Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Rui Palha: «Δεν είμαι επαγγελματίας φωτογράφος, είμαι και θα είμαι ένας παντοτινός ερασιτέχνης»


Εμπνευσμένος από τους Henri Cartier Bresson, Garry Winogrand και Elliott Erwitt, ο 61χρονος Πορτογάλος Rui Palha είναι ένας αυτοδίδακτος «μάστορας» της ασπρόμαυρης ανθρωποκεντρικής φωτογραφίας δρόμου και, παράλληλα, κάτοικος κι «εραστής» της Λισαβόνας. Αν και προτιμά να εκφράζεται μέσα από τις φωτογραφίες, κι όχι τις λέξεις, απάντησε με ευγένεια και σεμνότητα σε όσες ερωτήσεις του απευθύναμε.

Φωτογραφίζεις από 14 χρονών, αρχικά ως χόμπι. Τι σε τράβηξε στον κόσμο της φωτογραφίας; Είσαι αυτοδίδακτος; Και πότε αυτό το χόμπι εξελίχτηκε σε δουλειά;

Πρώτα από όλα, χρειάζεται να «πω» ότι δεν είμαι τόσο καλός στο να εκφράζω τα συναισθήματα ή τις σκέψεις μου με τις λέξεις. Προτιμώ να το κάνω μέσω των εικόνων, αλλά θα προσπαθήσω να βάλω σε λόγια αυτά που θέλεις να μάθεις για μένα. Η φωτογραφία είναι ένα χόμπι από όταν ήμουν 14 χρονών. Είχα το δικό μου σκοτεινό θάλαμο, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, το μόνο που μου άρεσε ήταν να «πατάω το κουμπί» στους δρόμους. Η φωτογραφία είχε ένα είδος μαγείας για μένα. Το να σταματάς μια στιγμή στο χρόνο είναι εκπληκτικό συναίσθημα. Ήμουν κι είμαι εντελώς αυτοδίδακτος. Ό,τι γνωρίζω, το έμαθα στους δρόμους, μέσα από βιβλία, παρατηρώντας φωτογραφίες άλλων φωτογράφων, Δεν είμαι επαγγελματίας φωτογράφος, είμαι και θα είμαι ένας παντοτινός ερασιτέχνης. Με αυτό τον τρόπο κάνω αυτό που θέλω εγώ κι όχι ό,τι θέλουν οι άλλοι.
 
Κατονόμασέ μου, λοιπόν, κάποιους φωτογράφους που διαμόρφωσαν το «βλέμμα» σου.
 
Ο Henri Cartier Bresson, όντως, ο Garry Winogrand, ο Elliott Erwitt, είναι η «έμπνευσή» μου, μεταξύ άλλων. Έμαθα πολλά παρατηρώντας τη δουλειά τους.
 
Εστιάζεις αποκλειστικά στη Λισαβόνα, όπου ζεις. Θα μπορούσες να περιγράψεις τη σχέση σου με αυτή την τόσο φωτογενή πόλη;
 
Η Λισαβόνα είναι μια πολύ όμορφη μικρή πόλη με ένα ξεχωριστό φως. Είναι πρόκληση να βλέπεις κάτι καινούριο, όταν περπατάς στα ίδια μέρη διαρκώς. Επαναλαμβάνω το ίδιο δρομολόγιο από μέρα σε μέρα, αλλά πάντοτε μοιάζει διαφορετικό. Θα μπορούσα να κάνω το είδος της φωτογραφίας μου οπουδήποτε. Ασφαλώς θα ήθελα να ταξιδέψω περισσότερο, σε διαφορετικά μέρη, με διαφορετικούς ανθρώπους και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Αλλά ζω στη Λισαβόνα και την αγαπώ… είναι η πόλη «μου»… Ξέρω την κάθε της γωνιά, την κάθε της πέτρα και, πολύ σημαντικό, πολλούς ανθρώπους. Κατά τα άλλα, είναι ιδανική για τη δημιουργικότητα. Πρέπει να προσπαθώ να κάνω διαφορετικά «πράγματα» στα ίδια μέρη, να δοκιμάζω διαφορετικά καδραρίσματα και πάντοτε να αναζητώ εκείνη την «ξεχωριστή στιγμή».
 
 
Φωτογραφίζεις σε ασπρόμαυρο. Γιατί;
 
Αν και στο παρελθόν δοκίμασα μερικές φορές το έγχρωμο, πάντοτε αγαπούσα και προτιμούσα το ασπρόμαυρο, βεβαίως. Υπάρχουν άνθρωποι που λένε «όχι χρώμα, όχι ψεύδος» και, κατά κάποιο τρόπο, συμφωνώ με αυτή την έννοια. Αν κοιτάξεις μια ασπρόμαυρη φωτογραφία κι αισθανθείς κάτι ευχάριστο, ή αν σου αρέσει πολύ, αυτό συμβαίνει, γιατί η φωτογραφία σου «λέει» κάτι χωρίς τεχνάσματα ή περισπασμούς και, με βεβαιότητα, είναι καλή. Κάποιες φορές μια έγχρωμη φωτογραφία είναι ελκυστική, επειδή ο συνδυασμός των χρωμάτων είναι όμορφος.
 
Αυτό δε σημαίνει ότι δε μου αρέσουν οι έγχρωμες φωτογραφίες. Υπάρχουν σπουδαίοι φωτορεπόρτερ που χρησιμοποιούν το έγχρωμο. Ωστόσο, χρησιμοποιώ μονάχα το ασπρόμαυρο στις μέρες μας. Ο Ted Grant (σημ.: θεωρείται ο σπουδαιότερος εν ζωή Καναδός φωτογράφος) έχει γράψει, και συμφωνώ: «Όταν φωτογραφίζεις ανθρώπους με έγχρωμο, φωτογραφίζεις το χρώμα των ρούχων τους. Όταν τους φωτογραφίζεις με ασπρόμαυρο, φωτογραφίζεις τις ψυχές τους».
 
Πρέπει να διευκολύνουμε την ικανότητά μας να «παρατηρούμε» και να «βλέπουμε» ενδιαφέρουσες στιγμές, αστείες στιγμές, διαφορετικές στιγμές, δημιουργικά καδραρίσματα… Πρέπει να κατανοήσουμε το «φως» και να προσπαθούμε να το χρησιμοποιούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
 
Ποια είναι η σχέση σου με τα ανθρώπινα υποκείμενα των φωτογραφιών σου;
 
Πρέπει να αντλούμε όλη την ομορφιά και την προσωπικότητα ενός «μοντέλου του δρόμου» μιλώντας μαζί του/της, ακούγοντάς τον/την, σεβόμενοί τους… με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε πολλά καθημερινά. Πρέπει να αγαπάς τους ανθρώπουςκαι να τους σέβεσαι.
 
Πάντοτε προσπαθώ να δείχνω, ανάμεσα στις σκηνές πραγματικής ζωής της καθημερινότητας, την ομορφιά που κρύβεται μέσα στους άγνωστους ανθρώπους, τα «μοντέλα δρόμου» μου, την ομορφιά της ανθρώπινης φυλής, ανεξάρτητα από χρώμα, θρησκεία ή πολιτική τοποθέτηση. Πάντοτε ένιωθα εντυπωσιασμένος, ίσως κι υπνωτισμένος, με την κίνηση των ανθρώπων, τις εκφράσεις τους, τις αντιδράσεις τους… Αισθανόμουν ότι ήταν μεγάλη πρόκληση να προσπαθήσω να αιχμαλωτίσω τη φασαρία της καθημερινότητας κι ένας τρόπος να μάθω πολλά για τον περιβάλλοντα κόσμο. Στο φωτογραφικό μου κόσμο όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικοί, κι αποτελούν το πιο σημαντικό κομμάτι των φωτογραφιών μου.
 
Η ακόλουθη πρόταση με προσδιορίζει ως φωτογράφο: «Η φωτογραφία είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος του χώρου μουσημαίνει το να ανακαλύπτω, να αιχμαλωτίζω, να δίνω ροή σε ό,τι η καρδιά αισθάνεται και βλέπει μια δεδομένη στιγμή, σημαίνει να βρίσκομαι στο δρόμο, να προσπαθώ, να γνωρίζω, να μαθαίνω και, ουσιαστικά, να εξασκώ την ελευθερία της ύπαρξης, της ζωής, της σκέψης»…



Κάποιες φορές, τα μάτια των υποκειμένων σου βρίσκονται εκτός κάδρου- άλλοτε τα φωτογραφίζεις από τη μέση και κάτω. Είναι συνειδητή επιλογή;

Ναι, είναι.



Γιατί είναι η φωτογραφία δρόμου τόσο σημαντική για σένα;

Υπάρχουν τόσες ελκυστικές παράμετροι στους δρόμους… η ίδια η στιγμή καδραρισμένη όσο καλύτερα γίνεται, η μαγεία του φωτισμού, ένα καδράρισμα που «σπρώχνει» το βλέμμα μου, μια σκηνή που κατασκευάζω στο μυαλό μου, ο «γραφισμός» που οι άνθρωποι «σχεδιάζουν», όταν κινούνται. Η φωτογραφία δρόμου δεν είναι ένας εύκολος τρόπος να κάνεις φωτογραφία… πρέπει να είμαστε γενναίοι, οξύνοες. Πρέπει να διαθέτουμε την ικανότητα να προβλέπουμε τη στιγμή, πριν συμβεί. Η φωτογραφία δρόμου είναι, πράγματι, μια πρόκληση κι ένας εκπληκτικός τρόπος να είσαι κοντά στους ανθρώπους μαθαίνοντας πολλά καθημερινά.
 
 
 
Οι φωτογραφίες σου συχνά αποπνέουν μια «φθινοπωρινή», μελαγχολική αίσθηση. Αν ήταν μουσική, ποιο μουσικό είδος θα ήταν πιο κοντά στην ουσία τους;
 
Η τζαζ, πάντοτε η τζαζ- πράγματι.
 
Έχεις να παρουσιάσεις καινούρια δουλειά καιρό. Δουλεύεις αυτό το διάστημα πάνω σε κάτι;
 
Πάντοτε «δουλεύω» πάνω σε καινούρια projects. Πάντοτε. Το πιο σημαντικό είναι, όντως, ο «δρόμος». Αλλά, πέρα από το να αναζητώ αδιάκοπα «τη» φωτογραφία, ασχολούμαι με ορισμένα κοινωνικά εγχειρήματα σε δύσκολες περιοχές της Λισαβόνας. Πάντοτε προσπαθώ να βρίσκομαι κοντά σε ανθρώπους που είναι αυθεντικοί, κι εξακολουθώ να μαθαίνω πολλά από τον κοινό πολίτη στο δρόμο. Αυτό είναι ένα συνεχιζόμενο εγχείρημα και διαρκώς έχει μια κοινωνιολογική διάσταση που μου αρέσει. Όπως πιθανότατα ξέρεις, είχα προσκληθεί στο Μακάο, για να καταγράψω τη ζωή στο δρόμο αυτής της κινέζικης πόλης. Ήταν υπέροχα και μου άρεσε πολύ.
 
Δείγματα της πολύπλευρης φωτογραφικής δουλειάς του Rui Palha μπορείτε να αναζητήσετε στο site του http://www.ruipalha.com/ .
 
 
 

 
 
 

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Απόλλων Κουσκουμβεκάκης: «Θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο της μουσικής δράσης»



Ήμουν δεν ήμουν 16 χρονών, όταν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ανακάλυψα στις προθήκες κεντρικού αθηναϊκού δισκοπωλείου ένα δίσκο που στα άμαθα αυτιά μου ακουγόταν εξωτικός- το δε ονοματεπώνυμο του μουσικού ακόμα πιο εξωτικό. Επρόκειτο για τις Παραλλαγές Lully Lulla/ Σπουδές Ύφους, ένα δίσκο με συνθέσεις κλασικής κιθάρας, παιγμένες από τον Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη. Με τα χρόνια έχασα τα ίχνη του, μέχρι που, πριν από μερικές βδομάδες, ανακάλυψα τυχαία την πιο πρόσφατη δουλειά του, ως συνθέτη αυτή τη φορά, το CD Ο Νοέμβρης των ματιών της, μια «φρέσκια» ματιά στη χατζιδακική παράδοση, συνοδευόμενη από τις εξαιρετικές φωνές της Ειρήνης Τουμπάκη και της Κλεονίκης Δεμίρη. Άνθρωπος ανεπιτήδευτος και φιλικός, ο Απόλλων Κουσκουμβεκάκης σε κερδίζει από την πρώτη κουβέντα. Κι ανταλλάξαμε πολλές, εκείνο το μεσημέρι στα Εξάρχεια.


Τι σηματοδοτεί για σένα ο Νοέμβρης ως εποχή, ως αίσθηση;

Το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή. Από μικρός, νιώθω ότι έχω μέσα μου μια δημιουργική μελαγχολία, όχι αυτή που σε ρίχνει στα πατώματα. Υπάρχει μια πολύ ωραία ελληνική λέξη που την περιγράφει: χαρμολύπη. Αυτό το συναίσθημα «ξυπνάει» μέσα μου κάθε φθινόπωρο κι ευτυχώς, μέχρι τώρα, εκφράζεται δημιουργικά, όποιον κάθε φορά επιλέγω ως τομέα δημιουργίας.

Αυτή τη φορά ήταν η σύνθεση.

Μου πήρε 50 χρόνια, αλλά το αποφάσισα! Είναι το μοναδικό «μετερίζι» της μουσικής, με το οποίο δεν είχα ξαναασχοληθεί. Έχω ασχοληθεί από οποιαδήποτε άλλη πλευρά μπορείς να φανταστείς.

Ας μιλήσουμε για αυτές τις πλευρές, λοιπόν.

Ξεκίνησα, πιτσιρικάς, στο Ωδείο κλασική κιθάρα. Στα 3 χρόνια την παράτησα, δε μου έκανε. Έπαιζα ηλεκτρική κιθάρα σε συγκροτήματα ροκ επαγγελματικά, βιοποριζόμουν από το ροκ. Έπαιζα κάθε βράδυ στο «Tiffanys» στην Πλάκα. Είσαι πολύ μικρός για να το θυμάσαι. Μετά μεγάλωσα λίγο, «σοβαρεύτηκα», αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου στην κλασική κιθάρα, μεγάλος έρωτας, τις τελείωσα, δισκογραφία στην κλασική κιθάρα ως σολίστ, συναυλίες από δω κι από κει, το βαρέθηκα, μοναξιά μεγάλη. Ασχολήθηκα με τη μουσική δωματίου, κάναμε ένα τρίο, γυρίσαμε το μισό κόσμο, το βαρέθηκα! Έπειτα, άρχισα να ανοίγω άλλα «παράθυρα», τελειώνοντας τα θεωρητικά μου, χρειάζονται 11-12 χρόνια για αυτό το σκοπό. Όλα αυτά με οδήγησαν σε άλλες μουσικές ατραπούς: άρχισα να αναλαμβάνω την ενορχήστρωση προγραμμάτων με θεματολογία γύρω από το καλό ελληνικό τραγούδι.

Πώς ορίζεις το «καλό» ελληνικό τραγούδι;

Λατρεύω τους Έλληνες συνθέτες του λεγόμενου «ελαφρού» τραγουδιού, τον Αττίκ, τον Χαιρόπουλο, τον Γιαννίδη, τον Σουγιούλ, τον Μωράκη- κατάλαβες. Αυτοί φέρουν το στίγμα του «ελαφρού» τραγουδιού- αδίκως, κατά τη γνώμη μου, γιατί πρόκειται για μεγάλους συνθέτες, με βαθιά γνώση της μουσικής. Μετά έχω ενορχηστρώσει θεματολογίες του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Λοΐζου. Επί χρόνια έπαιρνα παραγγελίες από το θέατρο «Badminton».

Και φτάνουμε στο συγκεκριμένο CD

Η διαδικασία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2013. Επέλεξα να κυκλοφορήσει τέτοια εποχή, ώστε να υπάρχει μια συνάφεια με τον τίτλο και το «φθινοπωρινό» ύφος της μουσικής. Υπάρχει στο «Νοέμβρη» μια μελαγχολία που σου δημιουργεί ανάταση, θέλω να πιστεύω. Πέρσι το φθινόπωρο, λοιπόν, όντας σε μια περίοδο χωρίς πολλή δουλειά, πέρα από τη διδασκαλία που είναι πάγια, είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με δικά μου πράγματα που τα είχα μέσα μου, ιδέες μουσικές, απλώς έπρεπε να βρεθούν το timing κι η διάθεση να ξεκαθαρίσω σε ποιο βαθμό αυτά τα πράγματα είναι όντως δικά μου, όχι μια κόπια, μια βελτιωμένη παραλλαγή όσων αγάπησα.

Έχω την αίσθηση ότι έχεις αγαπήσει τις μελωδίες του Χατζιδάκι.

Κι όχι μόνο του Χατζιδάκι. Των μεγάλων Ιταλών του κινηματογράφου: του Νίνο Ρότα, του Νικόλα Πιοβάνι, του Ένιο Μορικόνε. Μπορείς να μου ζητήσεις κατά παραγγελία ένα τραγούδι στο ύφος του Χατζιδάκι- μπορώ να στο έχω αύριο έτοιμο. Γράψε μου κάτι που να είναι στο ύφος του Απόλλωνα- αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Στην τέχνη πιστεύω στη δύναμη της πρώτης ανάγνωσης, της πρώτης ακρόασης, δε χρειάζεσαι πολλαπλές ακροάσεις ενός τραγουδιού για να σε «πιάσει». Το ζήτημα είναι να σου αρέσει και να μπορείς να το τραγουδήσεις. Αυτό που κυριαρχεί συνειδητά στο «Νοέμβρη» είναι η μελωδία. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις νεορομαντική μουσική, όπως ορίζω τη μουσική μου, παρόλο που δε μου αρέσουν οι ετικέτες. Με ενδιαφέρει η μελωδία να μην είναι ελιτίστικη, ούτε και «φτηνή». Είναι η ισορροπία του τρόμου, όπως την αποκαλώ. Δεν είναι καθόλου εύκολη. Το ζητούμενο είναι να απευθύνομαι στον μέσο ευαίσθητο ακροατή που μπορεί να εκτιμήσει κάτι όμορφο, αυτό είναι το κοινό που με ενδιαφέρει- ούτε ο μουσικολόγος, ούτε ο μυημένος, ούτε ο μουσικός. Αν o ακροατής εντάξει τη δικιά μου μουσική σε αυτό που θεωρεί όμορφο, θα είμαι ευτυχής!

Κι έχουμε και τις γυναικείες φωνές, βέβαια!

Συνεργαστήκαμε μια παρέα αγαπημένων ανθρώπων. Οτιδήποτε έχει μια αξία, το φτιάχνουν οι παρέες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια παρέα από όμορφες γυναίκες. Είναι κουκλάρες όλες, το μόνο πρόβλημα είναι ότι μια από αυτές είναι γυναίκα μου, η Μαρία η Σπυράτου, η οποία παίζει πιάνο, ο ογκόλιθος της ορχήστρας.  Η Αναστασία η Μητσοπούλου, που έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια, η Κλεονίκη Δεμίρη κι η Ειρήνη Τουμπάκη. Σε τρία τους στίχους τους έγραψα κατ’ ανάγκην εγώ, δε θα το ξανακάνω, σε ένα η Κλεονίκη και σε ένα η Μαρία.

Πώς έγινε η γνωριμία, τις διάλεξες;

Τις διάλεξα. Η Αναστασία η Μητσοπούλου είναι δικηγόρος στο επάγγελμα, είναι και ποιήτρια. Βέβαια βιοπορίζεται από τη δικηγορία. Είναι η πρώτη στην οποία απευθύνθηκα, όταν ολοκλήρωσα το μουσικό μέρος. Η μουσική προϋπήρξε του στίχου, δε μελοποίησα ποιήματα, δυνάμει στιχουργήματα, κι αυτό ανέβασε πάρα πολύ τον πήχη της δυσκολίας.

Οι δυο φωνές, πάντως, κακώς ίσως δεν τις είχα υπόψη μου, είναι πολύ ξεχωριστές κι από διαφορετικές αφετηρίες, όπως διαβάζω και στο ένθετο που συνοδεύει το CD.

Είναι μεσόφωνοι, είναι οι γυναικείες φωνές που κινούνται στις μεσαίες περιοχές, ούτε πολύ υψηλές που είναι οι υψίφωνοι, ούτε οι πολύ χαμηλές, που είναι οι alto φωνές. Είναι, όμως, τελείως διαφορετικές μεταξύ τους κι αυτό το contrast ανάμεσά τους ήταν το κριτήριο που με έκανε να τις επιλέξω. Η Κλεονίκη είναι μια λυρική mezzo soprano, η τεχνική της χρησιμοποιείται στην όπερα. Αντίθετα, η Ειρήνη είναι μια λαϊκή μεσόφωνος, έχει την τεχνική των λαϊκών τραγουδιστών, πολύ «ζεστή» φωνή. Αυτό το contrast, σε μένα τουλάχιστον, φαντάζει πολύ γοητευτικό.

Και το εικαστικό κομμάτι, το artwork, επίσης «δένει». Δίνεται η εντύπωση μιας ενότητας.

Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Δε θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα με κάλυπτε αισθητικά με ένα φτηνιάρικο εξώφυλλο. Δε θα ήμουν ικανοποιημένος.

Κι έγινε επί τούτου.

Είναι εποχές που κανείς δεν κάνει πράγματα για σένα. Όλα έχουν περάσει από το χέρι μου. Συνεργάστηκα με ανθρώπους, βέβαια. Οι πίνακες είναι της εξαιρετικής ζωγράφου Ζάννας Αρτέμη. Δεν υπήρχε κανείς που να τα κάνει για μένα, όμως, δεν υπάρχει πλέον αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν «παραγωγός». Στις μέρες μας πρέπει να είσαι και παραγωγός, και μάνατζερ του εαυτού σου.



Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομικο-κοινωνική συνθήκη, φαντάζομαι.

Όχι, αλλά η κατάσταση έχει φτάσει στα άκρα. Έχει εκλείψει η ειδικότητα του παραγωγού. Να πουλήσει τι; Ένα CD που θα πουλήσει 30 κομμάτια; Όχι επειδή είναι το δικό μου, αλλά και δουλειές εμπορικών ονομάτων. Ο καθένας μπορεί να το «κατεβάσει» από το διαδίκτυο. Γιατί να το αγοράσει; Πρέπει να είναι πολύ μερακλής ο ακροατής. Επειδή έκανα έρευνα πριν καταλήξω στο «Μετρονόμο» του φίλου Θανάση Συλιβού, είναι εξαιρετικά σπάνιο αυτή τη στιγμή να βρεις εταιρεία που να σου χρηματοδοτήσει μια παραγωγή. Στη δικιά μου περίπτωση δεν είναι κακό. Με τις επαφές που έχω θα μπορούσα να βρω μια εταιρεία, αλλά δεν το επέλεξα, ήθελα να έχω την ιδιοκτησία του project, που είναι πολύ ακριβό, μόνο η ορχήστρα περιλαμβάνει 25 άτομα! Επέλεξα, λοιπόν, να επωμιστώ το δυσβάστακτο κόστος.

Έχοντας ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραγωγής και ξεκινήσει η κυκλοφορία της δουλειάς, αυτοί οι «μελαγχολικοί δαίμονες», στους οποίους αναφέρεσαι στο ένθετο του CD, κατευνάστηκαν κάπως;

Θέλω να πιστεύω ότι είναι η πρώτη, αλλά όχι η τελευταία, δουλειά που θα κάνω ως πρωτογενής δημιουργός, συνεχίζω να γράφω πράγματα. Στις 15 Δεκεμβρίου θα παίξουμε ζωντανά τα 7 τραγούδια του CD στον «Ιανό» με ένα μικρό τρίο, όμως, καθώς κι άλλα 7 καινούρια ακυκλοφόρητα, σε πρώτη εκτέλεση. Όσο για τους «δαίμονες» κατευνάστηκαν κάπως, αλλά απαιτούν κι άλλη «τροφή».

«Μαγιά» μιας επόμενης δουλειάς αυτά τα τραγούδια;

Προφανώς, αλλά δεν έχω ιδέα αν και πότε αυτή θα βγει. Πιστεύω, όμως, ότι θα βγει, γιατί θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο της μουσικής δράσης, δεν είμαι ένας «γραφιάς» της μουσικής. Τίποτα δε μένει στο συρτάρι μου. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που λένε πως φταίει η κοινωνία που δεν τους ανακάλυψε. Δεν περιμένω να με ανακαλύψει κανείς.

Είναι ορχηστρικά, έχουν στίχο;

Είναι συνδυασμός, δε μου αρέσει να κάνω τα ίδια πράγματα. Φτιάχνω ένα κύκλο λαϊκών τραγουδιών, με λαϊκή ορχήστρα. Τώρα θα τα τραγουδήσει η Ειρήνη, και στο «Χαμάμ», όπου έχουμε παραστάσεις μέσα στο Δεκέμβρη.

Μια κάπως ειδικότερη ερώτηση, σχετική με τη μουσική παιδεία στην Ελλάδα. Πώς εκτιμάς το επίπεδο, στο οποίο βρίσκεται;

Έχω περάσει από όλες τις βαθμίδες της μουσικής εκπαίδευσης. Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στον τρόπο που διδάσκονται τα πάντα, κι ειδικά τα θεωρητικά, στην Ελλάδα, μια αναντιστοιχία ανάμεσα στους κανόνες, τους οποίους μαθαίνεις να εφαρμόζεις, και την πραγματική μουσική. Πρώτος την εντόπισε ο Αμάραντος ο Αμαραντίδης, ένας φίλος συνθέτης, με τον οποίο έκανα το 1991 το δίσκο «Παραλλαγές Lully Lulla» και «Σπουδές Ύφους». Αυτός πρώτος είχε καταγράψει αυτή την ανισορροπία, ότι, δηλαδή, η παιδεία, με τον τρόπο που είναι προγραμματισμένη στην Ελλάδα, είναι προορισμένη να «βγάζει» καθηγητές μουσικής, κι όχι μουσικούς. Το μόνο που έχεις μάθει είναι να διδάξεις, μέσα από μια σειρά στείρων κανόνων, οι οποίοι αυτούσιοι ποτέ δε διδάχτηκαν στην ιστορία της μουσικής, πρόκειται για ένα «αχταρμά». Βγαίνοντας, έπειτα, οι δυνάμει μουσικοί στην αγορά, είναι σαν τα ψάρια έξω από τη γυάλα. Προσωπικά, μου αρέσει η ζωντανή μουσική, που «αναπνέει», που έχει το κοινό της- είτε αυτό είναι 2, ή 2.000 άνθρωποι.

Μακάρι, από καρδιάς, κι η συγκεκριμένη δουλειά να ταξιδέψει όσο περισσότερο μπορεί!

Ευχαριστώ πολύ! Είναι, πάντως, πολύ δύσκολος ο τρόπος που θα φτάσει στον ακροατή. Το βλέπω τώρα, στην πράξη, Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ακουστεί από το κοινό της, αυτούς που ενδεχομένως να αφορά αισθητικά. Το θέμα είναι να την ακούσουν για πρώτη φορά. Αν την ακούσουν, θα την αναζητήσουν.

Ευχαριστώ θερμά τον Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη για την απολαυστική συνομιλία και τον Θανάση Συλιβό, «ψυχή» του «Μετρονόμου», για τη βοήθεια στην πραγματοποίησή της.

Μια ζωντανή «γεύση» του Νοέμβρη των ματιών της μπορείτε να πάρετε στις 15 Δεκεμβρίου στον «Ιανό», όπου θα παρουσιαστούν 7 από τα τραγούδια του CD, καθώς κι άλλα τόσα ακυκλοφόρητα.