Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Άκι Καουρισμάκι: «Οι “αποτυχημένοι” είναι το αλάτι της γης»



Συζητώντας για κινηματογράφο και πολιτική με τον σπουδαίο, κι ιδιαίτερα αγαπητό στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό, Φινλανδό σκηνοθέτη Άκι Καουρισμάκι.

Σε όλες σας τις ταινίες εκφράζετε μια βαθιά τρυφερότητα απέναντι στους μη προνομιούχους, τους κακοπαθημένους, τους περιθωριοποιημένους. Κατά ποια έννοια και σε ποιο βαθμό ταυτίζεστε με τους ήρωές σας; 

Όλοι μου οι «ήρωες» είναι, κατά κάποιο τρόπο, τα alter ego μου, διαφορετικά δε θα μπορούσα να δημιουργήσω και να σκηνοθετήσω τους χαρακτήρες. Αλλά το κομμάτι αυτό δεν είναι ενδιαφέρον, είναι απλώς πρακτικό.

Οι «αποτυχημένοι» είναι το αλάτι της γης κι υπήρξαν σε όλες τις κοινωνίες ξεκινώντας από την αρχαία Ελλάδα, όπου για μοναδική φορά στην ιστορία έτυχαν λίγου σεβασμού. Προφανώς, για να επιβιώσουν, ποτέ δεν έκαναν πολύ θόρυβο γύρω από τον εαυτό τους. 

Η οπτική διάσταση των ταινιών σας είναι, πιθανόν, η βασική: οι εκφράσεις του προσώπου, οι χειρονομίες, οι σιωπές διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο. Συμφωνείτε;

Ναι, συμφωνώ. Για μένα ο «κινηματογράφος» συμβαίνει ανάμεσα στο φακό της κάμερας και τα μάτια του ηθοποιού. Μου αρέσουν οι διάλογοι, και κάποτε έχει πλάκα να τους γράφεις, αλλά ο κινηματογράφος βασίζεται στο φως.

Στην πιο πρόσφατη ταινία σας, Tο λιμάνι της Χάβρης (2011), που θυμίζει παραμύθι, ο βασικός πρωταγωνιστής, ο ηλικιωμένος λούστρος Μαρσέλ Μαρξ, γίνεται φίλος και φιλοξενεί τον Ιντρίσσα, ένα παιδί-πρόσφυγα από τη Σενεγάλη. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για τη δουλειά σας και γιατί επιλέξατε να τη γυρίσετε στο λιμάνι της Χάβρης; 

Το αγόρι στην πραγματικότητα κατάγεται από το Τσαντ, αλλά αυτό δεν αναφέρεται ποτέ στην ταινία για τον προφανή λόγο ότι θα πρέπει κατά κάποιο τρόπο να αντιπροσωπεύει όλα τα παιδιά-πρόσφυγες. Κατά τον ίδιο τρόπο, η «Χάβρη» της ταινίας θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, ακόμη κι αν το μεταναστευτικό πρόβλημα έχει ριχτεί κυρίως στους ώμους της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, χάρις στην ηλίθια «Συμφωνία του Δουβλίνου». 

Προσωπικά, έκανα τα γυρίσματα στην πόλη της Χάβρης, γιατί «ήταν εκεί» κι ήταν τέλεια για τη βόρεια λογική μου, την οποία δεν έχω αποβάλει, παρότι ζω στην Πορτογαλία τα τελευταία 25 χρόνια. Η αλληλεγγύη της πόλης είναι, εν μέρει, αντανάκλαση του προπολεμικού γαλλικού νεορεαλισμού στον κινηματογράφο, αλλά, επίσης, και μια πιθανή πραγματικότητα σε μια οποιαδήποτε κοινωνία του μετά-παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. 

Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι εμφανής σε όλη την Ευρώπη- κι όχι μόνο σε ό,τι αφορά το κοινοβουλευτικό της ποσοστό. Ποια είναι η γνώμη σας για το κόμμα των «Αληθινών Φινλανδών»; Νομίζετε ότι η φινλανδική κοινωνία σταδιακά γίνεται ξενοφοβική;

Ο παιδιάστικος πανικός για μια χούφτα πρόσφυγες στη Φινλανδία θα ήταν αποκλειστικά γελοίος, αν δεν αντανακλούσε την άνοδο ρατσιστικών πολιτικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη. Η ανασφάλεια των ανθρώπων για τη ζωή και το μέλλον τους χρησιμοποιείται από εκείνη την απρόσωπη εξουσία που τη δημιούργησε. Μια εξουσία που δε διδάχτηκε τίποτε από τη συνεργασία της με τον Χίτλερ στο παρελθόν. 

Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας πολιτικά;
Είμαι «ενός είδους σοσιαλιστής», που σημαίνει ότι πιστεύω στη δικαιοσύνη μέσα κι έξω από την κοινωνία. 

Κριτικά καταξιωμένος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ιδρυτής εταιρείας παραγωγής και διανομής ταινιών… Ξεκουράζεστε ποτέ;

Ξεχνάς τα εστιατόριά μου, τους κινηματογράφους και τα φεστιβάλ κινηματογράφου. Σοβαρά τώρα, συνήθιζα να γυρνώ τρεις ταινίες το χρόνο και τώρα κάνω μία κάθε τρία χρόνια, που σημαίνει ότι είμαι σχεδόν πιο αργός από τον Jim Jarmusch- κι αυτό σημαίνει αργός.

Παρακολουθείτε ταινίες στον ελεύθερο χρόνο σας; Υπάρχουν κάποιοι σύγχρονοι σκηνοθέτες ή/και κινηματογραφικές σχολές, των οποίων τη δουλειά εκτιμάτε; 

Παρακολουθώ ταινίες προς τα πίσω στην ιστορία. Τώρα έχω φτάσει περίπου στον πρώιμο Buster Keaton και τον D.W. Griffith. Είναι απόλαυση. Οι σύγχρονες ταινίες πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι μόνο αυτό. 

Η Ελλάδα, ανάμεσα σε άλλες χώρες παγκοσμίως, υποφέρει από μέτρα λιτότητας που έχει εμπνευστεί κι επιβάλει το Δ.Ν.Τ. (κι όχι μόνο) κι υλοποιούν διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις. Νομίζετε ότι βιώνουμε μια βαθειά συστημική κρίση; Κι αν ναι, ποια πιστεύετε ότι είναι η κατάλληλη διέξοδος από αυτή; 

Η κρίση της λεγόμενης Ευρω-ζώνης είναι απλώς αντανάκλαση της βασικής κι εγγενούς δυσλειτουργίας του καπιταλισμού των ημερών μας: η μόνη γιατρειά που προσφέρει στα προβλήματα που έχει δημιουργήσει είναι η απεριόριστη ανάπτυξη κι ο ελάχιστος έλεγχος από οποιοδήποτε δημοκρατικό σώμα. Η απληστία αυτής της «μηχανής του διαβόλου» πολύ σύντομα θα καταστρέψει τον πλανήτη έτσι όπως έχουμε μάθει να τον αντιλαμβανόμαστε. 

Η μόνη διέξοδος είναι να φύγουν οι κοινωνίες κι οι κυβερνήσεις από τον έλεγχο των κοινοπραξιών. Σε ό,τι αφορά τις κυβερνήσεις, αυτό συνήθως σημαίνει την αλλαγή τους, γεγονός που δε βοηθά, εκτός κι αν εισέλθουν στην πολιτική τίμιοι άνθρωποι ξανά. Το πρώτο μέλημα είναι να τεθεί σε εφαρμογή ο «φόρος Τόμπιν» (σημ.: φόρος στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές που είχε προτείνει ο νομπελίστας Αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Τόμπιν το 1972), αλλά σε ποσοστό τουλάχιστον 5%. 

Έχετε ένα μικρό, αλλά αφοσιωμένο, κοινό στην Ελλάδα. Πόσο εξοικειωμένος είστε με τον ελληνικό κινηματογράφο τόσο του παρελθόντος, όσο και του παρόντος; 

Όχι αρκετά, και κυρίως όχι με την ιστορία του πριν τη δεκαετία του ‘60.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Signe Baumane: «Δεν κάνω ταινίες, αντί να πηγαίνω για ψυχοθεραπεία»



Ως επί το πλείστον αυτοβιογραφικό, το μεγάλο μήκους animation ντεμπούτο της Λετονο-αμερικανής σκηνοθέτριας Signe Baumane Rocks in my pockets (Πέτρες στις τσέπες μου) είναι μια εξαιρετικά ευρηματική, και φαινομενικά ανάλαφρη, «κατάδυση» στην κατάθλιψη και στη μάχη εναντίον της. Συναντηθήκαμε με την σκηνοθέτρια στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβυ Βάρυ, τρεις μέρες μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας της, η οποία απέσπασε δύο βραβεία. Το Rocks in my pockets κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα του στο 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» την Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου.

Ποια ήταν η ανάγκη που σε ώθησε να αφηγηθείς όχι μια οποιαδήποτε ιστορία, αλλά τη δική σου ιστορία, την ιστορία της ευρύτερης οικογένειάς σου;

Έχω γυρίσει 15 ταινίες μικρού μήκους και πολλές από αυτές περιστρέφονται γύρω από το σεξ. Σκέφτομαι πολύ το σεξ. Πιθανόν κάθε εννιά δευτερόλεπτα σκέφτομαι για το σεξ: όχι ενεργητικά, αλλά το νιώθω, το θέλω, το έχω. Καθετί είναι σεξουαλικό για μένα. Έτσι είμαι πλασμένη, δεν ξέρω γιατί. Ήθελα, όμως, να γυρίσω μια μεγάλου μήκους ταινία και σκέφτηκα ότι υπάρχει κι αυτή η άλλη πλευρά μου, για την οποία σκέφτομαι κάθε 14 δευτερόλεπτα, να εξαλείψω τον εαυτό μου. Είναι δύσκολο να σκέφτεσαι για το σεξ και το θάνατο την ίδια στιγμή. Γιατί ο θάνατος είναι παρών, μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, δε μου αρέσει.

Αποφάσισα, λοιπόν, να γυρίσω μια κωμωδία για όλα αυτά. Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο, «100 τρόποι να μην αυτοκτονήσω». Η αυτοκτονία είναι μια εγωιστική πράξη. Όσοι τη διαπράττουν δεν αναλογίζονται τις επιπτώσεις της στους άλλους. Αποπειράθηκα να αυτοκτονήσω στα 18 μου κι όταν το αναλογίζομαι συνειδητοποιώ πως ήταν η πιο εγωιστική πράξη. Ούτε καν είχα αφήσει σημείωμα στους γονείς μου. Αυτή η απόπειρα με δίδαξε ότι η επιθυμία μου να ζήσω ήταν ισχυρότερη από την επιθυμία μου να πεθάνω- προς το παρόν! Κατά τη διαδικασία συγγραφής του σεναρίου «βυθίστηκα», λοιπόν, στην ιστορία της οικογένειάς μου, για την οποία ήξερα αρκετά, και το γεγονός αυτό ήγειρε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η κατάθλιψη είναι κληρονομική κι έπειτα εγκλωβίζεσαι σε αυτήν. Δεν υπάρχει μία απάντηση, κι εγώ δε δίνω απαντήσεις, απλώς θέτω ερωτήματα. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν το να γράψω για το πώς νιώθω, όταν βιώνω την κατάθλιψη.

Ο φαινομενικά ανάλαφρος τρόπος, με τον οποίο χειρίζεσαι το θέμα σου, κι η επιλογή του να το γυρίσεις ως animation σχετίζεται με την προϋπάρχουσα εμπειρία σου σε αυτό τον τομέα;

Αυτός προέρχεται από το ποια είμαι κι από τη φωνή μου ως καλλιτέχνη. Όταν πρωτοέμαθα να διαβάζω στα εφτά μου, αποφάσισα να γίνω συγγραφέας, γιατί ο συγγραφέας εκείνου του βιβλίου που διάβασα εισχώρησε στο μυαλό μου κι ήθελα να εισχωρήσω στο μυαλό άλλων ανθρώπων με τον ίδιο τρόπο. Αυτή η επιθυμία κράτησε πολλά χρόνια. Έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα στα οχτώ. Όταν ήμουν 14 δημοσιεύτηκε η πρώτη ιστορία μου, κι αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η φωνή μου είναι η οπτική μου γωνία, να αφηγούμαι, δηλαδή, ιστορίες που αντλώ από την εμπειρία μου.

Τώρα που η ταινία ολοκληρώθηκε κι έχει αρχίσει να προβάλλεται, πώς αισθάνεσαι; Ικανοποιημένη, ανακουφισμένη, κάτι άλλο; Γιατί γυρίζεις ταινίες;

Νιώθω κατάθλιψη. Ήταν μια διαδικασία που κράτησε τέσσερα χρόνια κι ήταν γεμάτη κόπο, άγχος, αμφιβολία. Πριν έρθω στο Κάρλοβυ Βάρυ, βρισκόμουν στη Λετονία, όπου ντουμπλάραμε την ταινία στα λετονικά. Κι έπειτα έρχεται η πρεμιέρα που υποτίθεται ότι είναι η κορυφαία στιγμή κι είχα τόση θλίψη μέσα μου, αισθανόμουν σύγχυση, δεν ήμουν ευτυχισμένη. Αν είχε συμβεί πριν από ένα χρόνο, ίσως να βρισκόμουν σε κατάσταση ντελίριου, τώρα όμως νιώθω σαν μαραθωνοδρόμος που φτάνει στο τέρμα κι αποδεικνύεται ότι χρειάζεται να τρέξει 100 ακόμη μέτρα. Κι έπειτα είναι οι αμφιβολίες κι η υπερευαισθησία, όταν βλέπω θεατές να αποχωρούν από την αίθουσα… Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν κάνω ταινίες αντί να πηγαίνω για ψυχοθεραπεία. Για μένα το πιο σημαντικό είναι να εμπλέκω τους ανθρώπους, να τους κάνω να σκέφτονται, να προκαλώ. Δεν είμαι ψυχοθεραπεύτρια- αν θες να μου πεις την ιστορία σου για να αισθανθείς καλύτερα, πρέπει να με πληρώσεις! Πιστεύω στη δραματοποίηση, κάθε σκηνή πρέπει να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Η αλήθεια βρίσκεται στην ιστορία, όχι στα γεγονότα.

Από τη μέχρι τώρα αλληλεπίδρασή σου με το κοινό, νομίζεις ότι η ταινία σου έχει καταφέρει να αγγίξει κάποιες «χορδές»;

Δεν ξέρω, ο καθένας τη βλέπει διαφορετικά. Κάποια σχόλια με εκπλήσσουν, ότι πρόκειται για φεμινιστική ταινία. Πολλοί μου είπαν πως συγκινήθηκαν, αλλά δεν είχα την ευκαιρία να συζητήσω μαζί τους άμεσα  Όταν μια πρώτη εκδοχή της είχε προβληθεί δοκιμαστικά πέρυσι στην Πράγα, μια γυναίκα μου είπε δακρυσμένη, μετά το τέλος της, ότι «αυτή είναι η ιστορία μου, αυτό ακριβώς μου συνέβη».

Τι σου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά στη ζωή;

Η χαρά είναι κάτι φευγαλέο, είναι η απόλαυση, η αίσθηση ότι «περνάω καλά». Η ευτυχία είναι μια κατάσταση του μυαλού που κατακτάται. Την ευτυχία την κερδίζεις, δεν μπορείς να ξυπνήσεις και να αισθανθείς ευτυχισμένος για πέντε λεπτά. Ακόμη και στις πιο μίζερες στιγμές μου νιώθω χαρά, όταν μιλάω στους ανθρώπους, αλλά απολαμβάνω το να βρίσκομαι και μόνη μου- η επικοινωνία με τους ανθρώπους απαιτεί προσπάθεια.

Από την άλλη, τι σε φοβίζει περισσότερο;

Ο φόβος της αποτυχίας. Όλοι διδασκόμαστε να μη φοβόμαστε να αποτύχουμε, αλλά, όποτε ξεκινώ κάτι καινούριο, το κάνω σαν να μην ένιωθα αυτό το φόβο. Φοβάμαι, όμως! Φοβόμουν ότι οι θεατές στην πρεμιέρα της ταινίας μου θα άρχιζαν να με γιουχάρουν μετά από 15 λεπτά και θα έφευγαν μαζικά, κι αυτό θα αποτελούσε το μέτρο της αποτυχίας μου.

Δε σε προβλημάτισε που εξέθεσες τόσα πολλά από τον εσώτερο εαυτό σου, τι αντίδραση θα προκαλούσε το γεγονός αυτό;

Τι, δηλαδή, ότι οι θεατές θα με κρίνουν;  Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν θα ήταν ότι είμαι μια γαμημένη ψυχοπαθής, ένας διανοητικά διαταραγμένος άνθρωπος. Πώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να με πληγώσει; Ασφαλώς κι είμαι διανοητικά άρρωστη! Έκανα την ταινία μου «Love Story» το 1998 κι ήταν σεξουαλικού περιεχομένου, ήταν συμβολική, είχε μεταφορικό χαρακτήρα και προσκλήθηκε να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Γκέτεμποργκ. Φοβόμουν ότι μπορεί ως νέα γυναίκα να βρεθώ σε πολύ ευάλωτη θέση, επειδή αποκάλυπτα τις σεξουαλικές μου ορμές. Φοβόμουν, λοιπόν, πως θα θεωρούσαν ότι είμαι κάτι που δεν είμαι. Προς ευχάριστη έκπληξή μου, δεν υπέθεσαν κάτι για μένα, δεν προσπάθησαν να με βιάσουν ή να μου βάλουν χέρι. Κάποιοι μου είπαν ότι η ταινία ήταν αρρωστημένη ή περίεργη. Το να κάνεις ταινίες είναι σαν ένα σκοτεινό δωμάτιο. Έχεις ποτέ φτάσει σε ένα σπίτι νύχτα, με σκοτάδι, όπου, αφού έχεις περάσει πολλά δωμάτια και διαδρόμους, ανάβεις το γενικό και συνειδητοποιείς πως δεν υπήρχε λόγος να φοβάσαι; Έτσι είναι για μένα οι ταινίες. Όταν τις ξεκινώ, δεν ξέρω τι κάνω. Και κάτι άλλο σχετικά με μένα: δεν έχω καθόλου καλή μνήμη, έτσι ξεχνάω τα βάσανα πολύ γρήγορα.

Μιλώντας για καινούρια πρότζεκτ, υπάρχει κάτι στον ορίζοντα;

Όχι, ήμουν τόσο απασχολημένη κι αυτό το μήνα βγαίνει η ταινία σε περιορισμένη διανομή στις Η.Π.Α. Δεν κλωτσάς το παιδί σου στο δρόμο μόνο του, πηγαίνεις μαζί του! Έχω, όμως, 4-5 ιδέες κι ένα σενάριο, αλλά θα πρέπει να αποφασίσω με ποια από αυτές θέλω να συμβιώσω τα επόμενα τέσσερα χρόνια, καθώς επίσης και για ποια ιδέα θα μπορούσα να συγκεντρώσω πόρους για την υλοποίησή της.

Περισσότερα για την Signe Baumane και τη δουλειά της μπορείτε να αναζητήσετε στο προσωπικό της site  http://www.signebaumane.com/ και στο επίσημο site του Rocks in my pockets  http://www.rocksinmypocketsmovie.com/  .

Το Rocks in my pockets (Πέτρες στις τσέπες μου) προβάλλεται στα πλαίσια του 20ού Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» την Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου στoν κινηματογράφο Όπερα 1, 17:30.