Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Κωνσταντίνος Μάνος: "αν είχα κουράγιο, θα φωτογράφιζα στην Αθήνα"





«Δεν περίμενα τόσο κόσμο», δηλώνει με ανεπιτήδευτη έκπληξη ο Κωνσταντίνος Μάνος, καθώς αντικρίζει τα περίπου 30 άτομα που υπομονετικά περιμένουμε την έναρξη της ξενάγησης από τον ίδιο στην έκθεσή του A Greek Portfolio- 50 χρόνια μετά, η οποία φιλοξενείται από την Τετάρτη, 22 Μαΐου, στο Μουσείο Μπενάκη. «Αλλά για μένα είναι το ίδιο, είτε πρόκειται για 10 άτομα, είτε για 30», συμπληρώνει με φωτεινό χαμόγελο.



Παιδί Ελλήνων μεταναστών στη Νότια Καρολίνα των Η.Π.Α., ο σχεδόν 80χρονος πλέον Κωνσταντίνος Μάνος επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα στα 1961. «Πήγα στην Ελλάδα όταν αισθάνθηκα έτοιμος, αλλά δεν ήξερα τι έψαχνα. Πρώτα έστειλα ένα μπαούλο με τον εξοπλισμό μου στην Αθήνα, έπειτα ταξίδεψα μέσω Γερμανίας κι όταν έφτασα νοίκιασα ένα φτηνό διαμέρισμα. Κοντά έμενε ο Γιάννης Τσαρούχης, τον οποίο αργότερα φωτογράφισα». Επί τρία χρόνια, μεταξύ 1961 και 1964, ο Κωνσταντίνος Μάνος ταξιδεύει «δίχως βιασύνη και συγκεκριμένο σχέδιο» σε χωριά και πόλεις της ελληνικής υπαίθρου, αποτυπώνοντας μέσα από μια ματιά βαθιά ανθρωπιστική και με τη λιτότητα που χαρακτηρίζει όλες τις δουλειές του τους ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, την καθημερινότητά τους, τις λύπες και τις χαρές τους. «Ήταν άνθρωποι υπερήφανοι, ευγενικοί και φιλόξενοι. Μπορεί τα ρούχα τους να ήταν μπαλωμένα, αλλά δε βίωναν την κακή φτώχεια», θα μας πει. Τον προσελκύουν ιδιαιτέρως τοποθεσίες, όπου το ηλεκτρικό ρεύμα είναι μια πολυτέλεια.






 «Η φωτογραφία μου είναι προσωπικό ντοκιμαντέρ, γιατί εγώ επιλέγω το υλικό». Είναι ο πρώτος φωτογράφος που επισκέπτεται την Όλυμπο της Καρπάθου. «Τότε ήταν ζωντανό μουσείο. Σήμερα είναι περισσότερο μουσείο, παρά ζωντανό χωριό. Περισσότεροι Ολυμπιώτες ζουν στη Βαλτιμόρη, παρά στην Κάρπαθο», σχολιάζει δηκτικά. Για τη φωτογραφική του προσέγγιση: «ποτέ δεν «έστησα» φωτογραφία, ούτε ζήτησα από κάποιον να ποζάρει. Ήξεραν, βέβαια, ότι είμαι εκεί. Πάντοτε χρησιμοποιούσα ευρυγώνιο φακό, από κοντινή απόσταση. Ποτέ τηλεφακό», διευκρινίζει. Καρπός της τρίχρονης περιπλάνησής του στην Ελλάδα είναι το πολυβραβευμένο λεύκωμα  Α Greek Portfolio, το οποίο εκδίδεται το 1972. Από το 1965 ο Μάνος είναι πλήρες μέλος του φημισμένου πρακτορείου Magnum.



Στεκόμαστε μπροστά από κάθε φωτογραφία ξεχωριστά. Άνθρωπος γλυκός, προσηνής και σεμνός, ο Κωνσταντίνος Μάνος αφηγείται τις ιστορίες που κρύβουν με συγκίνηση και χιούμορ και, θαρρείς, τα πρόσωπα βγαίνουν από το κάδρο. Ταυτόχρονα, η φωτογραφική του ματιά αποπνέει μια αίσθηση ποιητική. «Η ποίηση είναι η αγαπημένη μου μορφή λογοτεχνίας», εξομολογείται, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες μας. Επίσης, αγαπά τη μουσική, ιδίως τα δημοτικά, τα ρεμπέτικα, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου, τον Παπαϊωάννου.



Το δεύτερο μέρος της έκθεσης αποτελείται από φωτογραφίες, οι οποίες, αν και τραβήχτηκαν την ίδια χρονική περίοδο, δεν είδαν ποτέ το φως της μέρας. «Αποφάσισα να τις δωρίσω όλες στο Μουσείο Μπενάκη, για να μπορείτε να τις βλέπετε κι όταν εγώ δε θα είμαι εδώ. Αν τις δώριζα σε ίδρυμα στην Αμερική, θα κατέληγαν σε κάποιο χαρτόκουτο».



«Είμαι αυτοδίδακτος, λειτουργώ με το ένστικτο. Μέντορας και δάσκαλός μου ήταν ο Ανρί Καρτιέ- Μπρεσόν. Άνθρωπος ντροπαλός, δε δίδασκε, τον γνώριζα. Με έχει επηρεάσει και ο Γιουτζίν Σμιθ, αν τον ξέρετε», θα συμπληρώσει, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις επιρροές του. Όσο για τη φωτογραφία σήμερα: «Πνιγόμαστε στην κοινοτοπία και τη μετριότητα. Το να τραβάς φωτογραφίες είναι εύκολο, το να είναι, όμως, κάτι ιδιαίτερο, κάτι σπουδαίο, είναι δύσκολο. Στην Ελλάδα, πάντως, υπάρχει ενδιαφέρον κίνημα». «Αν είχα το κουράγιο και έκανα καινούρια δουλειά, θα ήταν σε άσπρο- μαύρο και θα φωτογράφιζα στην Αθήνα. Είναι το κέντρο της Ελλάδας, όπως παλαιότερα ήταν τα χωριά. Τώρα τα χωριά κοιμούνται», καταλήγει.




Η έκθεση Α Greek Portfolio- 50 χρόνια μετά φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη (Κεντρικό Κτήριο). Την Πέμπτη, 30 Μαΐου, θα διεξαχθεί η δεύτερη και τελευταία ξενάγηση από τον Κωνσταντίνο Μάνο μεταξύ 18:00 και 19:00.




Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

"Ταξισυνειδησία": φωτίζοντας την άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού





Μια παραμελημένη πτυχή της ιστορίας των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική επιχειρεί να φωτίσει το συναρπαστικό ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία- Η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού, σε σκηνοθεσία Κώστα Βάκκα: τη συμμετοχή ενός διόλου ευκαταφρόνητου αριθμού Ελληνοαμερικανών στο ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα από τη δεκαετία του ’20 μέχρι την εποχή των μακαρθικών διώξεων. Το ντοκιμαντέρ πρωτοπροβλήθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ήδη διανύει την 5η εβδομάδα στους κινηματογράφους, ενώ έχει μέχρις στιγμής φιλοξενηθεί σε πληθώρα από πολιτικά στέκια. Με αφορμή το ντοκιμαντέρ, είχα μια εκτενή και εξαιρετικά κατατοπιστική συνομιλία με τον επιστημονικό υπέυθυνο και συν-σεναριογράφο του, ιστορικό Κωστή Καρπόζηλο, η οποία ακολουθεί:




Πώς προέκυψε η επιλογή του θέματος; Είναι κυρίως προϊόν προσωπικού ενδιαφέροντος ή το δουλέψατε συλλογικά ως ομάδα;


Το ντοκιμαντέρ ως ντοκιμαντέρ είναι προϊόν μιας συλλογικής δουλειάς: είναι προϊόν συνάντησης των δικών μου ιδιαίτερων ερευνητικών ενδιαφερόντων με την επιθυμία μιας ομάδας ανθρώπων που είχαν ζήσει στις Η.Π.Α. κατά την περίοδο της Δικτατορίας να δημιουργήσουν ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει αυτή την πολιτική διαδρομή. Οι άνθρωποι που έχουν φτιάξει τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Αποστόλης Μπερδεμπές» τιμούσαν έναν φίλο τους, αγωνιστή του αντιδικτατορικού κινήματος στις Η.Π.Α., ο οποίος πέθανε νέος τη δεκαετία του ’70 και στα πλαίσια των συζητήσεών τους είχαν πει «να προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ». Κι εκεί έπεσαν τυχαία πάνω στη δική μου δουλειά. Το δικό μου ενδιαφέρον για τα ζητήματα αυτά είχε ξεκινήσει όταν είχα για πρώτη φορά  πιάσει στα χέρια μου τις ελληνόφωνες, ελληνόγλωσσες εφημερίδες στις Η.Π.Α. που ήταν συνδεδεμένες με τις οργανώσεις της αμερικανικής Αριστεράς κι είχα την αρχική περιέργεια τι είδους εκδόσεις είναι αυτές, στη δεκαετία του ’10- ’20, που στα ελληνικά επαγγέλλονται την κοινωνική ανατροπή και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Η δική μου έρευνα ξεκίνησε το 2004.



Η αναζήτηση αυτού του υλικού, η συγκέντρωσή του και η ανάδειξή του ήταν, φαντάζομαι, μια ιδιαιτέρως απαιτητική, ενδεχομένως επίπονη και σίγουρα χρονοβόρα διαδικασία. Ισχύει αυτό; Πόσο διάστημα χρειαστήκατε, μέχρι να φτάσετε στο τελικό στάδιο των γυρισμάτων, του μοντάζ και, εντέλει, της προβολής του ντοκιμαντέρ;



Το ίδιο το ντοκιμαντέρ μετράει πίσω του ενάμισι με δύο χρόνια. Βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, σε μία έρευνα, η οποία ήδη είχε συντελεστεί. Αλλά και η δική μου έρευνα ήταν στην ουσία η ανασυγκρότηση ενός διάσπαρτου και κατακερματισμένου αρχειακού υλικού, το οποίο ταυτόχρονα είχε να αναμετρηθεί με την αίσθηση ότι αυτά τα πράγματα είναι μικρής σημασίας για την ελληνοαμερικανική ιστορία. Μια εγγενή, δηλαδή, προκατάληψη. Αυτή η διαδρομή του πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού μετά το 1950 εμφανίζεται ως ένα πρόβλημα, μια αρνητική παράδοση, η οποία υποβαθμίζεται συστηματικά και εξαφανίζεται εντέλει από το λόγο της ίδιας της κοινότητας.



Οπότε είναι ένα ζήτημα που δεν το ακουμπάνε τόσο- ή και καθόλου…


Ενώ, για να είμαστε ειλικρινείς, στην περίπτωση άλλων μεταναστευτικών κοινοτήτων υπήρχε ένα ενδιαφέρον μετά τη δεκαετία του ’60, για αυτό που θα λέγαμε τις ριζοσπαστικές παραδόσεις, στην ελληνική περίπτωση υπήρξε μεγαλύτερη καθυστέρηση- και ιστοριογραφική και κοινοτική. Δηλαδή, ενώ στην ιταλική ή την εβραϊκή περίπτωση οι νέες ιστοριογραφικές αναζητήσεις της δεκαετίας του ’60 για το εργατικό κίνημα και το μεταναστευτικό ριζοσπαστισμό συναντήθηκαν με διεργασίες της κοινότητας, στην ελληνική περίπτωση έχουμε μια διπλή καθυστέρηση. Λίγες δουλειές, ανθρώπων, οι οποίοι προσπάθησαν να διασώσουν αυτή την αφήγηση, που όμως δεν μπόρεσαν πολύ συχνά να ακουμπήσουν στις αναζητήσεις των κοινοτήτων.



Εκτιμάς, επομένως, ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος για το γεγονός ότι δεν έχει αναλυθεί επαρκώς το ζήτημα του πολιτικού ριζοσπαστισμού κομματιού του ελληνικού μεταναστευτικού πληθυσμού στην Αμερική ή υπάρχουν και άλλοι λόγοι;


Στην ακαδημαϊκή έρευνα υπήρξαν κάποιες πρωτοπόρες προσπάθειες τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Μεταξύ αυτών είναι και ο ιστορικός Dan Georgakas. Ο Georgakas προέρχεται από τις τάξεις της Νέας Αμερικανικής Αριστεράς της δεκαετίας του ’60 και μέσα από την πολιτική του στράτευση προσπαθεί να διασώσει την ιστορία της παλαιάς Αριστεράς. Αλλά είναι μια σχετικά μεμονωμένη περίπτωση. Η Joanna Karmonidis συνέγραψε μια διατριβή τη δεκαετία του ’80 για τους Έλληνες γουνεργάτες που ήταν το πιο μαχητικό τμήμα του εργατικού κινήματος. Αυτές, όμως, οι προσπάθειες δεν επηρέασαν τον ίδιο το λόγο των κοινοτήτων, τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες οι ελληνοαμερικανικές κοινότητες οικοδόμησαν την ιστορική τους μνήμη, που κατά τεκμήριο συγκροτείται γύρω από την ιδέα της ελληνοαμερικανικής επιτυχίας και το πολιτικού συντηρητισμού.



Γιατί τελικά κυριαρχεί το συγκεκριμένο, ενδεχομένως στερεότυπο, ενδεχομένως πραγματικότητα, σε ένα βαθμό, αντί για την προβολή του πιο μαχητικού, πιο ριζοσπαστικού πολιτικά κομματιού του μεταναστευτικού πληθυσμού;


Πρώτος και κύριος λόγος είναι η επιθυμία της πλειονότητας των μεταναστευτικών κοινοτήτων να εμφανιστούν ως αρμονικό και ενσωματωμένο κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας, μια προσπάθεια να εμφανιστεί η ελληνική «ψυχή» και οι αμερικανικές αρετές συνυφασμένες. Προφανώς υπάρχει και μια πολιτική διάσταση πίσω από αυτό, που είναι η συμπόρευση της Ελλάδας με τις Η.Π.Α στο πλαίσιο του παγκόσμιου αντικομμουνιστικού αγώνα και ο καθοριστικός ρόλος των Η.Π.Α. στις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις. Ταυτόχρονα αντιστοιχεί σε μια υπαρκτή κοινωνική καταξίωση των Ελλήνων μεταναστών, της πρώτης ελληνικής παρουσίας στις Η.Π.Α. μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτόν, μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Οι μετανάστες φεύγουν από τα κέντρα των πόλεων και πάνε στα προάστια, τεκμήριο κοινωνικής ανόδου, τα μεροκάματα την περίοδο του πολέμου είναι υψηλά, το οποίο επιτρέπει μετά την ενασχόληση με επιχειρήσεις, ο ελληνικός αγώνας ενάντια στον κομμουνισμό κατοχυρώνει τους Έλληνες ως ένα ελεύθερο έθνος, οπότε διαμορφώνεται ένα νέο ηγεμονικό αφήγημα, στο οποίο η ελληνοαμερικανική εργατική, και δη ριζοσπαστική, παρουσία εκφράζει μια διπλή αποτυχία: αυτός που παραμένει μισθωτός εργάτης για τα δεδομένα της αμερικανικού ονείρου είναι loser και ταυτόχρονα είναι loser ενός πολιτικού σχεδίου.



Υπάρχουν κάποιες έρευνες που να αποτιμούν το πιο μαχητικό πολιτικά κομμάτι του ελληνοαμερικανικού πληθυσμού και αριθμητικά, σε σύγκριση με τον υπόλοιπο;


Η δική έρευνα σε μεγάλο βαθμό προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, όχι τόσο για να αποδείξει δια του αριθμού την παρουσία, αλλά για να δείξει τη δυναμική ορισμένων ιδεών σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Άρα, αν με ρωτήσεις ποια είναι τα οργανωτικά μεγέθη της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς, μπορώ να σου πω ότι υπήρχαν 2 με 3 χιλιάδες άνθρωποι, οι οποίοι ανήκαν στις ελληνικές εργατικές εκπαιδευτικές λέσχες που λειτουργούν στις Η.Π.Α. από το 1920 μέχρι το 1940. Ταυτόχρονα, μπορεί κανείς να αναφέρει τους 2000 συνδικαλισμένους εργάτες του ελληνικού λόκαλ 70 των γουνεργατών που αποτελούν ένα ξεχωριστό παράδειγμα πολιτικού ριζοσπαστισμού και κυρίως μαχητικού συνδικαλισμού. Αυτό που κυρίως έχει ενδιαφέρον είναι πώς στη δεκαετία του ’30 οι σχετικά μικρές οργανώσεις της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς επικοινωνούν με τις ευρύτερες διεργασίες που συντελούνται στις Η.Π.Α. γύρω από την ανάδυση των εννοιών της ενότητας και της οργάνωσης ως αξιών πιο καθολικών και συμμετέχουν σε ένα ευρύ προοδευτικό και ριζοσπαστικό κίνημα, το οποίο σφραγίζει τις Η.Π.Α. από τη δεκαετία του ’30 μέχρι τη δεκαετία του ’50.



Κατά πόσο αυτή η παρουσία συνετέλεσε στο να υλοποιηθούν επιτυχώς διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος;



Είναι στην ουσία η ιστορία της μεταμόρφωσης της αμερικανικής κοινωνίας στα χρόνια του «New Deal». Δηλαδή αυτό το νέο κοινωνικό συμβόλαιο επικοινώνησε με τη διάχυτη εργατική δυσαρέσκεια, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε όρους και προϋποθέσεις για σημαντικές βελτιώσεις στην εργατική καθημερινότητα. Οπότε, φερ’ ειπείν, στους κλάδους των εργατών στα ξενοδοχεία και στα εστιατόρια, κλάδους που δεν είχαν ιδιαίτερη συνδικαλιστική οργάνωση, βλέπουμε τη δεκαετία του ’30 χιλιάδες Έλληνες μετανάστες να οργανώνονται σε νέες εργατικές ενώσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τον παραδοσιακό συνδικαλισμό και ταυτόχρονα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30 αυτός ο κλάδος της μηδαμινής συνδικαλιστικής δράσης και των πολύ προβληματικών σχέσεων  μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μεταξύ του μικρού αφεντικού, του «μπόση», και του εργάτη,  θα μεταμορφώνεται σε ένα πεδίο κατοχύρωσης και αξιοπρέπειας του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Και, εντέλει, αυτή η δυναμική επικοινωνεί ταυτόχρονα και με ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις. Οι 200 περίπου Ελληνοαμερικανοί εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο είναι παιδιά της μετανάστευσης, οι οποίοι στη δεκαετία του ’30 είτε συμμετέχουν σε κάποια επιτροπή ανέργων, είτε σε κάποιο από τα νέα συνδικάτα, πολλοί από αυτούς είναι μέλη του Κομμουνιστικου Κόμματος των Η.Π.Α. και πηγαίνουν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, στα πλαίσια, όμως, του αμερικανικού «εκστρατευτικού σώματος». Δημιουργείται ένα πλατύ κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό κίνημα, το οποίο στοχοποιεί ο Μακαρθισμός τη δεκαετία του ’50, δεν είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα ως Κομμουνιστικό Κόμμα.



Πού κατέληξαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Ποια ήταν η εξέλιξή τους μέσα από τα χρόνια και με την άνοδο, σταδιακά, του Μακαρθισμού; Είναι η ιδιώτευση, η φυλάκιση, ο θάνατος; Η αποστράτευση, με την ευρύτερη ή τη στενότερη έννοια;



Αυτή νομίζω ότι είναι η ουσία όλης της υπόθεσης. Ένα κομμάτι ανθρώπων είναι αυτό που περνάει από τις διώξεις του Μακαρθισμού και ορισμένοι απελαύνονται. Είναι δεκάδες οι άνθρωποι που απελάθηκαν από τις Η.Π.Α. ως «επικίνδυνοι ξένοι». Ένα δεύτερο κομμάτι, διόλου ευκαταφρόνητο, είναι εκείνοι που μέσα από διάφορες ταλαντεύσεις και σκληρύνσεις συνεργάζονται στις αντικομμουνιστικές διώξεις. Και αυτό πάλι προσελκύει, δυσανάλογα ίσως, το ενδιαφέρον, γιατί είναι κυρίως η περίπτωση του Καζάν, ενός «τέκνου»  της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Το πιο ουσιαστικό, όμως, είναι να δει κανείς πρώτον τη βιολογική φθορά ανθρώπων, οι οποίοι ήταν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, έδωσαν τη ζωή τους για την υπόθεση, αλλά έμειναν «εκτός». Το σημαντικότερο, πάντως, που μπορεί κανείς να διακρίνει είναι η ιδιώτευση μέσα από την κοινωνική ενσωμάτωση και κατοχύρωση της δεκαετίας του ’40 και του ’50. Δηλαδή, πώς οι ξεχασμένοι άνθρωποι του χτες, γίνονται  μέσα σε αυτές τις δεκαετίες κομμάτι ενός ανασυγκροτημένου αμερικανικού ονείρου.



Είχατε τη δυνατότητα να εντοπίσετε κάποιους ανθρώπους εκείνης της περιόδου;


Προφανώς είχαμε να αναμετρηθούμε με τη βιολογική φθορά, αλλά είχαμε την τύχη, πρώτον, να έχουμε άμεσους συγγενείς. Είναι ο Έρικ Πούλος, ο πατέρας του ήταν συνδικαλιστής, τροτσκιστής, με ιδιαίτερα σημαντική παρουσία στο εργατικό κίνημα. Η μητέρα του Έρικ και σύζυγος του Γιάννη Πούλου ήταν γραμματέας του Τρότσκι στο Μεξικό, Εβραία, δασκάλα, μια οικογένεια με σημαντικές ριζοσπαστικές παραδόσεις. Ο αδερφός του Γιάννη Πούλου, ο Κόνι Πούλος. είναι ο Ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος που καταγράφει την επίθεση στη Μεγάλη Βρετάνια στα Δεκεμβριανά. Ανήκει στους πρώτους Ελληνοαμερικανούς δημοσιογράφους που φτάνουν στην Αθήνα, από ένα προοδευτικό πολιτικό περιβάλλον, και ο οποίος, αν και δεν ήταν κομμουνιστής, στήριξε το Ε.Α.Μ. μέχρι το τέλος. Είχαμε, όμως, και την τύχη να έχουμε τη συνέντευξη ενός αγωνιστή της ελληνικής Αριστεράς. Λέγεται Γιάννης Μπαχάρας, ήταν στο χώρο του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού, μετά στον ενιαίο Συνασπισμό, τώρα νομίζω είναι στη ΔΗΜ.ΑΡ, ο οποίος έχει μια καταπληκτική ιστορία ζωής. Πώς πηγαίνει στις Η.Π.Α ως μικρός Επονίτης, για να γλιτώσει στην ουσία από τις εξελίξεις στην Ελλάδα, πώς συγκρούεται με το οικογενειακό δίκτυο, το οποίο είναι αντικομμουνιστικό, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στην Πολωνία.



Πόσο εύκολη ή δύσκολη  διαδικασία υπήρξε η αναζήτηση χρηματοδότησης;


Το ντοκιμαντέρ είχε να αναμετρηθεί με ένα κύριο έξοδο, από τη στιγμή που όλοι εμείς δουλέψαμε εθελοντικά: την αγορά του κινηματογραφικού υλικού από αμερικανικά αρχεία  Ήμασταν τυχεροί, γιατί οι άνθρωποι που έχουν ιδρύσει τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Αποστόλης Μπερδεμπές» πολύ αθόρυβα βάλανε πλάτη σε αυτό το ζήτημα και κάλυψαν τα έξοδα του ντοκιμαντέρ.



Προσπαθώντας να συνδέσουμε το χτες με το σήμερα, εκτιμάς ότι η διαδικασία της μετανάστευσης ολοένα και περισσότερων Ελλήνων στο εξωτερικό σε αναζήτηση διεξόδου σε όλα τα επίπεδα, και όχι μόνο στο εργασιακό, ενισχύει την πιθανότητα πολιτικής ριζοσπαστικοποίησής τους, ή μήπως, ταυτόχρονα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να συμβεί το αντίθετο, να ενσωματωθούν, δηλαδή, με συντηρητικούς ή φοβικούς όρους στην καινούρια κοινωνία;


Νομίζω ότι το πρώτο δεδομένο είναι πως η εξέλιξη των πραγμάτων είναι απρόβλεπτη και η ιδέα των ιστορικών αναλογιών πάρα πολύ παρακινδυνευμένη και πολύ συντηρητική. Η ιδέα ότι ζούμε σε ιστορικές αναλογίες δεσμεύει τη φαντασία μας και την οδηγεί να λειτουργεί πάνω σε προκαθορισμένες ράγιες. Με έναν τρόπο η κρίση σίγουρα μετασχηματίζει συνειδήσεις, επιταχύνει ή επιβραδύνει διεργασίες. Στη σημερινή συγκυρία νομίζω ότι το ντοκιμαντέρ, αν μπορεί να συνεισφέρει σε κάτι, είναι στη συζήτηση ποιοι είναι τρόποι οργάνωσης που θα υπερβούν τη «σκουριά» του παρελθόντος, όπως στη δεκαετία του ’30 εμφανίστηκαν νέες μορφές οργάνωσης,  και που ταυτόχρονα θα ενοποιήσουν ένα εθνοτικά κατακερματισμένο δυναμικό. Αυτή είναι μια συζήτηση που αφορά το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, όπου πλέον η διάσταση συνδικαλισμένων και μη συνδικαλισμένων είναι τεράστια, η ανεργία διαβρώνει τις παραδοσιακές μορφές οργάνωσης και η μεταναστευτική σύνθεση δημιουργεί ερωτήματα, με τα οποία κανείς δεν έχει αναμετρηθεί , αλλά ταυτόχρονα αφορά και την παρουσία των Ελλήνων στο εξωτερικό. Η φοιτητική μετανάστευση, ξέρεις, δεν είναι, κατ’ ανάγκη, εχέγγυο ριζοσπαστικοποίησης.



Σε ποιο ακριβώς κοινό απευθύνεται το ντοκιμαντέρ;


Δικιά μας επιδίωξη εξ’ αρχής ήταν μια δουλειά που δε θα ήταν ακαδημαϊκού χαρακτήρα  Ξέρεις, το αργό, βαρύ…



Ακαδημαϊκό με την κακή έννοια…


Άλλωστε ο αμερικανικός τρόπος έχει δείξει ότι το ακαδημαϊκό μπορεί να είναι και πολύ ενδιαφέρον. Προσπαθήσαμε να είμαστε πιο συνεπείς με αυτή την παράδοση, του ακαδημαϊκού ως ζωντανού, που σε ξυπνά και δε σε κοιμίζει. Ήδη το ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί από στέκια, χώρους, καταλήψεις, λέσχες δείχνει ότι το ντοκιμαντέρ μπορεί και επικοινωνεί και με έναν κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Και στις Η.Π.Α.



Αυτό είναι τελικά και το ζητούμενο, κατά πόσο η ακαδημαϊκή έρευνα συναντιέται με τις ανάγκες και τις επιδιώξεις των τάξεων και των ανθρώπων, όπου απευθύνεται, και τη ζωή των οποίων προσπαθεί να αφηγηθεί.


Στην Ελλάδα έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά, και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τώρα, με την απόκλιση μιας πολύ ουσιαστικής ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας και ιστορικής παραγωγής, η οποία, όμως, δέσμια του εαυτού της αδιαφόρησε για τη συγκρότηση της ιστορικής μνήμης και τις διεργασίες στο κοινωνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα είτε να ανθίζουν οι διάφορες ανορθολογικές ιστορικές/ παραϊστορικές πραγματείες των τηλεπωλήσεων, είτε διάφορα σχήματα που συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός κοινωνικού κανιβαλισμού και συντηρητισμού. Νομίζω ότι κάποια στιγμή η πρέπει η ελληνική ιστοριογραφία να καταλάβει πόσο χρειάζεται ένας ριζικός αναπροσανατολισμός στη στόχευσή της.


Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

"Hannah Arendt": για την ηθική του σκεπτόμενου ανθρώπου





Το πορτρέτο της ασυμβίβαστης και θαρραλέας Γερμανοεβραίας φιλοσόφου Χάνα Άρεντ φιλοτεχνεί στην ταινία Hannah Arendt- Οι ιδέες της άλλαξαν τον κόσμο (2012) η παλαίμαχη φεμινίστρια σκηνοθέτρια Μαργκαρέτε φον Τρότα (Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, Ρόζα Λούξεμπουργκ).



Η ταινία της φον Τρότα, η οποία πρωτοπροβλήθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, εστιάζει, κυρίως, σε μία συγκεκριμένη περίοδο της ζωής της φιλοσόφου. Το 1961 η Χάνα Άρεντ παρακολουθεί για λογαριασμό του περιοδικού Νew Yorker τη δίκη του διαβόητου ναζί εγκληματία Άντολφ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Οι παρατηρήσεις της αρχικά δημοσιεύονται με τη μορφή μιας σειράς άρθρων στο New Yorker, ενώ το 1963 κυκλοφορούν σε βιβλίο με τίτλο Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, έκθεση για την κοινοτοπία του κακού. Τόσο τα άρθρα της, όσο και το διάσημο βιβλίο της, προκαλούν σφοδρές αντιπαραθέσεις αφ’ ενός γιατί παρουσιάζει τον Άιχμαν ως έναν ασήμαντο γραφειοκράτη που ακολουθούσε εντολές, κι όχι ως την ενσάρκωση του απόλυτου κακού, αφ’ ετέρου γιατί θίγει ένα θέμα "ταμπού" για την εποχή: τη συνεργασία τμήματος των εβραϊκών ηγετικών κύκλων με το ναζιστικό καθεστώς.



 Η ταινία της φον Τρότα δεν αποτελεί μια συμβατική βιογραφία της Χάνα Άρεντ, αλλά ούτε και πολιτικό ή φιλοσοφικό δοκίμιο. Πρόκειται για μια λιτή, διεισδυτική, πυκνή και κινηματογραφικά συναρπαστική σπουδή χαρακτήρων, η οποία πετυχαίνει, μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες, να μας εισαγάγει στη ζωή και τη σκέψη μιας γενναίας φιλοσόφου, ενθαρρύνοντάς μας, έμμεσα, να αναζητήσουμε τα κείμενά της. Εξαιρετική η Μπάρμπαρα Σούκοβα στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποδίδει με ακρίβεια και εσωτερικότητα τον πολύπτυχο χαρακτήρα της Χάνα Άρεντ.




Μετά την ελληνική της πρεμιέρα τη Δευτέρα 13 Μαΐου στο Ινστιτούτο Γκέτε, η ταινία  Hannah Arendt- Οι ιδέες της άλλαξαν τον κόσμο προβάλλεται από την Πέμπτη 16 Μαΐου στους κινηματογράφους.


Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Συνομιλώντας με την φωτογράφο Πέπη Λουλακάκη, με αφορμή την έκθεσή της για τον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης




Φως σε έναν κόσμο απροσπέλαστο και άγνωστο στους πολλούς ρίχνει μέσα από την έκθεσή της "Θράκη. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Ο μουσουλμανικός κόσμος της" η φωτογράφος Πέπη Λουλακάκη: στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς του νομού Θράκης (Τουρκογενείς, Πομάκους, Ρομά, Σουδανούς). Με ευαισθησία και λεπτότητα αποτυπώνει μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινότητάς τους, εστιάζοντας κυρίως σε γυναικεία πορτραίτα. Η έκθεση συνοδεύεται από το ομώνυμο λεύκωμα (Εκδόσεις Καστανιώτη), τα κείμενα του οποίου υπογράφει η δημοσιογράφος και συνεργάτιδα της Πέπης Λουλακάκη, Έλενα Μοσχίδη.  Με αφορμή την έκθεση, η οποία φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη (Κεντρικό Κτήριο) και ολοκληρώνεται την Κυριακή, 12 Μαΐου, κουβέντιασα με την φωτογράφο.



Πόσο μακριά βρισκόταν και πόσο κοντά σας ήρθε ο μουσουλμανικός κόσμος της Θράκης, μετά το οδοιπορικό; Υπήρξε κάποιο ιδιαίτερο κίνητρο πίσω από την επιλογή του προορισμού;



Πριν μερικά χρόνια είχα βρεθεί στις Θέρμες και στον Εχίνο φωτογραφίζοντας τα λουτρά καθώς δούλευα σε ένα έργο σχετικό με τις ιαματικές πηγές της Ελλάδας. Στα μουσουλμανικά χωριά της Θράκης οι άνθρωποι που συνάντησα μου εξέφρασαν το παράπονό τους ότι υπάρχει πλήρης αδιαφορία για την ύπαρξή τους και πολύ περισσότερο ήταν πεπεισμένοι ότι κανείς δεν επρόκειτο να ασχοληθεί μαζί τους και να γνωρίσει στους υπόλοιπους Έλληνες τον τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες, τα έθιμα, τις δυσκολίες και τα όνειρά τους. Μου έλεγαν συγκεκριμένα "Εμείς είμαστε ξεχασμένοι εδώ από τον ίδιο το Θεό". Η έκθεση φωτογραφίας στο Μουσείο Μπενάκη "Θράκη. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Ο μουσουλμανικός κόσμος της" έφερε τις μειονότητες της Θράκης (Τουρκογενείς, Πομάκους, Ρομά και Σουδανούς) πιο κοντά στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η συνεχής επίσκεψη του κόσμου στην έκθεση και η παράταση διάρκειας της μέχρι τις 12 Μαΐου το αποδεικνύουν. Όπως επίσης το ενδιαφέρον από τα ξένα μέσα. Επίσης ένα κομμάτι της έκθεσης είναι αφιερωμένο στην εκπαίδευση, τα μειονοτικά σχολειά και τα ιεροσπουδαστήρια, καθώς υπήρξε πολύμηνη άδεια φωτογράφησης και επιτόπιας έρευνας σχετικά με την διδασκαλία και το ζήτημα της παιδείας. Επίσης έχει προηγηθεί η έκδοση του ομώνυμου λευκώματος από τις εκδόσεις Καστανιώτη πριν 2 χρόνια με πολλές από τις φωτογραφίες που υπάρχουν στην έκθεση και άλλες ακόμα, καθώς και τη δημοσιογραφική έρευνα και τις συνεντεύξεις που κατέγραψε η δημοσιογράφος και συνεργάτιδά μου  σε διεθνείς και εσωτερικές αποστολές, Έλενα Μοσχίδη. Το λεύκωμα ήδη οδεύει προς εξάντληση.



Οι φωτογραφίες σας αντανακλούν, και σίγουρα προϋποθέτουν, την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και οικειότητας με τους φωτογραφιζόμενους. Πόσο χρόνο διήρκεσε η διαδικασία;


Χρειάστηκαν στην αρχή περισσότερα από ένα ταξίδια στην περιοχή μέχρι οι άνθρωποι που προσεγγίσαμε να πειστούν ότι ενδιαφερόμαστε σοβαρά να ασχοληθούμε με τα θέματα που τους απασχολούν και να καταγράψουμε τον τρόπο ζωής τους. Επί δυόμιση χρόνια ταξιδεύαμε συνεχώς Κομοτηνή, Ξάνθη φτάνοντας μέχρι τα πιο απομακρυσμένα χωριά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα που πολλές φορές η πρόσβαση ήταν δύσκολη κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα που ήταν αποκλεισμένα από το χιόνι. Φιλοξενία μας προσφέρθηκε παντού απλόχερα καθώς δεν υπήρχαν καταλύματα.



Το γεγονός ότι ήσαστε "ξένες", και μάλιστα γυναίκες, ενόχλησε κάποιους ή δυσκόλεψε, σε ένα πρώτο στάδιο, την επικοινωνία;



 Το ότι ήμασταν γυναίκες βοήθησε να εισέλθουμε στο άβατο του μουσουλμανικού κόσμου γιατί έτσι μπορέσαμε να μιλήσουμε με τις γυναίκες και να τις φωτογραφήσω σε πιο προσωπικές στιγμές, όπως όταν προσεύχονται στο σπίτι τους, όταν κολυμπούν στην θάλασσα, όταν δουλεύουν, βάφονται ή παίζουν με τα παιδιά τους. Πολλές φορές χρειάστηκε η άδεια από τους άντρες  για να μπούμε στα σπίτια τους, ιδιαίτερα στα χωριά όπου η κοινωνίες είναι πιο κλειστές. Φυσικά όταν φωτογράφιζα τους Ρομά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, ενώ οι Σουδανές γυναίκες κρυβόταν φοβούμενες μήπως και τους κλέψω την ψυχή, καθώς το αφρικανικό στοιχείο υπάρχει έντονο στην κοινωνία τους.



Υπήρξαν κάποιες στιγμές που χαράχτηκαν περισσότερο στη μνήμη σας- είτε αποτυπώθηκαν φωτογραφικά ή όχι- με αρνητικό ή θετικό τρόπο;



 Κάθε ταξίδι ήταν μοναδικό στην περιοχή της Δυτικής Θράκης. Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιες στιγμές μόνο. Ο μόχθος των ανθρώπων για την καθημερινή επιβίωση είναι αυτό που με συγκίνησε. Ολόκληρα χωριά μπορεί να ήταν γεμάτα γυναίκες και παιδιά μιας και οι άντρες είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό ή στο εσωτερικό της χώρας για να δουλέψουν στα καράβια ή σε εποχικές δουλειές για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Μπορώ να ξεχωρίσω τα πανάρχαια έθιμα της πάλης και της γιορτής της Άνοιξης επίσης στα πομακοχώρια απερίγραπτης ομορφιάς του όλου τελετουργικού. Οι νέοι που ωριμάζουν γρήγορα και προσπαθούν να μορφωθούν παρά τη δυσκολία που έχουν με τη γλώσσα και να μάθουν για τον τόπο και την ιστορία τους. Η φιλοξενία που μας προσφέρθηκε και μου έφερε στο μυαλό εικόνες από την Ελλάδα του ’50 και του ’60.



Έχει εκτεθεί η δουλειά σας στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης και, αν ναι, πώς έγινε δεκτή;


 Ακόμα δεν έχει ταξιδέψει η έκθεση στην περιοχή αλλά ευελπιστούμε ότι σύντομα θα γίνει κι αυτό μόλις βρεθούν οι πόροι και η τοποθεσία, έτσι ώστε οι ίδιοι να έρθουν να δουν από κοντά το έργο που κάναμε και τους αφορά άμεσα. Να τονίσω ότι η έκθεση φωτογραφίας έγινε εφικτή με την παραχώρηση της αίθουσας και τη διοργάνωση από το Μουσείο Μπενάκη αλλά και τη συνδιοργάνωση που ανέλαβαν  η Photometria (από το φεστιβάλ των Ιωαννίνων) και το Phototheatron.


Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Bogside Artists: μαθήματα βορειο- ιρλανδικής ιστορίας





"Ως ζωγράφοι τοιχογραφιών, δεν επιτρέπεται να οξύνουμε την αντιπαράθεση ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες της πόλης μας. Γι’ αυτό και η εικονοποιία μας δεν έχει διχαστικό χαρακτήρα, ούτε και προωθεί την "ιρλανδικότητα": δε μας ενδιαφέρουν οι άρπες, τα τριφύλλια ή τα οποιαδήποτε κέλτικα μοτίβα. Αυτό που μάς ενδιαφέρει είναι να προσεγγίσουμε την ιστορία μας με αίσθηση δικαιοσύνης, αναδεικνύοντας το τίμημα που οι άνθρωποι χρειάστηκε να πληρώσουν για την απόκτηση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων", μού εξηγεί ο William Kelly, άτυπος "εκπρόσωπος τύπου" των Bogside Artists, μιας τριμελούς ομάδας καθολικών καλλιτεχνών από το Ντέρρυ (Derry) της Βόρειας Ιρλανδίας. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι καλλιτέχνες; Πώς δουλεύουν; Πώς αλληλεπιδρούν με την κοινότητά τους; Ας επιχειρήσουμε να τους γνωρίσουμε καλύτερα.


Τα αδέλφια William και Tom Kelly και ο κοινός τους φίλος Kevin Hasson είναι οι Βogside Artists.Το όνομά τους προέρχεται από την καθολική συνοικία του Ντέρρυ, Μπόγκσαϊντ, όπου ζουν και δημιουργούν. Μέχρι σήμερα έχουν φιλοτεχνήσει δώδεκα μεγάλης κλίμακας τοιχογραφίες (murals), οι οποίες εμπνέονται από το επώδυνο και τραυματικό παρελθόν της πόλης, συνώνυμης των γεγονότων της "Ματωμένης Κυριακής" της 30ής Ιανουαρίου 1972.


Η διαδικασία δημιουργίας μιας τοιχογραφίας είναι εξαιρετικά χρονοβόρα. "Πρώτα απ’ όλα, συζητάμε δημοκρατικά και διεξοδικά τι θέλουμε να εκφράσουμε, με ξεκάθαρη πρόθεση να αφηγηθούμε τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο… ", διευκρινίζει ο William Kelly. "Έπειτα, ξεκινάμε τη συλλογή στοιχείων και εικόνων. Συχνά, η τελική εικόνα διαφέρει από εκείνη που είχαμε αρχικά στο μυαλό μας. Σε κάθε περίπτωση, θυσιάζουμε το οπτικό ενδιαφέρον του έργου προς όφελος του νοήματος, γιατί υπάρχει μεγάλη δύναμη στην απλότητα", συνεχίζει. Από τη στιγμή που μοντάρεται η σκαλωσιά, "το ποιος απ’ τους τρεις μας θα ζωγραφίσει τι, εξαρτάται από το τι θέλει να ζωγραφίσει ο καθένας. Ποτέ δεν έχουμε καβγαδίσει γι’ αυτό το ζήτημα. Μικροεγωισμοί δε χωρούν ανάμεσά μας, άλλωστε", χαριτολογεί.


 Έντονα επηρεασμένοι από το έργο και τις διδακτικές μεθόδους της Friedl Dicker-Brandeis, καλλιτέχνιδος του Bauhaus και εκ των πρωτοπόρων της θεραπείας μέσω της τέχνης (art therapy), οι Bogside Artists αναγνωρίζουν με τη σειρά τους τη δυνητικά θεραπευτική λειτουργία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Προσπαθούν, λοιπόν, μέσα από τις τοιχογραφίες τους να οπτικοποιήσουν σημαντικούς σταθμούς στη σύγχρονη ιστορία της πόλης. Αφετηρία τους αποτελεί το 1968, οπότε και διοργανώθηκε η πρώτη πορεία για τα Πολιτικά Δικαιώματα στο Ντέρρυ. Κυρίως, όμως , το 1969, έτος έναρξης των "Ταραχών" ("Troubles"), των συγκρούσεων ανάμεσα στις ένοπλες ομάδες της καθολικής κοινότητας, από τη μία πλευρά, και της προτεσταντικής, όσο και των βρετανικών δυνάμεων καταστολής, από την άλλη. Παράλληλα, μέσα από τη διεξαγωγή σεμιναρίων, ενθαρρύνουν τους κατοίκους του Ντέρρυ, ιδιαιτέρως τους νεώτερους, να εκφράσουν τα βιώματά τους μέσω της τέχνης και να στοχαστούν πάνω στην κοινή τους ιστορία. Απώτερος στόχος, η επούλωση των τραυμάτων τους, τα οποία έχει επισωρεύσει η ιστορία, επομένως και η συμφιλίωση.


"Αυτά τα παιδιά έχουν λίγες αναμνήσεις από τα χρόνια των "Ταραχών". Εμείς, όμως, τα ζήσαμε. Είναι οι δικοί μας φόβοι που έχουν μεταφερθεί, λοιπόν, στα παιδιά μας, με συνέπεια πολλά από αυτά να έχουν κληρονομήσει μια μονόπλευρη και συχνά πολύ λανθασμένη αντίληψη της ιστορίας μας. Αυτό προσπαθούμε να διορθώσουμε", καταλήγει αποφασιστικά και με μια δόση αισιοδοξίας στη φωνή του ο William Kelly.


Ο κίνδυνος αναζωπύρωσης των πολιτικών παθών στη Βόρεια Ιρλανδία, με διάφορες κατά καιρούς αφορμές, δεν τους πτοεί. Αντιθέτως, τους γεμίζει με οργή. "Αποδοκιμάζουμε τη βία, οποιαδήποτε μορφή κι αν παίρνει, εκτός κι αν λειτουργεί στα πλαίσια της αυτοάμυνας", μού εξηγούν. "Η βία εναντίον οποιουδήποτε ατόμου είναι απολύτως απαράδεκτη και αποτελεί έγκλημα εναντίον όλων μας: είτε πρόκειται για τη βία των θεσμοθετημένων θρησκειών, των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και του σεκταρισμού, ή για εκείνη που ασκείται εναντίον των γυναικών και του δικαιώματός τους να μην υφίστανται έλεγχο", προσθέτουν.


Στο στούντιο που διατηρούν οι καλλιτέχνες στο Μπόγκσαϊντ φιλοξενούνται παρουσιάσεις και συζητήσεις, ενώ συχνά οργανώνονται από τους ίδιους ξεναγήσεις επισκεπτών στην περιοχή. Έχουν, εξάλλου, εκδώσει ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό βιβλίο που τιτλοφορείται "Η Λαϊκή Πινακοθήκη- Οι Bogside Artists" ("The Peoples Gallery-The Βogside Artists") και συμμετάσχει σε πολυάριθμες εκθέσεις ανά τον κόσμο.


Χωρίς να αναμοχλεύουν παλιά μίση ή να αναπαράγουν φονικά στερεότυπα, αλλά και δίχως να πέφτουν στην παγίδα μιας "στρογγυλεμένης" και "πολιτικά ορθής" ανάγνωσης της ιστορίας, οι Βogside Artists φαίνεται να έχουν συμβάλλει, με τον τρόπο τους, όσο λίγες "συμφωνίες κορυφής" στην άμβλυνση των παθών στη Βόρεια Ιρλανδία. Ίσως θα ήταν χρήσιμο να τους αφουγκραστούμε…

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους Bogside Artists μπορείτε να αναζητήσετε στην ιστοσελίδα τους:  www.bogsideartists.com