νομίζω ότι είμαστε ειλικρινείς απέναντι σε όλους τους χαρακτήρες. Όταν βλέπεις την ταινία, νιώθεις ότι ο πατέρας (σημ.της Έντι, του τρανς χαρακτήρα) έχει δίκιο, σύμφωνα με την κουλτούρα του, ο αδερφός της επίσης, η Ράνα έχει δίκιο, η φίλη της έχει δίκιο. Και, βέβαια, η Άντινε ( σημ. Έντι). Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι όλοι προσπαθούν να κάνουν τους άλλους σαν τον εαυτό τους. Πρέπει, όμως, να αποδεχόμαστε τις αλλαγές και τις διαφορές και να σεβόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμα και εντός της οικογένειας. Δεν μπορούμε να εξαναγκάζουμε τα παιδιά μας να γίνονται κάτι άλλο. Δεν είναι δίκαιο. Πρέπει να τα καταλαβαίνουμε και να είμαστε ευγενικοί απέναντί τους και να αντιμετωπίζουμε με ρεαλιστικό τρόπο τις ανάγκες τους- το ίδιο κι εκείνα. Όλες αυτές είναι οι "κόκκινες γραμμές" που όλοι μας, οπουδήποτε στον κόσμο, έχουμε στο μυαλό μας και στην κουλτούρα μας. Και νομίζω ότι το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε να παρατηρούμε αυτές τις "κόκκινες γραμμές", σεβόμενοι τα δικαιώματα της άλλης πλευράς.


Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι, τελικά, η μόνη διέξοδος για τον κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας είναι να εγκαταλείψει το Ιράν.


Στην ταινία αναφέρεται ότι μπορεί να κάνει την εγχείρηση αλλαγής φύλου στο Ιράν, κι ίσως είναι και καλύτερα έτσι, αλλά λόγω της στάσης της οικογένειάς της δε θα γίνει αποδεκτή. Γι’ αυτό θέλει να φύγει από τη χώρα. Γιατί ξέρει ότι μετά την εγχείρηση οι συγγενείς και οι φίλοι της θα δυσκολευτούν να την αποδεχτούν και να της συμπεριφερθούν καλά. Ίσως το κάνουν στο μέλλον. Στο τέλος της ταινίας δεν είναι ξεκάθαρο αν έκανε την επέμβαση και μπορείς να δεις ότι είναι ακόμα θλιμμένη, έχει αμφιβολίες, και εύχεσαι να ήταν ο πατέρας της πιο ευγενικός απέναντί της.


Κι η Έντι είναι ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος…


Είναι. Και η μόνη φίλη που έχει είναι η Ράνα, ένας θρησκευόμενος άνθρωπος, που μπορεί, μέσα από την καρδιά της, να "ακουμπήσει" το πρόβλημα, προσπαθώντας να είναι ευγενική, ως μητέρα και άνθρωπος, χωρίς να καταλαβαίνει την κατάσταση.


Είναι, κατά κάποιο τρόπο, η ιστορία μιας φιλίας χωρίς όρους..


Για μια οικογένεια σαν της Ράνα, αν η Άντινε επιστρέψει ως άντρας, δε θα της επιτραπεί να τον δει. Από το διάλογό της με τον άντρα της, καταλαβαίνεις ότι εκείνος έχει θυμώσει. Η Ράνα ξέρει ότι έχει παραβιάσει το νόμο, έχει υπερβεί τις "κόκκινες γραμμές", αλλά δεν μπορούσε να μη βοηθήσει την Έντι ως φίλη, ως άνθρωπος, ως υπεύθυνη μητέρα.


Ποιες είναι οι μέχρι τώρα αντιδράσεις του κοινού σε όλα τα φεστιβάλ, όπου έχει προβληθεί η ταινία;


Μετά από 96 φεστιβάλ- στις Η.Π.Α., στην Ευρώπη, σε ασιατικές χώρες, αλλά και στο Ιράν – παντού την υποδέχτηκαν πολύ θερμά. Δεν έχω δει ούτε μία αρνητική αντίδραση. Ξέρετε, η Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου στο Ιράν της απένειμε το βραβείο καλύτερης ταινίας. Το κυβερνητικό κινηματογραφικό φεστιβάλ, εξάλλου, της απένειμε, επίσης, το βραβείο καλύτερης ταινίας, καλύτερης ηθοποιού και καλύτερου σεναρίου. Θαυμάζουν και σέβονται αυτή την ταινία. Υπήρξε μια γενναία ταινία, έθιξε ένα καινούριο θέμα, είναι ένα κοινωνικό φιλμ.


Μια γενναία ταινία, εξαιρετικά αφηγημένη, που μπορείς να παρακολουθήσεις και να ταυτιστείς συναισθηματικά με τους χαρακτήρες της, ανεξάρτητα από το αν είσαι γκέι, στρέιτ ή ο,τιδήποτε άλλο.


Ευχαριστώ! Αυτό θέλαμε, να είναι μια ταινία που να μπορούν να την παρακολουθήσουν όλων των ειδών τα κοινά. Θέλαμε να τη δουν γονείς. Δεν επιθυμούσαμε να κάνουμε ένα αργό,  "καλλιτεχνικό" φιλμ, που να προορίζεται μόνο για τα φεστιβάλ ή για τις ελίτ. Θέλαμε να το δει ο "μέσος άνθρωπος" και να προσπαθήσει να σκεφτεί διαφορετικά.



Η προβολή της ταινίας Facing Mirrors επαναλήφθηκε την Κυριακή, 21 Απριλίου, στην Αίθουσα 2 του Ινστιτούτου Θερβάντες (Μητροπόλεως 23), στις 10 το βράδυ, παρουσία της παραγωγού και συν- σεναριογράφου, καθώς και των δύο πρωταγωνιστριών.



Ευχαριστώ την διευθύντρια του "Outview" Μαρία Cyber για την πολύτιμη βοήθειά της.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Ρίγα: η μητρόπολη της Βαλτικής





Απλωμένη στις όχθες του ποταμού Νταούγκαβα (Daugava), είναι η μεγαλύτερη πόλη στη Βαλτική και, ταυτόχρονα, ένα υπαίθριο μουσείο art nouveau τεχνοτροπίας, ενώ το ιστορικό κέντρο της έχει κηρυχτεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO το 1997. Φημίζεται για τα κομψά πάρκα της, χαρακτηρίζεται, όμως, και από ορατές κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Πρόκειται για τη Ρίγα, την πρωτεύουσα της Λετονίας.


Φτάνω στη Ρίγα οδικώς απογευματάκι, μετά από μια ακόμη αναζωογονητική επίσκεψη-"αστραπή" στο νεανικό Βίλνιους, την πρωτεύουσα της γειτονικής Λιθουανίας. Ο καιρός, γλυκός και δροσερός, με μια οσμή βροχής να πλανιέται, ωστόσο, στον αέρα με προδιαθέτει θετικά. Αφού τακτοποιούμαι στο κατάλυμά μου, δε χάνω την ευκαιρία να βγω για την πρώτη μου βόλτα με τα πόδια, τον ιδανικό τρόπο να ανακαλύψεις την πόλη. Ευτυχώς που προνόησα να πάρω και την ομπρέλα μου μαζί, γιατί ένα ψιλόβροχο έχει στο μεταξύ ήδη κάνει την εμφάνισή του, μαζί με ένα τσούρμο Λετονών εφήβων που σχηματίζουν ουρές έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες του κέντρου!


Μέσα σε μόλις δύο ώρες, έχω πάρει μια πρώτη «γεύση» της λιθόστρωτης Παλιάς Πόλης, η οποία "ξεχειλίζει" από ιστορικά κτίρια χρονολογούμενα ακόμα κι από τον 13ο αιώνα! Έχω, επίσης , εντοπίσει το «κεντρικά» της ντόπιας αλυσίδας ζαχαροπλαστείων Εμίλια Γκουστάβα (Emihla Gustava), όπου παρασκευάζεται η βελγικού τύπου χειροποίητη σοκολάτα με το ίδιο όνομα, ανάμεσα σε άλλους γλυκούς πειρασμούς! Στο θέαμα αυτών των πειρασμών, το στομάχι μου αρχίζει να γουργουρίζει με δυσαρέσκεια. Για να το… καθησυχάσω, αναζητώ πυρετωδώς εστιατόριο.


Στη Ρίγα υπάρχουν, σε γενικές γραμμές, δυο κατηγορίες εστιατορίων: αυτά που απευθύνονται περισσότερο σε ξένους και στη λετονική "ελίτ" και τα… υπόλοιπα, τα οποία παραπλανητικά ονομάζονται cafés, θαμώνες των οποίων είναι, κυρίως, οι ντόπιοι. Στα πρώτα, ο χώρος θυμίζει κατά κανόνα οτιδήποτε άλλο εκτός από Λετονία, οι τιμές είναι όσο ακριβές θα ήταν και στη χώρα…προέλευσής τους και το μενού έχει τόσο λετονικό χαρακτήρα, όσο κι ένα… big mac. Φυσικά, η συνεννόηση στα αγγλικά είναι, ως επί το πλείστον, άψογη. Συνιστώ τα άλλα. Εκεί, η διακόσμηση είναι ρουστίκ, ένα πλήρες γεύμα με επιδόρπιο δεν κοστίζει συνήθως πάνω από 8 ευρώ και συχνά υπάρχει self-service μπουφέ με τοπικές λιχουδιές. Σπάνια, βέβαια, κάποιος σερβιτόρος θα μπορέσει να σε εξυπηρετήσει στα αγγλικά. Μετά από ένα χορταστικό δείπνο που περιλάμβανε καπνιστό σολoμό, ψιλοκομμένα μοσχαρίσια εσκαλόπ, ένα ζουμερό πορτοκάλι κι ένα ποτήρι κέφιρ, την τοπική εκδοχή του ξινόγαλου, επιστρέφω στη… βάση μου για ξεκούραση.




H επόμενη μέρα ξεκινά με ένα γευστικότατο πρωινό στο ήσυχο café Passerella, το οποίο στεγάζεται σε ένα από τα παλαιότερα art nouveau κτίρια της πόλης. Επόμενος σταθμός μου, η εκκλησία του Αγίου Πέτρου (Petera baznica) στην Παλιά Πόλη. Όταν ανεγέρθηκε τον 13ο αιώνα, ήταν ξύλινη. Δυο αιώνες αργότερα, ξαναχτίστηκε από ντόπιους μαστόρους με πέτρα. Από το παρατηρητήριό της, που βρίσκεται σε ύψος 72 (!) μέτρων, μπορείς να απολαύσεις μια ανεπανάληπτη θέα της Παλιάς Πόλης, του περίφημου Καθεδρικού της (Doma baznica), της μεγαλύτερης εκκλησίας στη Βαλτική, και του ποταμού Νταούγκαβα. Το πρωινό ξεροβόρι κυριολεκτικά με διαπερνά, αλλά αισθάνομαι τόσο αναζωογονημένος που δε μου κάνει καρδιά να φύγω. Έπρεπε να αρχίσω να τουρτουρίζω, για να συνειδητοποιήσω ότι, αν δεν ήθελα να αρπάξω ένα αλησμόνητο… βαλτικό κρυολόγημα, έπρεπε σιγά σιγά να κατέβω!




Τα βήματά μου με οδηγούν σε λίγα λεπτά στην Πλατεία Δημαρχείου (Rats laukums), όπου, παραδόξως , δε δεσπόζει το κτίριο του δημαρχείου, αλλά ο απαράμιλλης αισθητικής Οίκος των Blackheads (Melngavlju nams), ένα αρχιτεκτονικό "διαμάντι" που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα! Στο κτίριο αυτό, που ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 2001, στεγαζόταν στο παρελθόν η συντεχνία των εργένηδων εμπόρων, των οποίων τα βακχικά γλέντια έχουν αφήσει εποχή… Επί πολλή ώρα χαζεύω αποσβολωμένος την περίτεχνη, αναγεννησιακού ρυθμού, πρόσοψή του, καθώς ακτινοβολεί στον πρωινό ήλιο! Και μάλλον δεν είμαι ο μόνος…


Το σοσιαλιστικού ρεαλισμού κτίριο που φιλοξενεί το Μουσείο της Κατοχής της Λετονίας (Latvijas Okupazijas muzejs) έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τον Οίκο των Βlackheads στα δεξιά του. Όσο εντυπωσιακός, στα όρια της υπερβολής ίσως, φαντάζει ο πρώτος, τόσο μίζερο είναι το δεύτερο. Αλλά στην περίπτωση του μουσείου, είναι το αντικείμενό του που υπερέχει. Σε τι αφορά; Στη λεπτομερή και εξαιρετικά ψύχραιμη παρουσίαση της Ιστορίας της Λετονίας και κυρίως των διαδοχικών καταλήψεών της, τόσο από την πρώην Σοβιετική Ένωση, όσο και από τους Ναζί, μέσα από την παράθεση πληθώρας επίσημων εγγράφων, καθώς και πλούσιου φωτογραφικού υλικού.




Ανεξάρτητη, πλέον, από το 1991 και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004, η Λετονία φαινομενικά βίωνε μέχρι πρότινος ένα οικονομικό "θαύμα" που συνοψιζόταν στο τρίπτυχο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης-ελεγχόμενος πληθωρισμός-χαμηλό ποσοστό ανεργίας. Ο πρόσφατος κύκλος οικονομικής κρίσης αποκάλυψε, ωστόσο, ότι τα θεμέλια αυτού του "θαύματος" ήταν απολύτως σαθρά. Έτσι, η λετονική κυβέρνηση υπήρξε η δεύτερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο που αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά την ισλανδική, εν μέσω βίαιης κοινωνικής αναταραχής. Η πλέον ορατή απόδειξη της αυξανόμενης φτώχειας είναι οι γλυκύτατες και εξαιρετικά αξιοπρεπείς μπάμπουσκες που είτε ζητιανεύουν σε κεντρικά σημεία της πόλης, είτε βγάζουν δύσκολα το μεροκάματο ως μικροπωλήτριες. Και δεν είναι λίγες…




Μ’ αυτές τις ζοφερές σκέψεις, αφήνω πίσω μου την Παλιά Πόλη, κατευθυνόμενος προς τη Νέα, και συγκεκριμένα στον art nouveau "θύλακα" που ορίζουν οι οδοί Ελιζαμπέτες (Elizabetes iela), Αντόνιγιας (Αntonijas iela), Αλμπέρτα (Alberta iela) και Στρελνιέκου (Strelnieku iela), για να σταθώ στις σημαντικότερες. Μαζί με τη Βαρκελώνη και τις Βρυξέλλες, η Ρίγα αποτελεί ένα art nouveau "διαμάντι". Τα περισσότερα κτίρια αυτού του ρυθμού οικοδομήθηκαν ανάμεσα στο 1896 και το 1913, ενώ τα αξιολογότερα δείγματα είναι δημιουργίες του διάσημου αρχιτέκτονα Μιχαήλ Άιζενσταϊν, πατέρα του εξίσου διάσημου σκηνοθέτη Σεργκέι! Αξίζει τον κόπο να αφιερώσετε τουλάχιστον ένα απόγευμα, έστω και απλώς κοιτάζοντας τα κτίρια αυτά και κάθε περίτεχνη λεπτομέρειά τους. "Είναι η ομορφιά προσωποποιημένη", όπως παρατήρησε ένας καλός φίλος!




Το απομεσήμερο είναι για άλλη μια φορά γλυκό και ηλιόλουστο. Αποφασίζω, λοιπόν, να το απολαύσω περιδιαβαίνοντας τα πάρκα της Νέας Πόλης, από το Κρονβάλντα (Κronvalda Parks) και το Εσπλανάντ (Esplanade), μέχρι το Ούζβαρας (Uzvaras) στην απέναντι πλευρά του ποταμού. Eκτεταμένα όσο και κομψά, αποτελούν δημοφιλείς τόπους συνάντησης και χαλάρωσης για τους Λετονούς κάθε ηλικίας: μητέρες με τα παιδάκια τους, νεαρά ζευγαράκια, γεροντοπαρέες που κουβεντιάζουν ζωηρά ή παίζουν σκάκι, μέχρι τον νεαρό γιάπη που "την έκανε" από το πνιγηρό γραφείο του (παρέα με το laptop του!). Για όλους υπάρχει χώρος!




Η επόμενη μέρα είναι κυρίως αφιερωμένη σε μια επίσκεψη στο υπαίθριο Εθνογραφικό Μουσείο, 12χμ ανατολικά του κέντρου της πόλης, κοντά στη λίμνη Γιούγκλα (Jugla). Εκεί εκτίθενται περισσότερα από 100 παραδοσιακά, κυρίως ξύλινα, κτίρια κάθε είδους που έχουν συγκεντρωθεί από όλη τη χώρα. Ένα γεύμα στο αγαπημένο υπόγειο κουτούκι στην οδό Τόρνα (Torna iela) και μερικά επιλεγμένα ψώνια θα προσθέσουν τις τελευταίες "πινελιές" στην παραμονή μου. Το ίδιο βράδυ θα φύγω- οδικώς, όπως είχα έρθει. Με προορισμό τη Βαρσοβία, αυτή τη φορά…






Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

"Λέγε με Κούτσου": ένα ντοκιμαντέρ για τη συνεχιζόμενη μάχη εναντίον της ομοφοβίας στην Ουγκάντα





Η Ουγκάντα είναι μία από τις 76 χώρες στον κόσμο, όπου η ομοφυλοφιλία είναι παράνομη. Σα να μην έφτανε αυτό, από το 2009 έχει εισαχθεί προς συζήτηση στη Βουλή της χώρας ένα δρακόντειο νομοσχέδιο, το οποίο προτείνει την επιβολή της θανατικής ποινής στους οροθετικούς γκέι άντρες και τριετή φυλάκιση σε όσους δεν καταδίδουν έναν δηλωμένο ομοφυλόφιλο. Το νομοσχέδιο αυτό έχει, ευτυχώς, μέχρι σήμερα μείνει στα χαρτιά, κυρίως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του LGBT (lesbian, gay, bisexual, trans-gender) ακτιβιστή Ντέιβιντ Κάτο, του πρώτου ανοιχτά δηλωμένου γκέι στην Ουγκάντα, και του συνταξιούχου Αγγλικανού επίσκοπου Κρίστοφερ Σενιόντζο. Ο Ντέιβιντ Κάτο δολοφονείται τον Ιανουάριο του 2011.

Το ντοκιμαντέρ Λέγε με Κούτσου, σε σκηνοθεσία Κάθριν Φέρφαξ- Ράιτ και Μάλικα Ζουχάλι- Ουόρολ, καταγράφει τον τελευταίο χρόνο της ζωής και του έργου του γενναίου αυτού ακτιβιστή. Έχει προβληθεί σε δεκάδες κινηματογραφικά φεστιβάλ παγκοσμίως, κερδίζοντας πολυάριθμα βραβεία, ενώ η ελληνική του πρεμιέρα έγινε στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας. Το Λέγε με Κούτσου είναι το opening film του "Outview" LGBT Φεστιβάλ, το οποίο ξεκινά την Πέμπτη, 18 Απριλίου, στο Ινστιτούτο Θερβάντες. Με αφορμή την αθηναϊκή πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, κουβέντιασα με μία εκ των σκηνοθετριών του, την Μάλικα Ζουχάλι- Ουόρολ.



Πώς, κατ’ αρχήν, αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό το ζήτημα;


Μαζί με την Κάθριν ερευνούσαμε LGBT ιστορίες ανά τον κόσμο, συνειδητοποιώντας ότι σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές εμπειρίες. Σημαντική έμπνευση υπήρξε η περίπτωση του Βίκτορ Μουκάσα, ενός τρανς LGBT ακτιβιστή από την Ουγκάντα, ο οποίος μήνυσε τον Γενικό Εισαγγελέα για αστυνομική παρενόχληση, όταν το σπίτι του δέχτηκε επιδρομή από την αστυνομία το 2008, και κέρδισε την υπόθεση. Αυτό απέδειξε ότι υπήρχε στη χώρα ένα δικαστικό σύστημα αρκετά ανεξάρτητο, ώστε να επιτρέπει στα μέλη της τοπικής LGBT κοινότητας να διεκδικούν και να επανακτούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και Μ.Μ.Ε. εξίσου ανεξάρτητα, που είναι διατεθειμένα να καλύψουν ειδησεογραφικά τέτοιες υποθέσεις.



Πώς γνωρίσατε τον Ντέιβιντ Κάτο;


Ο Ντέιβιντ ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο μιλήσαμε πριν φτάσουμε στην Ουγκάντα. Ένας ανοιχτός και ζεστός άνθρωπος, ο οποίος αντιλαμβανόταν τον ρόλο που τα Μ.Μ.Ε. έπρεπε να διαδραματίσουν. Μας έφερε σε επαφή με άλλους, οι ιστορίες των οποίων ένιωθε ότι είναι σημαντικές, και μας βοήθησε να οικοδομήσουμε σχέσεις με άλλα μέλη της κοινότητας.



Η δολοφονία του θα πρέπει να σας προκάλεσε σοκ…


Περνούσαμε πολύ καιρό μαζί του. Αισθανόμασταν ότι είχαμε αρχίσει να τον γνωρίζουμε πολύ καλά. Όταν δολοφονήθηκε, νιώσαμε σαν να δολοφονήθηκε ένας φίλος. Ο αντίκτυπος του θανάτου του ήταν τέτοιος, που διακόψαμε για κάποιο διάστημα τα γυρίσματα. Το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να θρηνήσουμε την απώλειά του. Η συνέχιση της κινηματογράφησης, όμως, ήταν ηθική υποχρέωση απέναντί του.


Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αισθανθήκατε απειλή είτε από τις Αρχές, ή από μεμονωμένα άτομα;


Ως επί το πλείστον, δε νιώθαμε απειλή, ήμασταν προστατευμένες. Μέλη της τοπικής LGBT κοινότητας, όμως, δέχονται απειλές.


Πώς είναι η κατάσταση σήμερα, τόσο σε θεσμικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας; Ποια είναι η στάση των Μ.Μ.Ε.;


Το νομοσχέδιο ακόμη εκκρεμεί. H ελευθερία του Τύπου στην Ουγκάντα είναι ισχυρή. Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας δεν είναι ευαίσθητο, δεν προκαλεί ντροπή, δε συγκαλύπτεται, ούτε είναι αμφιλεγόμενο, ενώ οι ομοφοβικοί πολιτικοί που πρότειναν το νομοσχέδιο ήταν περήφανοι που είχαν το δικαίωμα να "περάσουν" όποιον νόμο ήθελαν. Υπάρχουν, επίσης, ανεξάρτητες εφημερίδες που υποστηρίζουν την LGBT κοινότητα. Σε ό,τι αφορά την κοινωνία, η ομοφοβική στάση διαρκώς αλλάζει. 10-15 χρόνια πριν δεν υπήρχε. Παλαιότερα η ομοφυλοφιλία θεωρείτο απλώς παραξενιά, σήμερα είναι κάτι το διαβολικό. Αυτό οφείλεται στην άνοδο του χριστιανικού φονταμενταλισμού- τόσο του εγχώριου, όσο και του εισαγόμενου, ευαγγελικής προέλευσης, από τις Η.Π.Α. Τα επίπεδα της ομοφοβίας  συναρτώνται με το κατά πόσο το ζήτημα συζητείται. Όσο περισσότερο συζητείται, τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται και, συνακόλουθα, τόσο πιο θορυβώδης γίνεται και η αντίθεση σε αυτό.


Βοήθησε σε κάτι το ντοκιμαντέρ; Ποιος είναι ο απώτερος στόχος σας;


Δύσκολο να εκτιμήσω ποιος είναι ο αντίκτυπος της ταινίας. Η LGBT κοινότητα, πάντως, έχει δυναμώσει πολύ και έχει εμπλακεί περισσότερο στη συζήτηση σχετικά με το νομοσχέδιο, ενώ έχει και την υποστήριξη μελών του Κοινοβουλίου. Αρκετοί ακτιβιστές έχουν, ωστόσο, αναγκαστεί να φύγουν- είναι πολύ επικίνδυνο να συνεχίζεις να μένεις στην Ουγκάντα. Για μας το πιο σημαντικό ήταν να κάνουμε μια καλή ταινία, που θα διευκόλυνε τους θεατές να ταυτιστούν με τους χαρακτήρες, όχι γιατί είναι γκέι ή μαύροι, αλλά γιατί είναι άνθρωποι: μια ανθρώπινη ιστορία για ένα ζήτημα καθολικού ενδιαφέροντος. Θέλαμε, επίσης, να καταδείξουμε την ανηθικότητα των διώξεων και να τροφοδοτήσουμε τη συζήτηση, ενώ συνεργαζόμαστε και με οργανισμούς και φορείς με πιο ξεκάθαρους στόχους, όπως η Διεθνής Αμνηστία.



Το ντοκιμαντέρ Λέγε με Κούτσου θα προβληθεί στα πλαίσια του Φεστιβάλ "Outview", που φιλοξενείται στο Ινστιτούτο Θερβάντες (Μητροπόλεως 23), την Πέμπτη, 18 Απριλίου, στις 9 το βράδυ, Αίθουσα 1. Επαναληπτική προβολή: Δευτέρα, 22 Απριλίου, 22:15, Αίθουσα 2.




Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Άννα Βιχ: ένας ερωδιός από τη Γερμανία





Ένα ντοκιμαντέρ και μια έκθεση που, από ευτυχή συγκυρία, συμπίπτουν, φωτίζουν την προσωπικότητα και το έργο μιας ξεχωριστής φωτογράφου που επέλεξε να μετακομίσει στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του '70, αλλά δυστυχώς "έφυγε" πρόωρα, δεκαπέντε χρόνια πριν: της Γερμανίδας Άννας Βιχ. Μεγαλωμένη στη μεταπολεμική Γερμανία και εμφορούμενη από το πνεύμα αμφισβήτησης της δεκαετίας του '60, η Άννα Βιχ εργάστηκε στην Ελλάδα ως φωτογράφος, καθηγήτρια φωτογραφίας, μοντέζ αρνητικού και ηθοποιός. Χαρακτηριστικός υπήρξε ο ρόλος της ορνιθολόγου που υποδύθηκε στην ταινία του Σταύρου Τορνέ Ένας ερωδιός για τη Γερμανία. Η φωτογραφική ματιά της, αντισυμβατική, εστίαζε στις παραμελημένες πτυχές της νεοελληνικής καθημερινότητας: στα αδέσποτα, στους δρόμους, στα λιόδεντρα του Ελαιώνα, στη μαγεία της θάλασσας. Οι περισσότερες εκθέσεις της φιλοξενήθηκαν στο Ινστιτούτο Γκέτε.


Το ντοκιμαντέρ του Σταύρου Καπλανίδη Άννα Βιχ- Φωτογράφος, που πρωτοπροβλήθηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, θα κάνει την αθηναϊκή του πρεμιέρα την Τετάρτη, 17 Απριλίου, στο Ινστιτούτο Γκέτε (Ομήρου 14-16), στις 8 το βράδυ, παρουσία του σκηνοθέτη. Μετά την ολοκλήρωση της προβολής, θα εγκαινιαστεί, στον ίδιο χώρο, η αναδρομική έκθεση στη φωτογραφική δουλειά της Άννας Βιχ, η οποια θα διαρκέσει μέχρι τις 22  Μαΐου. Με αφορμή το δίπτυχο αφιέρωμα στην Άννα Βιχ, είχα μια αφοπλιστικά σύντομη και περιεκτική συνομιλία με τον Σταύρο Καπλανίδη.



Τι σας ώθησε να γυρίσετε το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ στην παρούσα συγκυρία;


H περιπέτεια της ζωής. Η ανάγκη... Η επιθυμία ξεπερνάει τη συγκυρία.


Θα θέλατε να μου περιγράψετε την Άννα Βιχ ως άνθρωπο και ως φωτογράφο;


Μια φωτογράφος που αντιτάχτηκε με την τέχνη της στις πολιτικές και αισθητικές επιλογές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, όπου κυριαρχούσε το κιτς και ο λαϊκισμός των ιλουστρασιόν περιοδικών.


Πόσο καιρό διήρκεσαν τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ; Συναντήσατε κάποια δυσκολία στη συγκέντρωση του υλικού σας;


Είχα στα χέρια μου ολόκληρο το αρχείο της. Φωτογραφίες και χειρόγραφα κείμενά της. Χρειάστηκα 4 χρόνια για να φτάσω στο αποτέλεσμα της ταινίας.


Ανατρέχοντας στο διαδίκτυο, διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν έχουν γραφτεί πολλά για την Άννα Βιχ, μολονότι το έργο της υπήρξε ξεχωριστό και πολυδιάστατο. Πώς το ερμηνεύετε;


Εσείς;


Πόσο επίκαιρες παραμένουν η ματιά και ο προβληματισμός της, σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης και ταυτοτικού αναστοχασμού;


Την ερώτηση μπορείτε να την απευθύνετε σ' αυτούς που είδαν ή θα δουν την ταινία. Η δική τους απάντηση ενδιαφέρει.


 

 


Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: "ο "Μανάβης" ανήκει στην κατηγορία των... guerilla films"





Ένα ιδιότυπο οδοιπορικό στα εγκαταλελειμμένα χωριά της νοτιοδυτικής Πίνδου με οδηγούς τον πλανόδιο μανάβη Νίκο Αναστασίου και την οικογένειά του επιχειρεί με το ντοκιμαντέρ Ο Μανάβης ο έμπειρος μικρομηκάς Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος (Ο Ηρακλής, ο Αχελώος κι η γιαγιά μου, Ύψωμα 33). Ο Μανάβης, που έκανε την πρεμιέρα του στο πρόσφατο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αποσπώντας το βραβείο κοινού στην κατηγορία του ελληνικού ντοκιμαντέρ διάρκειας άνω των 45 λεπτών, αφηγείται, με σεβασμό και τρυφερότητα, την καθημερινότητα μιας οικογένειας μανάβηδων που εκτελούν το ίδιο και απαράλλαχτο δρομολόγιο κάθε εβδομάδα, όλο το χρόνο, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των κατοίκων των απομονωμένων χωριών της νοτιοδυτικής Πίνδου. Οι άνθρωποι, οι τόποι, η εναλλαγή των εποχών, συνθέτουν τον καμβά μιας ταινίας ανθρώπινης και ανεπιτήδευτης. Ενόψει της εξόδου της στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου, με αφετηρία τα Τρίκαλα, κουβέντιασα με τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο.


Τι σε παρακίνησε να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο θέμα, πώς εντόπισες τον υπέροχο μανάβη και την οικογένειά του και πώς κέρδισες την εμπιστοσύνη τους;


Τον μανάβη τον θυμάμαι από την εφηβεία μου, όταν περνούσα τα καλοκαίρια στο  χωριό μου, το Αρματολικό, ένα από τα χωριά του δρομολογίου του μανάβη, στην νοτιοδυτική Πίνδο. Τον έβλεπα να έρχεται και να πουλάει την πραμάτεια του. Είχε φρούτα που δεν ευδοκιμούσαν στο χωριό, όπως καρπούζια και σταφύλια. Έτσι τον θυμάμαι από τότε, τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μάλιστα σε ένα ντοκιμαντέρ που έκανα για την περιοχή, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, του έκανα κάποιες λήψεις. Πριν από  κάνα δύο χρόνια, Δεκαπενταύγουστο στο χωριό μου, που ψώνιζα από τον μανάβη, μου ήρθε ξαφνικά η ιδέα και  του ζήτησα να με πάρει μαζί του σε μια διαδρομή. Αρχικά σκεπτόμουν να κάνω ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ. Έμεινα όμως έκπληκτος από το τι γινόταν γύρω από το φορτηγάκι του και έτσι αποφάσισα να παρακολουθήσω το δρομολόγιό  του στις τέσσερις εποχές του χρόνου. Την εμπιστοσύνη του την κέρδισα σχετικά εύκολα, γιατί είναι έξυπνος άνθρωπος και κατάλαβε αμέσως τι ήθελα να κάνω. Μάλιστα, όταν του εξήγησα, μου είπε "Ωραία ιδέα!"



Ποια ήταν η αντίδραση των ορεσίβιων χωρικών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων; Παραξενεύτηκαν από την παρουσία ενός ντοκιμαντερίστα στα μέρη τους; Eνοχλήθηκαν, κολακεύτηκαν;


Αρχικά ήταν πολύ μαζεμένοι. Όταν όμως έμαθαν πως κατάγομαι από ένα χωριό της περιοχής τους, τότε η στάση τους άλλαξε.  Ανοίχτηκαν και πραγματικά "αγκάλιασαν" το ντοκιμαντέρ. Ήταν πολύ συγκινητικό.


Η ελληνική επαρχία, και κυρίως η περιοχή της Πίνδου, επανέρχεται σε κάθε σου δουλειά, όχι απλώς ως "φόντο", αλλά ως κάτι βιωμένο και παλλόμενο. Σχετίζεται αυτή η επιλογή με την καταγωγή σου και τα προσωπικά σου βιώματα;


Σίγουρα. Η Πίνδος είναι ο τόπος που γεννήθηκα και μέχρι την εφηβεία μου περνούσα τουλάχιστον τρεις μήνες το χρόνο στο χωριό μου. Με έχει διαμορφώσει. Βέβαια, όταν ξεκινάω μια ταινία δεν λέω "α, τώρα θα κάνω μια ταινία για τον τόπο μου" και πολύ περισσότερο δεν αισθάνομαι εξουσιοδοτημένος από κάπου για κάτι τέτοιο.  Όμως κάθε άνθρωπος που ασχολείται με την τέχνη, είτε είναι ζωγράφος, μουσικός, κινηματογραφιστής θέλει δεν θέλει,  μιλά συνήθως για  τα βιώματά του και τα πράγματα που τον καθόρισαν ως προσωπικότητα.


Οι κάτοικοι των αστικών κέντρων συχνά ασφυκτιούμε, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια, από την έλλειψη προοπτικής. Όλο και περισσότεροι, μάλιστα, καταφεύγουν στους τόπους καταγωγής τους ή και αλλού, αναζητώντας διέξοδο. Υπό ποιες προϋποθέσεις πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο είναι βιώσιμο και ρεαλιστικό; Και σε ποιο βαθμό έχουν πληγεί περιοχές εκτός αστικών κέντρων, όπως τα χωριά της ορεινής Πίνδου, από την πολυδιάστατη κρίση;


Αυτό είναι ένα πολύ σύνθετο ζήτημα. Νομίζω πως  η βίαιη αστικοποίηση κατέστρεψε την αγροτική περιφέρεια και τον αγροτικό ιστό εδώ και αρκετές δεκαετίες. Κατά τη γνώμη μου αυτή η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη. Έχει γίνει μεγάλη ζημιά. Ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Πίνδος.  Πρέπει να ξεκινήσουμε από το μηδέν, από την αρχή.


Έχουν δει το ντοκιμαντέρ κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του; Κι αν ναι, πώς αντέδρασαν;


Ήμουν πολύ αγχωμένος για το πώς θα αντιδράσει ο κύριος Αναστασίου, ο μανάβης δηλαδή, και η οικογένειά του στην πρώτη προβολή  στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μόλις άναψαν τα φώτα στην αίθουσα και τους είδα να έχουν συγκινηθεί, χάρηκα.


Το κοινό του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αγάπησε την ταινία. Σου δίνει αυτό αισιοδοξία και κουράγιο να συνεχίσεις προς την κατεύθυνση που έχεις χαράξει;


Σίγουρα. Είναι κάτι που σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις. Άλλωστε Ο "Μανάβης" ανήκει στην κατηγορία των... guerrila films. Έγινε, δηλαδή, κυρίως με εθελοντική προσφορά.


Πότε βγαίνει η ταινία στις αιθούσες;


Η ταινία θα ξεκινήσει το ταξίδι της στις αίθουσες από τα Τρίκαλα στις 18 Απριλίου. Είπαμε, αντί να ξεκινήσουμε από την πρωτεύουσα, όπως γίνεται συνήθως, να κάνουμε το αντίθετο. Θα δούμε αν και κατά πόσο αυτό θα λειτουργήσει.


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Βιέννη: όσο κρατάει ένας καφές...



 Όταν ο πολυμήχανος κατάσκοπος, διπλωμάτης και έμπορος Γέρζυ Κουλτσύτσκι άνοιγε το πρώτο café στη Βιέννη, λίγο μετά τη δεύτερη απελευθέρωσή της από την οθωμανική κυριαρχία το 1683, μάλλον δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι γινόταν υπεύθυνος για τη γέννηση μιας παράδοσης, και συνάμα ενός θεσμού, ο οποίος έκτοτε αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της βιεννέζικης καθημερινότητας.


Το νέο ρόφημα έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τους Βιεννέζους, κι έτσι πολύ σύντομα ολοένα και περισσότερα cafés άρχισαν να εμφανίζονται. Στα παλαιότερα που εξακολουθούν να διασώζονται στις μέρες μας συγκαταλέγεται και το café "Φράουενχουμπερ" ("Frauenhuber"), το αγαπημένο του Μότσαρτ. Τα βιεννέζικα cafés γνώρισαν τη μεγαλύτερη ακμή τους προς το τέλος του 19ου αιώνα, οπότε και πληθώρα συγγραφέων, καλλιτεχνών, επιστημόνων και πολιτικών-ανάμεσά τους οι Άλφρεντ Πόλγκαρ, Άρτουρ Σνίτσλερ, Γκούσταβ Κλιμτ,  Ζίγκμουντ Φρόυντ, Τέοντορ Χέρτσλ και Λέον Τρότσκυ- τα χρησιμοποιούσαν ως στέκια τους. Από το 1950 και μετά, η γοητεία τους άρχισε να ξεθωριάζει, τόσο λόγω της δημοφιλίας της τηλεόρασης, όσο και της εμφάνισης των σύγχρονων espresso bars. Πολλά από αυτά τα στέκια εξακολουθούν, ωστόσο, να λειτουργούν, ενώ το τουριστικό ρεύμα, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ιστορία τους, έχει συμβάλει στην αναβίωσή τους.


Το café "Βέστεντ" ("Westend"), χτισμένο απέναντι από τον δυτικό σιδηροδρομικό σταθμό (Westbahnhof), "καλωσορίζει" με την ξεθωριασμένη του μεγαλοπρέπεια τους επισκέπτες στη Βιέννη, αποτελώντας ταυτόχρονα την ιδανική εισαγωγή στο θεσμό των cafés.Από εδώ ξεκινά κι η δική μου περιήγηση ένα ηλιόλουστο απόγευμα, λίγο μετά την άφιξή μου με τραίνο από το Ζάγκρεμπ.


Το εκτυφλωτικό φως, "σύντροφός" μου για το υπόλοιπο της μέρας, με αποσπά, αναπόφευκτα, από τη σκιερή σάλα του café. Τα βήματά μου σύντομα με οδηγούν στην πολύβουη Μαρίαχιλφερστρασε (Μariahilferstrasse), την κεντρική εμπορική αρτηρία της Βιέννης και "παράδεισο" του προνομιούχου καταναλωτή. Μια αίσθηση ευμάρειας, καθαριότητας, ομοιομορφίας και  "τακτοποίησης" κυριαρχεί. Ευτυχώς που υπάρχουν οι οικονομικοί μετανάστες και οι παρέες πάνκηδων που την αράζουν στα πεζοδρόμια για να υπενθυμίζουν ότι υπάρχει και μια άλλη, παράλληλη, πραγματικότητα., περισσότερο ζόρικη και λιγότερο "τακτοποιημένη" …


Φτάνω στο τέρμα του δρόμου. Στα αριστερά μου, ορθώνεται επιβλητική η MuseumsQuartier, η "συνοικία των μουσείων", δηλαδή, ένα δαιδαλώδες συγκρότημα από μουσεία, γκαλερί, cafés, εστιατόρια και καταστήματα που στεγάζεται στο χώρο των πρώην αυτοκρατορικών στάβλων! Διασχίζω την πλατεία της Μαρίας-Θηρεσίας (Μaria-Theresien Platz), βγαίνω στη Μπούργκρινγκ (Βurgring) και σε λίγο αντικρίζω το Χόφμπουργκ (Hofburg), το αυτοκρατορικό παλάτι της δυναστείας των Αψβούργων: η αρχιτεκτονική τελειότητα που αποπνέει με "πνίγει". Οι  ρυτίδες στους ανθρώπους και στα κτήρια με συγκινούν περισσότερο…



 Η αρ-νουβώ πρόσοψη του σχετικά πρόσφατα ανακαινισμένου café "Γκρινστάιντλ" ("Griensteidl") ξεχωρίζει στην πλατεία Μικαέλερ (Μichaelerplatz). Στα αριστερά της εκτείνεται η Χέρενγκασε (Ηerrengasse). Στο νούμερο 14 βρίσκεται το café "Τσεντράλ" ("Central"), το διασημότερο και λαμπρότερο βιεννέζικο café. Μέσα σε ένα περιβάλλον πολυτέλειας αλλοτινών καιρών, η οποία αντανακλάται στα λουστραρισμένα πατώματα, τους βελούδινους καναπέδες, τα μαρμάρινα τραπέζια και τους γοτθικούς κίονες που με περιστοιχίζουν, υποκύπτω στην τρυφηλή απόλαυση ενός καφέ μελάνζ (mélange) κι ενός κομματιού ντόμποστορτε (dobostorte), υπό τους ήχους του "Moon River" σε ζωντανή εκτέλεση από τον γηραιό πιανίστα. Εδώ ο καφές, η σοκολάτα, το γλυκό μετατρέπονται σε μια γευστική και οσφρητική πανδαισία, και συνάμα ένα κοινωνικό γεγονός που προϋποθέτει χρόνο, για να βιωθεί ολοκληρωμένα. Ποιος θα το φανταζόταν ότι οι Βιεννέζοι κάποιες στιγμές γίνονται περισσότερο…Ανατολίτες από τους…καθ’ ημάς Ανατολίτες!



Κοντεύει να σουρουπώσει, όταν καταφτάνω στον "βασιλιά" των café-ζαχαροπλαστείων "Ντέμελ" ("Demel") στον αριθμό 14 της Κόλμαρκτ (Κohlmarkt), μια ανάσα από τον φημισμένο ναό του Αγίου Στεφάνου (Stephansdom), από τον οποίο θα συνέχιζα την περιπλάνησή μου την επομένη. Έχοντας ιδρυθεί το 1888, εξακολουθεί να διαφημίζεται ως "αυτοκρατορικό και βασιλικό ζαχαροπλαστείο".Το θορυβώδες γκρουπ των Ταϊβανέζων τουριστών που με σχεδόν φορτικό τρόπο επιμένει να φωτογραφηθεί με την ταλαίπωρη, αλλά μάλλον απολύτως εξοικειωμένη με τέτοιες απαιτήσεις σερβιτόρα, δε με εμποδίζει, πάντως, να θαυμάσω το εξαιρετικής αισθητικής εσωτερικό του café, όσο και τους κάθε λογής γλυκούς πειρασμούς που φιγουράρουν στις προθήκες του!


Ο ναός του Αγίου Στεφάνου κυριαρχεί στον βιεννέζικο ουρανό εδώ και αιώνες. Το γεγονός, μάλιστα, ότι επέζησε διαδοχικών πολιορκιών, βομβαρδισμών και επιθέσεων από τους Οθωμανούς, τον Ναπολέοντα, τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς τού έχει εξασφαλίσει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά των Βιεννέζων. Μια αντίστοιχη θέση φαίνεται να έχει εξασφαλίσει, σε μικρότερο ίσως βαθμό, ο αμφιλεγόμενος πολιτικός, ιδρυτής και ηγέτης του Χριστιανοσοσιαλιστικού κόμματος της Αυστρίας και δήμαρχος της Βιέννης από το 1897 μέχρι και το 1910, Καρλ Λύγκερ (Κarl Luger). Αν και γνωστός για τις εθνικιστικές, ρατσιστικές και αντισημιτικές θέσεις που εξέφραζε, τιμάται με δύο μνημεία, ενώ μια πλατεία της πόλης φέρει το όνομά του.


Απέναντι από την πλατεία αυτή, στη συμβολή των οδών Φολτσάιλε (Wollzeile) και Στούμπενρινγκ (Stubenring), βρίσκεται το café "Πρύκελ" ("Pruckel"), «το ιδανικό μέρος για ανθρώπους που θέλουν να είναι μόνοι τους, αλλά έχουν ανάγκη και από παρέα», όπως κάποτε έγραψε ο Άλφρεντ Πόλγκαρ. Παρότι έχει χάσει σημαντικό τμήμα του αυθεντικού του εσωτερικού, η ανακαίνισή του τη δεκαετία του 1950 του έδωσε νέα πνοή, με αποτέλεσμα σήμερα να προσελκύει ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων κάθε ηλικίας.




Αποζητώντας ένα ποτό, κατηφορίζω τη Φολτσάιλε, στρίβω δεξιά στην Πόστγκασε (Ροstgasse) κι έπειτα αριστερά στην Μπέκερστρασε (Backerstrasse), όπου βρίσκεται το μποέμικο café-μπυραρία "Αλτ Βιν" ("Alt Wien"). Στέκι, μεταξύ άλλων, της "εναλλακτικής" βιεννέζικης νεολαίας, πρόκειται για ένα καπηλειό με ατμόσφαιρα τόσο σκοτεινή που δεν τη διαπερνά ούτε το πιο δυνατό φως του ήλιου κι αφίσες κολλημένες σε τοίχους "ποτισμένους" από τη νικοτίνη. Βρίσκω, χωρίς δυσκολία, ένα γωνιακό τραπέζι και παραγγέλνω στο γηραιό σερβιτόρο ένα μεγάλο ποτήρι παγωμένη βαρελίσια μπύρα, συνοδευόμενη από ένα πιάτο με κρύα αλλαντικά και καυτερό κρεμμύδι. Σύντομα ακολουθεί και δεύτερο…


Το επόμενο πρωινό, τελευταίο μου στη Βιέννη, είναι συννεφιασμένο, μελαγχολικό και υγρό. Ιδανικό, επομένως, για μια ακόμη επίσκεψη σε café! Το πιο κοντινό στο κατάλυμά μου είναι το φημισμένο café "Σπερλ" ("Sperl"),το οποίο δεν έχει μετακινηθεί από το νούμερο 11 της οδού Γκούμπεντορφερ (Gumpendorfer Strasse) από το 1811, οπότε και εγκαινιάστηκε. Παραγγέλνω μια κούπα αχνιστό καφέ Σπερλ, ένα κομμάτι από τη διάσημη "σπιτική" τάρτα και μερικά λαχταριστά φρέσκα στρούντελ (strudel). Είμαι τυχερός, γιατί δεν τα πετυχαίνεις κάθε πρωί! Έξω έχει αρχίσει να βρέχει δυνατότερα, η ώρα είναι περασμένη κι αναγκάζομαι να επισπεύσω την επιστροφή μου στον δυτικό σιδηροδρομικό σταθμό, απ’ όπου κι επιβιβάζομαι στο λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Λίγη ώρα πριν από την πτήση μου, θα υποκύψω στον πειρασμό ενός κομματιού ζάχερτορτε…




Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

"ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο": ένα μάθημα ζωής, σε σκηνοθεσία Σταύρου Ψυλλάκη





"Πότε θα καταλάβουμε ότι χρωστάμε περισσότερα στην ποίηση, παρά στην εφορία; " (ένας από τους πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ)


Όταν στις 16 Μαρτίου του 2012 διάβαινα την είσοδο του "Παύλου Ζάννα", για να παρακολουθήσω την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο στα πλαίσια του 14ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ήμουν ελάχιστα προετοιμασμένος για ό,τι επρόκειτο να βιώσω, αν και το θέμα του ντοκιμαντέρ από μόνο του ήταν ικανό να με προϊδεάσει...


Στο ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο, ο Σταύρος Ψυλλάκης εστιάζει στις αφηγήσεις καρκινοπαθών γιατρών και προσωπικού, που εργάζονται στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά "Μεταξά".  Με σκηνοθετική προσέγγιση λιτή, περιεκτική και ρεαλιστική, χωρίς ωραιοποιήσεις ή εύκολους συναισθηματισμούς, αφήνει χώρο στους πραγματικούς πρωταγωνιστές να ξεδιπλώσουν τις προσωπικές τους ιστορίες μπροστά από το φακό. Άνθρωποι αξιοπρεπείς, μαχητικοί, σεμνοί, με ήθος, λεπτό αυτοσαρκασμό και, συχνά, πολύ χιούμορ αφηγούνται πώς συμβιώνουν με τον καρκίνο, πώς αναμετρώνται με αυτόν, πώς, τελικά, πετυχαίνουν μικρές, καθημερινές νίκες, παρατείνοντας τη ζωή τους. Κάποιος από τους γιατρούς αισθάνεται ενοχή, γιατί η φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί θα μπορούσε να συντηρεί μια οικογένεια σε ετήσια βάση, ενώ στον ίδιο προσφέρει μονάχα μια παράταση ζωής, ενώ ένας άλλος, πολιτικά στρατευμένος, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία των συντροφικών σχέσεων, ευχαριστώντας τους συντρόφους του για ό,τι του έχουν προσφέρει.


Με κάθε λεπτό που περνούσε, η παρακολούθηση γινόταν ολοένα και πιο βασανιστική. Το βούρκωμα πιο έντονο. Και ο σεβασμός απέναντι σε αυτούς τους γενναίους και δυνατούς ανθρώπους που παρέδωσαν ένα μάθημα ζωής πιο ανυπόκριτος και βαθύς. Κάποτε η προβολή ολοκληρώθηκε. Τα φώτα άναψαν. Στο θολωμένο οπτικό μου πεδίο κανείς δεν είχε μείνει ασυγκίνητος. Κι όταν οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ και κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του εμφανίστηκαν μπροστά από το κοινό, οι θεατές ξέσπασαν σε ένα θερμό, ψυχωμένο χειροκρότημα.


Το ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη ΜΕΤΑΞΑ, ακούγοντας το χρόνο θα προβάλλεται από την Παρασκευή, 12 Απριλίου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγάλου Αλεγάνδρου 134-36)








Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Βαρσοβία: μια πόλη με πολλά πρόσωπα...




Περπατώντας στη Βαρσοβία, αισθάνεσαι σαν να ξεφυλλίζεις ένα συναρπαστικό βιβλίο Ιστορίας. Το χαοτικό Κέντρο της, η θαυμάσια αποκατεστημένη Παλιά Πόλη (Stare Miasto), τα διάσπαρτα μνημεία προς τιμήν της κάποτε ευημερούσας εβραϊκής κοινότητας, το γαλήνιο Πάρκο Λαζιένκι (Park Lazienkowski), το μεγαλόπρεπο Παλάτι Βιλάνοβ (Palac Wilanowski), η τουριστικά ανερχόμενη εργατική συνοικία της Πράγκα (Praga): όλα, ψηφίδες του "μωσαϊκού" μιας πόλης με έντονη συνείδηση της ιστορικότητάς της και, ταυτόχρονα, δυναμικής, νεανικής, φιλόδοξης και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.


Χτισμένη στις δυο όχθες του Βιστούλα (Wisla), στα σταυροδρόμια της Κεντρικής Ευρώπης, η Βαρσοβία, η πρωτεύουσα της Πολωνίας, έχει μια πολυτάραχη ιστορία, βγαλμένη θαρρείς από τις σελίδες κάποιας ρομαντικής τραγωδίας. Λεηλατημένη από τους Σουηδούς κατά τον 17ο αιώνα και υπό κατοχή από τη Ρωσία στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου, απελευθερώνεται πανηγυρικά το 1918. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα τη σημαδέψει, ωστόσο, ανεξίτηλα: 350.000 Εβραίοι κάτοικοί της θανατώνονται από τους Ναζί στο γκέτο της πόλης ή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Τρεμπλίνκα, ενώ τουλάχιστον 200.000 πολίτες της υπολογίζεται ότι σκοτώνονται κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης του 1944, οπότε και ό,τι έχει απομείνει από την πόλη κυριολεκτικά ανατινάζεται. Μετά την οριστική ήττα των Ναζί, η Πολωνία περνά στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Η κατάρρευση του "υπαρκτού" σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής, γεμάτης δυσκολίες και προκλήσεις, και για τη Βαρσοβία.


Κατεβαίνοντας, πάντως, από το λεωφορείο 175, το οποίο εκτελεί το δρομολόγιο από το αεροδρόμιο προς το κέντρο της πόλης, ομολογώ ότι οι πρώτες εντυπώσεις που αποκομίζω δεν είναι οι πιο ενθαρρυντικές. Το βλέμμα μου "σκοντάφτει" σε ένα μάλλον απωθητικό συνονθύλευμα από υπερσύγχρονους ουρανοξύστες, απρόσωπα πολυκαταστήματα και πολυτελή ξενοδοχεία, με το αμφιλεγόμενο Παλάτι Κουλτούρας και Επιστήμης (Ρalac Kultury i Nauki), έναν αρχιτεκτονικό "φόρο τιμής" στη σταλινική μεγαλομανία, να δεσπόζει. Αν δεν ανυπομονούσα να συναντήσω την Πολωνή φίλη, και "ανεπίσημη" ξεναγό μου σε όλη τη διάρκεια της παραμονής μου, η οποία θα σπεύσει, λίγη ώρα αργότερα , να μού διαμηνύσει "ραντεβού αύριο στη μία έξω από τα H&M της οδού Μαρσαλκόφσκα", ίσως και να έμπαινα στον πειρασμό να ξανανέβω στο λεωφορείο! Διαπράττοντας ένα ασυγχώρητο λάθος, βέβαια…


Η Παλιά Πόλη, από την οποία θα ξεκινούσαμε την, ομολογουμένως εξαντλητική, ακόμη και για έναν δεινό περιπατητή όπως η αφεντιά μου, περιήγησή μας την επομένη δικαιολογημένα συνιστά πόλο έλξης των τουριστών, αλλά και, σε ένα βαθμό, των κατοίκων της Βαρσοβίας. Ισοπεδωμένη από τους Ναζί, ανακατασκευάζεται σταδιακά κατά τις δεκαετίες που ακολουθούν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με αποτέλεσμα από το 1982 να αποτελεί μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Σημείο εκκίνησης της βόλτας στην Παλιά Πόλη, αλλά και συνάντησης για τους ντόπιους, η Πλατεία του Κάστρου (Plac Zamkowy), όπου κυριαρχούν το Μπαρόκ ρυθμού Βασιλικό Κάστρο (Ζamek Krolewski) και η μπρούτζινη στήλη του βασιλιά Σίγκμουντ του Τρίτου.




Το γοητευτικότερο, αν και ίσως πιο πολυσύχναστο, σημείο στην Παλιά Πόλη είναι, πάντως, για μένα η Κεντρική Πλατεία (Rynek Starego Miasta). Αριστοτεχνικά αποκατεστημένες προσόψεις πολυόροφων κατοικιών με Μπαρόκ και Αναγεννησιακές επιρροές, το σιντριβάνι με τη γοργόνα, έμβλημα της Βαρσοβίας, διάσπαρτα  cafés και εστιατόρια, και βέβαια το εξαιρετικό Ιστορικό Μουσείο της Βαρσοβίας (Μuzeum historyczne starej Warszawy), θα σας κρατήσουν απασχολημένους για αρκετές ώρες. Στο μεταξύ, επείγει να "γεμίσουμε" τις μπαταρίες μας: στάση, λοιπόν, για μια απολαυστική ποικιλία από πιερόγκι, τα διάσημα γεμιστά πολωνικά ραβιόλια, και ξανθή μπύρα σε ένα μικροσκοπικό παραδοσιακό εστιατόριο κοντά στο Κάστρο!


Αφήνοντας πίσω μας την Παλιά Πόλη, ακολουθούμε τη Βασιλική Οδό, έναν από τους πιο δημοφιλείς περιπατητικούς προορισμούς στη Βαρσοβία, η οποία οφείλει το όνομά της στο γεγονός ότι συνέδεε τις κατοικίες των Πολωνών βασιλιάδων. Καταλήγει στο Μπαρόκ Παλάτι Βιλάνοβ, νοτίως του Κέντρου της Βαρσοβίας, με τους εντυπωσιακούς του κήπους, διαμέσου του γαλήνιου Πάρκου Λαζιένκι, ενός από τους σημαντικότερους πνεύμονες πρασίνου της πόλης. Εδώ βρίσκεται και το φημισμένο Νεοκλασικό "Παλάτι-επί-των-υδάτων" (Palac Lazienkowski). Απολαμβάνοντας τη δροσιά και ρουφώντας άπληστα καθαρό αέρα, μελαγχολώ στη σκέψη ότι, τουλάχιστον στην Αθήνα , τέτοιοι πνεύμονες πρασίνου είναι κυριολεκτικά υπό διωγμό…Αλλά και σε επίπεδο έκτασης, τα πάρκα της Βαρσοβίας μόνο με εκείνα του Λονδίνου είναι συγκρίσιμα. Εξομολογούμαι το θαυμασμό μου στην Πολωνή φίλη, η οποία, αν και κολακευμένη, δυσκολεύεται να το πιστέψει!


 Έχοντας χαλαρώσει αρκετά, ετοιμαζόμαστε για μια περιπλάνηση στις παλιές εβραϊκές γειτονιές. Ευτυχώς που έχω οδηγό, αλλιώς αρκετά από αυτά τα "αξιοθέατα" (δυσκολεύομαι να εντάξω τόπους μαρτυρίου στη συμβατική κατηγορία των αξιοθεάτων, γι’ αυτό και τα εισαγωγικά…) ίσως διέφευγαν της προσοχής μου. Ξεχωρίζουν σαφώς δύο μουσεία: το Μουσείο της Εξέγερσης της Βαρσοβίας επί της οδού Γκρζυμπόφσκα (Grzybowska), με πλούσιο αρχειακό, φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό (προτιμήστε μια καθημερινή για την επίσκεψή σας, τα Σαββατοκύριακα σχεδόν δεν μπορείς να κινηθείς από την πολυκοσμία) και το Μουσείο Πάβιακ (Pawiak). Εδώ, κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής φυλακίζονταν Πολωνοί και Εβραίοι. Σήμερα λειτουργεί ως χώρος μνήμης και περισυλλογής, θυμίζοντας ένα μικρότερης έκτασης Άουσβιτς ή Μπίρκεναου…


Στην απέναντι, την ανατολική δηλαδή, όχθη του Βιστούλα εκτείνεται η παλιά εργατική συνοικία της Πράγκα, η μόνη που επέζησε της ναζιστικής λαίλαπας σχετικά ανέπαφη. Στις μέρες μας, σταδιακά εξελίσσεται στο…Γκαζοχώρι της Βαρσοβίας, μια περιοχή με μοδάτα cafés και γκαλερί. Οι ντόπιοι της…δυτικής όχθης (και όχι μόνο…) θα σας πουν ότι δεν είναι και πολύ ασφαλής, ιδίως τη νύχτα. Χαριτολογώντας, θα προσθέσουν ότι τους είναι ίσως πιο εύκολο να αποφασίσουν να επισκεφθούν την…Πράγα κι όχι την…Πράγκα!


Δεν είχα μέχρι σήμερα την ευκαιρία να βιώσω τη νυχτερινή ζωή της Πράγκα, η επόμενη νύχτα, όμως, θα μού έμενε αλησμόνητη! Έπειτα από ένα χορταστικό δείπνο στο παλαιότερο café-εστιατόριο της πόλης, το Βlikles, το οποίο αποπνέει μια αυθεντικά μεσευρωπαϊκή αίσθηση, θα καταλήγαμε, υπό καταρρακτώδη βροχή , για ένα μεθυστικό μοχίτο στον πάνω όροφο ενός φιλικού μπαρ στην Παλιά Πόλη. Το κερασάκι στην τούρτα θα ήταν, πάντως , η επίσκεψη σε ένα υπόγειο, μισοφωτισμένο ναργιλεδάδικο, όπου, επί ώρες, θα συναγωνιζόμασταν με την Πολωνή φίλη και την κεφάτη παρέα της ποιος θα κατάφερνε να σχηματίσει πρώτος μια απόλυτα κυκλική τολύπη καπνού, αφότου εισέπνεε αργά τον αρωματικό καπνό από το θηριώδη ναργιλέ. Κανείς δεν τα κατάφερε, αν και προσπαθήσαμε σκληρά.. Κάποτε βγήκαμε από το ναργιλεδάδικο. Η βροχή είχε ξαναρχίσει με νέα ορμή. Το γνώριμο πλέον ηλικιωμένο ζευγάρι υπαίθριων ανθοπωλών επί της Μαρσαλκόφσκα τοποθετούσε αργά την πραμάτεια του. Κλασική μουσική ακουγόταν από το ραδιόφωνο ενός μισάνοιχτου αυτοκινήτου. Ξημέρωνε…