Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Κορνήλιος: «Δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος»



Ισορροπώντας δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και το σινεμά βεριτέ, η Μητριαρχία, η νέα ταινία του Νίκου Κορνήλιου, αποτελεί ένα πείραμα πρωτόγνωρο για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα. Γυρισμένη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χωρίς καθόλου χρήματα, η ταινία αφηγείται την ιστορία 60 γυναικών διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και κοινωνικής προέλευσης, οι οποίες καταλαμβάνουν μια παλιά αποθήκη κάπου στην Αθήνα, προκειμένου να τη μετατρέψουν σε καταφύγιο για γυναίκες άστεγες, κακοποιημένες και κατατρεγμένες. Εκεί πραγματοποιούν τις συνελεύσεις τους, μοιράζονται τα βιώματά τους, συμφωνούν, διαφωνούν, διασκεδάζουν. Κι όταν απειλούνται με έξωση, προτάσσουν την αλληλεγγύη, προασπιζόμενες συλλογικά το χώρο τους. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο πλαίσιο των φετινών «Νυχτών Πρεμιέρας», η Μητριαρχία προβάλλεται και στο 55ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου, 17:00, αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη». Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη.


Πώς ξεκίνησε αυτή η «συλλογική περιπέτεια», όπως αποκαλέσατε τη Μητριαρχία κατά την πρεμιέρα της;

Ξεκίνησε με ένα e-mail, που έστειλα σε όλες αυτές τις φοβερές γυναίκες, με τις οποίες είχα μια προσωπική σχέση είτε από τα εργαστήριά μου, ή από προηγούμενες ταινίες μου. Τους λέω, λοιπόν, «έχω αυτή την τρελή ιδέα, αλλά δεν έχω χρήματα» και μου απάντησαν, η μία μετά την άλλη, με ενθουσιασμό «πάμε να το κάνουμε». Πήρα τα μέιλ εν είδει συμβολαίων και μπήκα σ’ αυτή την περιπέτεια. Από τη στιγμή που είχα την ιδέα μέχρι την υλοποίηση της ταινίας πέρασαν 4-5 μήνες με πρόβες. Υπάρχουν από πίσω σενάριο, ιστορία, χαρακτήρες, αλλά το σενάριο προέκυψε δια της προφορικής οδού.

Ένα σενάριο που συνυπογράφετε με την Ευγενία Παπαγεωργίου.

Ο πυρήνας της ιδέας είναι δεκαετιών. Από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο κόσμος είναι πολύ άδικος, αυτό με έκανε να αντιδρώ. Όταν, έπειτα, συνειδητοποίησα ως άτομο του άλλου φύλου πόσο ο επί χιλιετίες κυρίαρχος ανδρικός πολιτισμός, έχει καταπιέσει το άλλο φύλο, του έχουμε στερήσει τη δημόσια παρουσία σπρώχνοντάς το στον ιδιωτικό χώρο, πόσο δείραμε και βιάσαμε τις γυναίκες με ένα βάναυσο τρόπο, θέλησα να εξιλεωθώ και, παράλληλα, να εκφράσω την ελπίδα μου πως δεν μπορούν να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα, αν ο πολιτισμός μας δε γίνει πιο γυναικείος. Αυτή η ταινία είναι, λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο, μία πράξη εξιλέωσης, γι’ αυτό και την κάνω εγώ, ένας άντρας. Δύσκολα θα μπορούσε να κάνει μια γυναίκα μια τέτοια ταινία, γιατί ακριβώς, από τη στιγμή που η πατριαρχία είναι ακόμη κυρίαρχη, θα της την «έπεφταν», χαρακτηρίζοντάς την «υστερική φεμινίστρια». Εμένα δεν μπορούν να με αποκαλέσουν «υστερικό φεμινιστή», τη γλιτώνω λίγο. Μια γυναίκα θα ήταν πιο ευάλωτη απέναντι σ’ αυτό το σεξιστικό επιχείρημα.

Το δυστύχημα είναι ότι η ανδρική επικυριαρχία «απλώθηκε» και στις γυναίκες. Η συνειδητοποίηση του πού ανήκουμε κοινωνικά, τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, εργαζόμενος δεν είναι εύκολη και δεδομένη, άρα ούτε κι η συνείδηση του φύλου. Πολλές γυναίκες, υπό την επιρροή της πατριαρχικής ιδεολογίας, είναι αυτές που λένε «κι εμείς ίδιες ή χειρότερες είμαστε». Είναι ενοχικές, αναπαράγοντας τον ανδρικό λόγο. Κι όσες καταφέρουν να έχουν μια επιτυχημένη παρουσία, πρέπει να γίνουν πιο «άντρες» από τους άντρες, να είναι «Θάτσερ» και «Μέρκελ», γυναίκες, οι οποίες έχουν απεμπολήσει τη δικιά τους φωνή, που είναι ακόμη θαμμένη, για να επιβληθούν σ’ ένα κόσμο αντρικό. Όλη αυτή η λύσσα των πολέμων και των γενοκτονιών, από άντρες έχει γίνει, και μάλιστα από ισχυρούς άντρες που ξεχωρίζουν από τους άλλους. Ακόμα και στα σοσιαλιστικά κινήματα ή τον αναρχισμό, στη διαδρομή τους ή όταν υπερίσχυσαν, υπήρξε βία και θάνατος, αλλά, κι όταν δεν υπήρξαν, υφίστατο η καταπίεση της μεγάλης μορφής, του ηγέτη, όπως ο Γκάντι. Ακόμη κι οι μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν πατήσει επί πτωμάτων, για να αναρριχηθούν στην πνευματική εξουσία και να επιβληθούν. Θα μου πείτε, «κι εσείς τι κάνετε, ταινίες δε γυρίζετε;» Ζούμε μέσα στις αντιφάσεις μας.

Στο σενάριο, εκτός από την αρχική δικιά σας αγωνία, ιδέα, πρόθεση, συμμετείχαν, με τον όποιο τρόπο, κι οι ηθοποιοί;

Η συνεργασία με τις ηθοποιούς, επειδή βασιζόταν στο απόθεμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ξεκίνησε με πρόβες με την καθεμία ξεχωριστά, κάναμε 3-4 κύκλους ατομικών προβών. Με την καθεμία ξεχωριστά, προσπαθούσαμε να βρούμε ένα διακριτό κι ισχυρό στίγμα γυναικείας παρουσίας σ’ αυτή τη συνέλευση των γυναικών κι εκεί πρότεινα τη δική μου πλευρά, ποιοι χαρακτήρες θα μου ήταν πολύτιμοι κοινωνικά, ψυχολογικά, βιωματικά, ενώ οι ίδιες εισέφεραν στοιχεία που μπορεί να προέρχονταν από το βιωματικό τους υλικό, αλλά μπορεί να ήταν και σκέψεις. Δουλεύοντας, συνθέταμε ένα χαρακτήρα, άρα η συμμετοχή κι η συμβολή τους είναι ουσιαστικές. Το «στήσιμο» των χαρακτήρων ήταν μια πολύ συναρπαστική δουλειά, μετά το να έχουν σχέση μεταξύ τους. Είχαμε, βέβαια, και πολλά τεχνικά προβλήματα, γιατί η ταινία γυρίστηκε με 3 κάμερες και 3 μπουμ.

Φαντάζομαι ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, πέρα από το τεχνικό κομμάτι, να κινηματογραφηθούν 60 άνθρωποι σε ένα χώρο συγκεκριμένο και παράλληλα, μέσω και του τελικού μοντάζ, να υπάρχει μια αφηγηματική ροή τέτοια που να μην αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει, να βαρεθεί ή να κουραστεί.

Αυτό ήταν ένα ζητούμενο, κι εκεί εντοπίζεται η συνεισφορά των τεχνικών, ανδρών και γυναικών. Συστηματικά, λοιπόν, είχαμε πρόβες και συναντήσεις για να το πετύχουμε. Ήταν δύσκολο, γιατί τα γυρίσματα έγιναν τέλη Ιουνίου, συνολικά 10-12 γυρίσματα, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, σε μέρες καύσωνα.

Πού γυρίστηκε η ταινία, αλήθεια;

Στον Ελαιώνα, σε μια παλιά αποθήκη. Σκηνογραφικά, με τον Χρήστο Κωνσταντέλλο στήσαμε την ατμόσφαιρα της ταινίας από το μηδέν. Χωρίς να είμαι μεγαλόστομος, πιστεύω ότι είναι ένα ανθρώπινο επίτευγμα συλλογικής προσπάθειας. Γιατί όλοι μπήκαν στην περιπέτεια χωρίς αμοιβή και το έκαναν γιατί πίστεψαν στην ουσία του εγχειρήματος κι αυτό είναι ένα μικρό θαύμα, αυτή η αλληλεγγύη και το πνεύμα συνεργασίας. Εκ των υστέρων, μας έδωσε και το Ε.Κ.Κ. ένα «χαρτζιλίκι».

Η παρουσία κάποιων ανθρώπων, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, νομίζω ότι έδωσε μια ξεχωριστή διάσταση στην ταινία, και ως φυσική παρουσία και ως λόγος, χωρίς αυτό να μειώνει τη συλλογική διάσταση του εγχειρήματος. Ήταν μια ιδέα που προϋπήρχε;

Είχα δει και θαυμάσει την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ σε μια δημόσια ανάγνωση ποιημάτων της και λέω «τι φατσάρα απίστευτη είναι αυτή, πρέπει να παίξει σε ταινία». Η εκφραστικότητα, η χροιά της φωνής της, η ζωτικότητα, η διεισδυτικότητα του βλέμματός της ήταν τέτοιες που ήρθε φυσικά και βρήκε τη θέση της, γιατί είναι η μεγαλύτερη εν ζωή ποιήτρια των σύγχρονων καιρών, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, πολύ ουσιαστικός, γειωμένος, χωρίς καμία έπαρση. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς τι σημαίνει μεγάλη δημιουργός, γυναίκα, ένας αληθινά σεμνός άνθρωπος, όχι με το δημοσιοσχεσίτικο χαμηλό προφίλ. Την λάτρεψαν κι όλες οι υπόλοιπες ηθοποιοί. Για να μην παραλείψω και την παρουσία της Τζίνας Πολίτη, μιας γυναίκας πολύ σημαντικής στα ελληνικά γράμματα, που συνδυάζει μια πνευματική διαδρομή πολύ υψηλού επιπέδου, ενώ παράλληλα είναι μια μαχήτρια, μια ακτιβίστρια που μέχρι τώρα παρακολουθεί τα πάντα κι είναι παρούσα σε ό,τι θεωρεί ότι είναι σημαντικό για το κοινωνικό σύνολο.

Τα κείμενα που ακούγονται επιλέχτηκαν από σας;

Υπάρχει ένα ποίημα της Anne Sexton, ένα απόσπασμα της Ελφρίντε Γέλινεκ, ένα χορικό της Suheir Hammad, μιας Αμερικανο-Παλαιστίνιας ποιήτριας, που το διαβάζουν οι ηθοποιοί, τα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη- Ρουκ- όλα ήταν επιλογές που πρόσθεταν κάτι. Η Hammad ήθελα να υπάρχει, γιατί δεν είχαμε στο «ψηφιδωτό» μας φωνή γυναίκας από τη Μέση Ανατολή.

Έχει κάποια σημασία που η επιλογή αυτού του χώρου, του καταφυγίου, ήταν κατάληψη;

Ναι, μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι μια λέξη που έχει ενοχοποιηθεί. Σεναριακά αναφέρεται ως ένας άδειος χώρος, τον οποίο οι γυναίκες αυτές ανέλαβαν να διαχειριστούν για ένα κοινωνικό όφελος, για να βρουν στέγη γυναίκες άστεγες, δαρμένες, μετανάστριες, αλλά και για να περνάνε καλά, είναι το σπίτι τους. Και στη συνέχεια, επειδή η αποθήκη τους βρίσκεται σε μια υπό «ανάπλαση» περιοχή, όπου ουσιαστικά αναμένεται να χτιστούν σουπερμάρκετ, εμπορικά κέντρα κ.λπ., θέλουν να τις διώξουν, μετά την ανακάλυψη ενός φανταστικού «ιδιοκτήτη» του χώρου κι αυτές δεν το αποδέχονται. Κι εκεί προστρέχουν και γυναίκες που είναι για χρόνια ταγμένες στο γυναικείο κίνημα, η Δέσποινα η Τζούμα, η Μαρία η Λιάπη, η Lauretta Macauley, πρόεδρος της «Ένωσης Αφρικανών Γυναικών», η σημαντική Μεξικάνα σκηνοθέτρια Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, που έχουμε την τιμή να ζει στον τόπο μας.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα της Μητριαρχίας;

Η ταινία μόλις ολοκληρώθηκε πήγε στις «Νύχτες Πρεμιέρας», γιατί ήταν το πιο κοντινό φεστιβάλ, κι ελπίζουμε ότι θα ανοίξει τα «φτερά» της σε φεστιβάλ στο εξωτερικό, για να συναντήσει τις γυναίκες και τους άντρες του κόσμου. Θα προβληθεί, επίσης, και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μέχρι τώρα τις πρεμιέρες των ταινιών μου τις πήγαινα στο ΦΚΘ, γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ξαναβρεί τον τόνο, την ψυχή, το δυναμισμό και να αναδεικνύει τον ελληνικό κινηματογράφο.

Θεωρείτε πως δεν το κάνει επαρκώς;

Θεωρώ ότι δεν το έκανε επαρκώς. Δεν είμαι εναντίον της διεθνούς μορφής του, αντιθέτως, απλώς η ισορροπία ανάμεσα στη διεθνή πλευρά και την ανάδειξη του ελληνικού κινηματογράφου πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεται και να γίνεται έτσι, ώστε να ωφελεί τον ελληνικό κινηματογράφο. Όχι μόνο τους κινηματογραφιστές, αλλά και τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς, όλο αυτό τον κόσμο που πασχίζει να κάνει ταινίες υπό πολύ αντίξοες συνθήκες. Να είναι το ΦΚΘ το πρώτο βήμα.

Η ταινία του Νίκου Κορνήλιου Μητριαρχία προβάλλεται στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο 8 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη», 17:00.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site της http://www.matriarchythemovie.com/


Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Tayfun Pirselimoğlu: «Το ζήτημα της ταυτότητας αποτελεί εμμονή για μένα»

Τακτικός επισκέπτης και φίλος της Ελλάδας, ο γνωστός Τούρκος σκηνοθέτης Tayfun Pirselimoğlu βρέθηκε για άλλη μια φορά την προηγούμενη εβδομάδα στην Αθήνα, προκειμένου να παρουσιάσει, σε πανελλήνια πρεμιέρα, την πιο πρόσφατη δουλειά του Εγώ δεν είμαι αυτός (Ben O Değilim), στα πλαίσια της Εβδομάδας Τουρκικού Κινηματογράφου που διοργανώνεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από τις 23 έως και τις 29 Οκτωβρίου. Η ταινία θα προβληθεί στους κινηματογράφους μέσα στο Νοέμβριο. Με αφορμή την επίσκεψή του, είχαμε μια εγκάρδια συνομιλία.

Ας ξεκινήσουμε με το θεματικό πυρήνα των περισσότερων ταινιών σας, το ζήτημα της ταυτότητας σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο. Γιατί είναι τόσο σημαντικό για σας;

Είναι ένα θέμα που εμμέσως με απασχόλησε και στη συγγραφική μου δουλειά. Δεν ξέρω την απάντηση, αλλά αποτελεί ενός είδους εμμονή που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Νομίζω ότι ο καθένας θέλει να γίνει κάποιος άλλος, αν βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Χωρίς λόγο. Ούτε υπάρχει κάποιο μοτίβο. Πιστεύω πως όλοι μας έχουμε συσσωρεύσει κάποιες ταυτότητες που τις κρατάμε βαθιά κρυμμένες στο μυαλό μας. Προσωπικά δεν ξέρω τι είδους ταυτότητες έχω κρυμμένες. Το πρόβλημα της ταυτότητας υπάρχει από την αρχή της ανθρωπότητας- ποιος είμαι, ποιος είναι ο άλλος. Πολλοί φιλόσοφοι έχουν θέσει αυτά τα ερωτήματα, ένας από αυτούς ήταν ο Σαρτρ. Γι’ αυτό και πολλοί αναζητούν αναφορές: μια από αυτές είναι, βεβαίως, ο Χίτσκοκ, άλλες ο Αντονιόνι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Πιραντέλλο, ο Άμπε Κόμπο.

Στο εθνικό επίπεδο, πόσο σχετική είναι αυτή η προβληματική στη σημερινή Τουρκία; Υπάρχει κρίση ταυτότητας ή υπαρξιακή αναζήτηση;

Μπορείς να «διαβάσεις» την ταινία μου και με αυτό τον τρόπο. Στην Τουρκία το ζήτημα της ταυτότητας είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, κυρίως όταν μιλάμε για τους «άλλους». Είναι ένα πραγματικό βάρος να αντιμετωπίζεσαι ως «ο άλλος», είτε είσαι Τούρκος ή Κούρδος, άντρας ή γυναίκα, Αλεβίτης ή Σουνίτης, γι’ αυτό και υπάρχουν τόσα προβλήματα στην Τουρκία, γιατί πάντοτε υπάρχει αυτός που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, θεωρούμενος «παράνομος», «λανθασμένος» ή «πλαστός». Μου αρέσει να μιλάω γι’ αυτό το ζήτημα στην Τουρκία, γιατί στις μέρες αυτοί οι «άλλοι» δεκάδες φορές περισσότεροι.

Αυτές οι γραμμές επαναχαράζονται ή σβήνουν, στην καλύτερη περίπτωση, κατά καιρούς; Και πού εντοπίζονται σήμερα, ιδίως μετά το Γκεζί;

Όλα άλλαξαν μετά το Γκεζί, με τρόπο μη αναστρέψιμο. Τώρα υπάρχουν πολλοί εχθροί. Υπάρχει η μία «σωστή» εκδοχή των πραγμάτων και μια μεγάλη σειρά από λανθασμένες.

Ίσως αυτές οι «λανθασμένες» εκδοχές αφορούν το μισό περίπου του πληθυσμού στην Τουρκία.

Αυτό είναι αλήθεια, ίσως να πρόκειται και για περισσότερους. Είναι προφανές πως η κατάσταση είναι πιο επικίνδυνη σήμερα απ’ ότι ήταν στο παρελθόν, γιατί είναι πιο σοβαρό να αποκαλείσαι «ο άλλος». Ορίζεις τον εαυτό σου έναντι των εχθρών, αν αυτοί είναι περισσότεροι, τότε αισθάνεσαι σε κίνδυνο κι άρα δικαιούσαι να τους επιτεθείς.

Επιστρέφοντας στο κινηματογραφικό πεδίο, νομίζω ότι στον Ερτζάν Κεσάλ (σημ.: τον πρωταγωνιστή της ταινίας) βρήκατε έναν ιδανικό συνεργάτη. Είναι εκπληκτικός ηθοποιός. Πώς κύλησε η συνεργασία σας μαζί του;

Είναι φίλος μου. Και δεν είναι ένας φυσιολογικός ηθοποιός. Έχουμε δουλέψει μαζί και στο παρελθόν. Στην πραγματικότητα, γι’ αυτή την ταινία οι συμπαραγωγοί μου με συμβούλεψαν να συνεργαστώ με έναν νέο, γιατί όλοι μου οι ηθοποιοί είναι κάποιας ηλικίας. Προσπάθησα, λοιπόν, να βρω έναν ηθοποιό νεαρής ηλικίας, αλλά κανείς δε μου έκανε, κι έτσι τα παράτησα. Και τότε εμφανίστηκε ο Ερτζάν. Σίγουρα ένας τέτοιος ρόλος είναι εξαιρετικά απαιτητικός για έναν ηθοποιό, δεν είναι εύκολο να υποδυθεί δύο χαρακτήρες. Τον θαυμάζω για τις υποκριτικές του ικανότητες, την ευφυία του, την αυστηρή του αντίληψη. Επίσης, δεν κάνω πρόβες, αλλά κουβεντιάζω για την ταινία και τη ζωή πολύ. Μου αρέσει να μιλάω μαζί του, τον εμπιστεύομαι, μπορώ να καταλάβω τα συναισθήματά του κι εκείνος τα δικά μου.

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι χαρακτήρες στις ταινίες σας είναι πολύ μοναχικοί άνθρωποι. Συνδέεται το γεγονός αυτό με την οπτική σας στη ζωή, ή οφείλεται σε άλλο λόγο;

Πρώτα από όλα, είμαι πολύ απαισιόδοξος σχετικά με τη ζωή. Κατά δεύτερο, ταξιδεύω πολύ μέσα στην Κωνσταντινούπολη, μια μεγάλη «χώρα» με πληθυσμό 15, κατ’ άλλους 20, εκατομμυρίων κατοίκων. Πηγαίνω, λοιπόν, στα καφενεία στα προάστια κι η ζωή εκεί είναι διαφορετική από τη ζωή στην περιοχή που μένω. Όταν βλέπω τους ανθρώπους στα καφενεία, δεν είναι ευτυχισμένοι, γιατί αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα όχι μόνο οικονομικής, αλλά και υπαρξιακής φύσης. Γιατί φτάνουν σε ένα σημείο, πέρα από το οποίο δεν μπορούν να προχωρήσουν, κι αυτό τους προκαλεί κατάθλιψη, είναι το τέλος. Έτσι, θέλω να αφηγηθώ τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων που έχουν κατάθλιψη. Κι οι ταινίες μου είναι καταθλιπτικές, γιατί η πραγματικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί είναι καταθλιπτική. Κι οι ιστορίες τους είναι πιο ελκυστικές για μένα, η προσπάθειά τους απλώς να επιβιώσουν. Η προσέγγισή μου είναι κατά κάποιο τρόπο ντοστογιεφσκική. Στα γράμματά του ο Ντοστογιέφσκι έλεγε: «Θαυμάζω τους καθημερινούς ανθρώπους, γιατί οι ιστορίες τους είναι οι πιο πολύτιμες».

Κουβεντιάζετε, αλληλεπιδράτε με κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους;

Κουβεντιάζουμε απλώς. Το νιώθεις αυτό που βιώνουν, παρά το κατανοείς. Στην Τουρκία κάθε χρόνο διεξάγονται δεκάδες δημοσκοπήσεις που ρωτάνε «τι περιμένετε από τη ζωή;», «νομίζετε ότι θα είστε πιο ευτυχισμένοι στο μέλλον;» κ.λπ.. Οι περισσότερες είναι πλαστές. Οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι και το μέλλον τους να είναι καλύτερο, αλλά δεν το ζουν έτσι. Πολλοί θεωρούν πως πολλά έχουν αλλάξει στην Τουρκία, επειδή η χώρα έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο. Η μόνη ελπίδα αυτών των ανθρώπων είναι να βρουν ένα διαμέρισμα μέσω του φίλου ενός φίλου, τότε θα είναι πιο ευτυχισμένοι από πριν, προσπαθούν να επιβιώσουν με αυτή την ανόητη ελπίδα, αν και κατά βάθος ξέρουν ότι αυτό δε θα συμβεί. Είμαι απαισιόδοξος. Πολλοί με ρωτούν «γιατί» και του λέω «δώστε μου ένα λόγο για να είμαι αισιόδοξος». Πιστεύω πως πρέπει να έχουμε κάποιο σκοπό, τότε θα έχουμε μια ελπίδα. Κατ’ αυτή την έννοια είμαι αισιόδοξος, πιστεύω ότι υπάρχει μια πόρτα που, αν την ανοίξουμε, θα νιώσουμε ελεύθεροι. Για να φτάσουμε, όμως, αυτή την πόρτα, πρέπει να παλέψουμε. Πρέπει να συμβεί ένας σεισμός, να πέσει μια ατομική βόμβα, δεν ξέρω…

Κάτι πολύ δραστικό και δραματικό…

Ακριβώς. Ίσως τότε η ανθρωπότητα ξυπνήσει.

Δε σας δίνει ο τουρκικός κινηματογράφος κάποια ελπίδα κι αισιοδοξία;

Οι πιο αισιόδοξοι σκηνοθέτες είναι οι Κούρδοι, γιατί υποφέρουν. Ο καλύτερος τρόπος να κάνεις μια ταινία είναι να υποφέρεις. Βιώνουν μια φρικτή κατάσταση και θέλουν να τη δείξουν. Γιατί πιστεύουν σε κάτι τόσο έντονα. Θαυμάζω κι εκτιμώ κάποιους σκηνοθέτες που ακολουθούν το δρόμο τους, μέσω μιας πιο καλλιτεχνικής προσέγγισης. Γενικότερα, όμως, τα τελευταία χρόνια η ποιότητα των τουρκικών ταινιών έχει «πέσει» πολύ. Με έχουν, επίσης, απογοητεύσει οι νέοι σκηνοθέτες, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κακές ταινίες παράγουν. Προσπαθούν  απλώς να μιμηθούν κάποιους γνωστούς Τούρκους σκηνοθέτες ή τάσεις, αλλά οι δουλειές τους είναι τόσο κάλπικες, γιατί δεν υπάρχει κάποια ιδέα, απλώς η επιθυμία να αντιμετωπιστούν ως «καλοί σκηνοθέτες». Τώρα πλέον είναι πιο εύκολο να γυρίζεις ταινίες στην Τουρκία. Κάθε χρόνο γυρίζονται πάνω από 120 ταινίες. Όταν ξεκίνησα να σκηνοθετώ, γυρίζονταν 15 ταινίες το χρόνο, κι από αυτές οι 3 ήταν καλές. Τώρα είναι οι 5 από τις 150. Η αναλογία είναι η ίδια, αλλά η ποιότητα έχει υποχωρήσει.

Πόσο εξοικειωμένος είστε με τη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα, δεδομένου ότι έχετε συνεργαστεί, συνεργάζεστε και, ελπίζω, θα συνεργάζεστε με Έλληνες και στο μέλλον;

Με γεμίζει ευτυχία η συνεργασία με Έλληνες φίλους. Συνεργαστήκαμε, σε επίπεδο συμπαραγωγής, σε 3 ταινίες με τον Νίκο Μουστάκα, καθώς και με τον Ανδρέα Σινάνο, μια πραγματικά μνημειώδη προσωπικότητα. Έχω, επίσης, πολλούς φίλους που δουλεύουν μέσα κι έξω από το χώρο του κινηματογράφου. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που να μπορούν να σε καταλάβουν στο κινηματογραφικό πεδίο. Θαυμάζω πολύ το ελληνικό σινεμά, ξέρω πως πολλά από όσα συμβαίνουν σε αυτό σχετίζονται με την κρίση και σε τέτοιες εποχές οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να εκφραστούν περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Αν υπάρχει αναβρασμός, υπάρχει και το ανάλογο σινεμά- συνέβη στο Ιράν ή τη Ρουμανία. Αυτό συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα, πιστεύω, γιατί υπάρχει πόνος και κάποιοι προσπαθούν να τον εξωτερικεύσουν. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ενέργεια, κι αν υπάρχει καλός σκηνοθέτης ή σκηνοθέτρια θα εμφανιστούν. Είδες που είμαι κι αισιόδοξος, τελικά;

Ευχαριστώ θερμά την Μαργαρίτα Βόρρα από το Γραφείο Τύπου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος για την πολύτιμη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


Περισσότερες πληροφορίες για την Εβδομάδα Τουρκικού Κινηματογράφου (23-29 Οκτωβρίου) βρίσκετε στο site της Ταινιοθήκης της Ελλάδος http://www.tainiothiki.gr/v2/ .

Το προσωπικό site του Tayfun Pirselimoğlu είναι http://www.tayfunpirselimoglu.com , ενώ το site της πιο πρόσφατης δουλειάς του http://www.benodegilim.com .



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Vuk Ršumović: «Ο Τρυφώ υπήρξε ο μέντοράς μου»



Με σαφείς επιρροές από το Ένα αγρίμι στην πόλη του Φρανσουά Τρυφώ, το No ones child (Ničije dete), ντεμπούτο μυθοπλασίας του Σέρβου σκηνοθέτη και σεναριογράφου Vuk Ršumović δικαιολογημένα απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας στην 29η Εβδομάδα Κριτικής του φετινού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας. Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το No ones child αφηγείται την ιστορία του πιτσιρικά Haris, ο οποίος ανακαλύπτεται τυχαία από Σέρβους κυνηγούς το 1988 σε δασική έκταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε λύκους, και στέλνεται σε ορφανοτροφείο στο Βελιγράδι. Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, ο Haris αρχίζει να προσαρμόζεται στον «πολιτισμό», μέχρι που η έναρξη των πολέμων στην πρώην Γιουγκοσλαβία επιτάσσει την επιστροφή του στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, με καταστροφικά αποτελέσματα. Κουβεντιάζουμε με τον Vuk Ršumović, με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας του στα πλαίσια του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Παρασκευή 24 Οκτωβρίου, 18:30, στον κινηματογράφο «Άστυ».


Η ταινία σου έχει παραλληλιστεί με το Ένα αγρίμι στην πόλη (Lenfant sauvage) του Φρανσουά Τρυφώ. Ήταν μια συνειδητή αναφορά ή έμπνευση από την πλευρά σου;

Ήταν μια πολύ συνειδητή αναφορά. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που άκουσα από τον επιστάτη στο Βελιγράδι, ένα περιστατικό από την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Όταν πρωτάκουσα την ιστορία, σκέφτηκα τον Τρυφώ και το «Αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ» του Χέρτσογκ. Αυτό ήταν το σημείο εκκίνησης για μένα. Μπορώ να πω ότι ο Τρυφώ υπήρξε ο μέντοράς μου, γιατί διάβασα τις σημειώσεις του για την ταινία και με βοήθησαν πολύ, ώστε να πάρω τις αποφάσεις μου. Ήξερα, όμως, από την αρχή πως η προσέγγισή μου θα ήταν ελαφρώς διαφορετική. Στην ιστορία του Τρυφώ ο ήρωάς του, ο Βίκτορ, ήταν περισσότερο ένα αντικείμενο, ενώ εγώ ήθελα να ρίξω ένα πιο κοντινό βλέμμα στο αγόρι της ιστορίας μου. Το γεγονός αυτό επηρέασε τις αποφάσεις σχετικά με τις γωνίες λήψης. Προσπάθησα να βρίσκομαι όσο γίνεται πιο κοντά στο παιδί και να το καταλάβω, αν όχι να ταυτιστώ μαζί του. Ήταν για μένα πολύ δύσκολο να διαχωρίσω την πραγματική ιστορία από την ταινία.

Υπό ποια έννοια;

Επειδή ήμουν πολύ συνδεδεμένος με την πραγματική ιστορία, αυτό μου επέτρεπε μια ελευθερία στις αποφάσεις. Κι ήξερα ότι ήθελα να γυρίσω μια ταινία μυθοπλασίας, αυτό αγαπώ.

Είναι, πάντως, μια ταινία που συνδέεται στενά με την τρέχουσα κατάσταση στα Βαλκάνια ή τις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Υπάρχουν πολλές τέτοιες ιστορίες. Η συγκεκριμένη, όμως, είχε μια ιδιαιτερότητα, γιατί το τέλος της ήταν διαφορετικό από εκείνο όλων των  άλλων ιστοριών κι γι’ αυτό άξιζε να αποτελέσει αντικείμενο αφήγησης. Στο τέλος συνειδητοποιείς πόσο το ευρύτερο πλαίσιο μιας χώρας μπορεί να επηρεάσει έναν μεμονωμένο χαρακτήρα.

Πώς εξελίχτηκε η συνεργασία σου με τον νεαρό πρωταγωνιστή, τον Ντένις Μούριτς;

Υπάρχει αυτή η αντίληψη, ότι δεν πρέπει να δουλεύεις με παιδιά και ζώα, όταν κάνεις την πρώτη σου ταινία. Μου είπαν, ακόμη, πως θα εξασφαλίσω αυθορμητισμό και αυθεντικότητα στην πρώτη και τη δεύτερη λήψη, έπειτα, όμως, αυτό χάνεται κι η κατάσταση γίνεται όλο και χειρότερη. Η εμπειρία μου, ωστόσο, ήταν πολύ διαφορετική. Πριν την έναρξη των γυρισμάτων, συνεργάστηκα πάνω σε αυτοσχεδιασμούς επί δύο βδομάδες με τον Ντένις και με την υπόλοιπη ομάδα των παιδιών, καθώς και με ασκήσεις status, όπου έχεις αφέντη και δούλο. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, αν το παιδί αυτό είχε ανατραφεί από λύκους, σε μια τέτοια μικροκοινωνία συναντάς ιεραρχία. Ήξερα ότι κάτι θα μπορούσε να το αντιληφθεί. Επίσης, μόλις καταφτάνει στο ορφανοτροφείο, υπάρχει ιεραρχική δομή. Δουλέψαμε, λοιπόν, πάνω σε αυτή τη βάση κι αυτό είχε εξαιρετικά αποτελέσματα. Δεν έδωσα στους νεαρούς ηθοποιούς το σενάριο, δεν το διάβασαν, δεν ήθελα να μάθουν το ρόλο τους, ενώ χώρισα το ρόλο του Ντένις σε τέσσερις περιόδους, επειδή τα γυρίσματα δε γίνονταν σε χρονολογική σειρά και θα έπρεπε να είναι έτοιμος για αλλαγές. Στην αρχή δεν μπορούσα να ξέρω πώς αυτό το παιδί θα κινηθεί, ήμουν ανοιχτός. Ήθελα να δω τι έχει να προσφέρει και να ξεκινήσω από εκεί.  Ο μοντέρ μου μού είπε πως ό,τι έκανε πολλοί επαγγελματίες ηθοποιοί δε θα μπορούσαν να το κάνουν.

Ίσως παίζει ρόλο ο αυθορμητισμός.

Ναι, τα παιδιά είναι τόσο αυθεντικά, αν τους δώσεις ελευθερία εντός ενός ξεκάθαρου πλαισίου. Γιατί αυτό που είδα είναι πως ο Ντένις ήταν πολύ κακός, όταν του έδινα αυστηρές οδηγίες. Αλλά κι οι επαγγελματίες ηθοποιοί έπρεπε να παίζουν νατουραλιστικά, αλλιώς φαίνονταν πολύ μεγάλοι δίπλα στα παιδιά. Η δουλειά με τα παιδιά ήταν η αφετηρία για να δουλέψω και με το υπόλοιπο cast.

Μου αρέσει το γεγονός ότι η ταινία σου είναι ακατέργαστη, ανεπιτήδευτη και καθόλου μελοδραματική.

Οι σκηνοθέτες χειραγωγούμε, ξέρεις. Μπορείς να χειραγωγήσεις τους θεατές, έτσι ώστε να προκαλέσεις το συναίσθημα, αλλά δεν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω τη μουσική υπερβολικά, αλλά απλώς να αφηγηθώ την ιστορία όσο ανοιχτά κι ειλικρινά μπορούσα. Απέφυγα, έτσι, τα μελοδραματικά στοιχεία. Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα επιθυμούσα να δω, γιατί πρόκειται για μια σκληρή ιστορία.

Μιλώντας για ταινίες, ποιες είναι οι κύριες προτιμήσεις σου; Σε έχουν επηρεάσει κάποιοι συγκεκριμένοι σκηνοθέτες;

Αγαπάω τις ταινίες. Στη Σερβία υπάρχει έντονος διαχωρισμός ανάμεσα σε όσους αγαπούν τις ευρωπαϊκές arthouse ταινίες κι εκείνους που αγαπούν τις χολιγουντιανές. Μου αρέσουν τα πάντα: οι κλασικές χολιγουντιανές ταινίες, οι σύγχρονες παραγωγές, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Μια από τις ταινίες που με έχουν επηρεάσει περισσότερο είναι το «Come and see» («Idi i Smotri») του Έλεμ Κλίμοβ, ο Μπρεσόν, ιδίως η «Μουσέτ», και το «Παιδί με το ποδήλατο» των αδερφών Νταρντέν από τις πιο πρόσφατες. Το «Hunger» του Στιβ Μακουίν, επίσης.

Πόσο διαφορετικές έχουν μέχρι τώρα υπάρξει οι αντιδράσεις του κοινού, από τη Βενετία μέχρι την Κροατία, όπου βρίσκεσαι τώρα;

Στη Βενετία η υποδοχή ήταν απίστευτη, οι θεατές φώναζαν «μπράβο, μπράβο». Είχαμε σοκαριστεί, γιατί δεν ξέραμε τι να περιμένουμε. Στην Κροατία όλα πήγαν, επίσης, εξαιρετικά, αλλά ήταν διαφορετικά, γιατί ήμουν αγχωμένος που προβαλλόταν η ταινία στa μέρη μου, τα Βαλκάνια. Μέσα στις επόμενες μέρες το «No ones child» θα προβληθεί στο Άμπου Ντάμπι και την Αθήνα, ενώ το Νοέμβριο συμμετέχει σε πέντε ακόμη φεστιβάλ.

Πολύ εντυπωσιακή σειρά προβολών για ντεμπούτο! Οπότε δεν ετοιμάζεις κάτι καινούριο, προς το παρόν.

Είναι σημαντικό να το δουν πολλοί, γιατί δεν είναι blockbuster, ούτε θα έχει διανομή. Είναι μια φεστιβαλική ταινία. Προς το παρόν δεν ετοιμάζω, γιατί χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να ολοκληρωθεί αυτή ταινία, χωρίς να υπάρχουν προσδοκίες, ενώ για τη δεύτερη θα υπάρχουν, η δε χρηματοδότηση δεν πρόκειται να είναι ευκολότερη. Ίσως θα είναι πιο δύσκολη. Και ξέρω ότι θα πρέπει να αφιερώσω χρόνο για την επιλογή της ιστορίας. Κι αυτό θα κάνω.

Η ταινία του Vuk Ršumović No ones child (Ničije dete) κάνει την πανελλήνια πρεμιέρα της στα πλαίσια του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 27ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου την Παρασκευή 24 Οκτωβρίου, 18:30, στον κινηματογράφο «Άστυ». Περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ:  http://www.panoramafest.org .