Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Paul Laverty: «Στάθηκα τυχερός που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας με τον Ken Loach»



Απλός, προσιτός, φιλικός και με πολύ χιούμορ, ο Paul Laverty είναι ο μόνιμος, εδώ και πολλά χρόνια, σεναριογράφος του αγαπημένου Βρετανού σκηνοθέτη Ken Loach. Συνομιλούμε μαζί του, ενόψει της εξόδου της πιο πρόσφατης ταινίας του Ken Loach Jimmys Hall, της οποίας το σενάριο υπογράφει, στις κινηματογραφικές αίθουσες την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου.

Έχετε δηλώσει ότι ξεκινήσατε να γράφετε σενάρια «κατά τύχη». Θα θέλατε να μου πείτε περισσότερες λεπτομέρειες;

Δεν υπήρχε πενταετές σχέδιο! Κατά κάποιο τρόπο συνέβη τυχαία. Δούλευα για μια οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Νικαράγουα τη δεκαετία του ’80, όταν οι Η.Π.Α., για άλλη μια φορά, ενεπλάκησαν σε συστηματική βία, επιχειρώντας τότε να καταλύσουν την επανάσταση των Σαντινίστας μετά το 1979. Πήγα εκεί, προκειμένου να εργαστώ ως εθελοντής, όπως έκαναν πολλές χιλιάδες άλλοι ανά τον κόσμο. Υπήρξα μάρτυρας στον πόλεμο και στο πώς όλα εκτυλίχτηκαν. Κουράστηκα να γράφω αναφορές για τα ανθρώπινα δικαιώματα κι άρθρα. Ήθελα να προσπαθήσω να ασχοληθώ με ό,τι είδα μέσω της μυθοπλασίας, μέσω της δημιουργίας μιας ταινίας. Ήταν ενστικτώδες, ακολούθησα τη διαίσθησή μου. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να υλοποιηθεί η ταινία, αλλά στάθηκα τυχερός που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας με τον σκηνοθέτη Ken Loach. Ακόμα κι όταν ολοκληρώσαμε τα γυρίσματα της πρώτης ταινίας, που κι αυτή πήρε πολύ χρόνο, δεν υπήρχε οργανωμένο σχέδιο. Η μία ιστορία οδήγησε στην άλλη, κι έχω υπάρξει πολύ ευτυχής με τους ανθρώπους που συνεργάστηκα.

Η μεγάλη πλειονότητα των χαρακτήρων σας βρίσκονται στην πλευρά των εκμεταλλευόμενων, των καταπιεσμένων, των μη προνομιούχων. Τι σας ελκύει σε αυτούς;

Έχουμε προσπαθήσει να μην επαναλαμβανόμαστε. Ελπίζω ότι οι ιστορίες μας είναι πολύ διαφορετικές, συχνά σε διαφορετικές χώρες, επίσης. Αλλά υποθέτω πως υπάρχει μια κοινή οπτική. Όντως, μας ενδιαφέρει η ζωή γύρω μας, οι αντιφάσεις και πού έγκειται η εξουσία κι υποθέτω ότι μας ελκύουν αυτοί οι χαρακτήρες, γιατί έχουν τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες να αφηγηθούν! Είναι πιο συγκινητικές, πιο κωμικές, είναι το είδος των ιστοριών που μας εμπνέουν να σηκωθούμε από το κρεβάτι το πρωί και να δουλέψουμε!

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ολιγοήμερης παραμονής σας στην Αθήνα, είχατε την ευκαιρία να συναντήσετε για λίγο τις απολυμένες καθαρίστριες του Υπουργείου Οικονομικών και να κουβεντιάσετε μαζί τους. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από την αλληλεπίδραση μαζί τους;

Ήταν μεγάλη ευχαρίστηση να τις συναντήσω. Ήταν γεμάτες ζωντάνια και πολλή ενέργεια, το πνεύμα κι η αποφασιστικότητά τους με ενέπνευσαν. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες έχουν δουλέψει εκεί για περισσότερα από 20 χρόνια και τότε, ξαφνικά, πετάγονται στο δρόμο. Οι ιδιωτικοποιημένες εταιρείες έχουν ωφεληθεί, και προφανώς τους είναι εύκολο να εκμεταλλεύονται άλλους απελπισμένους εργαζόμενους που δέχονται να εργαστούν για 1.80 ευρώ την ώρα. Με εντυπωσιάζει που αυτές οι καθαρίστριες μάχονται για μια φυσιολογική κοινή αξιοπρέπεια κι αξίζουν την υποστήριξή μας. Μοιάζει ντροπιαστικό το πώς οι καθημερινοί άνθρωποι έχουν αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα. Μου είπαν ότι πάνω από 7.000 άτομα έχουν οδηγηθεί σε αυτοκτονία. Συνάντησα εργαζόμενους που έχουν να πληρωθούν 18 μήνες κι επιβιώνουν χάρις στη σύνταξη των γονιών τους. Το μεγαλύτερο ψέμα είναι ότι «είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτό». Οι καθημερινοί άνθρωποι με μεσαία εισοδήματα μοιάζουν να κουβαλάνε το πραγματικό βάρος. Και πόσο ενδιαφέρον είναι να ακούς πώς τα κτηματομεσιτικά γραφεία στο Λονδίνο αντιμετωπίζουν τους πολλούς πλούσιους Έλληνες που αγοράζουν εκεί ιδιοκτησία. Πληρώνουν ό,τι τους αναλογεί; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάποιοι ξύπνιοι ερευνητικοί δημοσιογράφοι θα ξετρυπώσουν τις εμπειρικές πληροφορίες που χρειάζονται για μια διαφανή και καλά ενημερωμένη συζήτηση. Αυτό ελπίζω, τουλάχιστον.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Ann Cattrall, βοηθό των Ken Loach και Paul Laverty, για τη βοήθειά της στο συντονισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Ken Loach Jimmys Hall, σε σενάριο Paul Laverty, προβάλλεται στις αίθουσες από τις 4 Δεκεμβρίου.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Σύλλας Τζουμέρκας: «Δεν κάνω ταινίες για να με χειροκροτούν όλοι»



Η σταδιακή κατάρρευση του μικρο-μεσοαστικού ονείρου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μέσα από την ιστορία της Μαρίας, μιας νεαρής γυναίκας που από στοργική μητέρα, ερωτευμένη σύζυγος κι υπεύθυνη κόρη μεταμορφώνεται σε μια επαναστατημένη ενήλικη, αποφασισμένη να «σαρώσει» ό,τι αγάπησε, βρίσκεται στο επίκεντρο της Έκρηξης, της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του Σύλλα Τζουμέρκα. Κουβεντιάζουμε με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την έξοδο της δουλειάς του στις αίθουσες από τις 27 Νοεμβρίου.

Η ταινία σου σίγουρα μπορεί να «διαβαστεί» ως μια ματιά στη σταδιακή κατάρρευση του μικρο-μεσοαστικού ονείρου κατά τη διάρκεια της κρίσης των τελευταίων ετών μέσα από μια πολύ συγκεκριμένη αφήγηση, ιστορία και χαρακτήρες. Είναι κάπως έτσι;

Οι ήρωες της ταινίες ανήκουν σε αυτό που λέμε «μεσαία τάξη», λίγο πάνω, λίγο κάτω, κι είναι οι άνθρωποι γύρω μας, οι οποίοι πιέστηκαν πιο πολύ από όλους στο πλαίσιο της τελευταίας πενταετίας-εξαετίας. Είναι οι άνθρωποι, επίσης, επειδή κι εγώ ανήκω σε αυτή την κοινωνική τάξη, που ξέρω πιο καλά, που «πονάω» πιο πολύ, να σου πω την αλήθεια. Από κει και πέρα, για μένα οι ήρωες, ανήκοντας σε αυτή  την κοινωνική τάξη, έρχονται αντιμέτωποι με προκλήσεις και προβλήματα, που δεν έχουν καμία σχέση με όσα αντιμετώπιζαν 10 χρόνια πριν, όταν κάναμε τη «Χώρα προέλευσης». Αυτό είναι το milieu.

Πώς «χτίσατε» το χαρακτήρα της Μαρίας, που είναι ο κεντρικός και δίνει τον εκρηκτικό τόνο στην ταινία; Η Αγγελική η Παπούλια, πέρα από την υποκριτική της δεινότητα, εισέφερε και κάτι στο χαρακτήρα αυτό;

Με την συν-σεναριογράφο την Γιούλα την Μπούνταλη, γράψαμε μια μέρα το μονόλογο που απευθύνει η Μαρία σε ένα γκρουπ γυναικών στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αγίων Αναργύρων κι εκεί καταλάβαμε ότι έχουμε μια ηρωίδα αρκετά αντιφατική, προκλητική, θαρραλέα κι αρκετά ενδιαφέρουσα, ώστε να στηριχτεί μια ολόκληρη ταινία πάνω της. Έναν άνθρωπο που αποφασίζει να δει τη ζωή του χωρίς κανένα συναισθηματισμό και πάρα πολύ «γυμνά». Αυτός ο άνθρωπος μας φάνηκε συναρπαστικός μέσα στην παρούσα συνθήκη και επειδή άγγιζε πολλά θέματα που μας ενδιέφεραν, όπως η σεξουαλικότητα, η μητρότητα και το τέλος μιας φαντασιακής εντύπωσης που έχουμε πολλές φορές για τον εαυτό μας και τη ζωή μας, κι ένα ξύπνημα από ένα νεανικό ασυνείδητο κύλισμα σε διάφορα πράγματα. Έτσι ακολουθήσαμε αυτό τον άνθρωπο και το υπόλοιπο σενάριο «χτίστηκε» γύρω από το συγκεκριμένο μονόλογο.

Δεν υπάρχει ηθοποιός που να μην εισφέρει. Η Αγγελική έφερε στην ταινία όλη της την ευφυία, την καλλιτεχνική δεινότητα, την αντίληψη, την τόλμη, τη φαντασία, τη σωματική της ρώμη- πράγματα, χωρίς τα οποία αυτή η ταινία δε θα μπορούσε να γίνει. Οι ταινίες είναι πολύ ζωντανές, όταν γυρίζονται, πρόκειται για δουλειά με άλλους ανθρώπους.

Σε κάποιο σημείο της ταινίας, ο Κώστας (Μάκης Παπαδημητρίου), ο σύζυγος της Γωγώς (Μαρία Φιλίνη), της αδερφής της Μαρίας, λέει ότι «γίναμε χρυσαυγίτες, γιατί γίναμε νεόπτωχοι». Είναι και δικιά σου πολιτική εκτίμηση;

Θα σου πω ακριβώς τι έγινε. Σχετικά με τους χαρακτήρες της Γωγώς και του Κώστα, πέρασα ένα διάστημα, όταν γράφαμε το σενάριο, και κυρίως όταν κάναμε τις πρόβες, που έμπαινα σε όλα τα sites τους και διάβαζα τα σχόλια κάτω από αναρτήσεις. Επίσης, έμπαινα σε διάλογο με αυτούς τους ανθρώπους και διάβαζα τα κείμενα που δημοσιεύονταν στην επίσημη ιστοσελίδα. Τα περισσότερα που λένε αυτοί οι δύο χαρακτήρες είναι απάνθισμα όσων διάβαζα, τα οποία στη συνέχεια δουλεύαμε με τους ηθοποιούς. Η δική μας δουλειά ήταν να μην κάνουμε κάτι στρατευμένο, επιθετικό, το οποίο δε μου αρέσει στο σινεμά καθόλου, αλλά να τους παρουσιάσουμε ως χαρακτήρες, ανθρώπους, όχι να πατρονάρουμε τους ρόλους, έτσι ώστε να λένε αυτό που θέλουμε πολιτικά. Αυτό προσπαθήσαμε να το αποφύγουμε, όπως ο διάολος το λιβάνι, και νομίζω πως πετύχαμε να φιλοτεχνήσουμε δύο πορτρέτα, τα οποία είναι και διασκεδαστικά, και ταυτόχρονα λένε πολλά για μια νοοτροπία φθόνου και μισαλλοδοξίας κατά βάση, κυρίως φθόνου, και πώς σιγά σιγά διολισθαίνεις σε αυτή και γίνεται η γλώσσα σου.

Είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί κι οι δύο.

Είναι παραπάνω από εξαιρετικοί, δεν έχω λόγια γι’ αυτούς. Είναι ιδιοφυείς, ζωντανοί, γεμάτοι φαντασία και πάρα πολύ κέφι!

Η ταινία εστιάζει στην οικογένεια, πάντως, πώς δυσλειτουργεί ή υπολειτουργεί.

Στις ταινίες μου η οικογένεια είναι πολύ παρούσα, αλλά με την έννοια των δεσμών: είναι η συγκεκριμένη οικογένεια που συντίθεται από αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι κάνουν αυτά τα πράγματα. Όχι η οικογένεια με όμικρον κεφαλαίο. Προσωπικά δε βρίσκω κανένα περιεχόμενο σε αυτό. Αν έχεις μελετήσει λίγο την ψυχολογία των ανθρώπων ή τη δραματουργία, καταλαβαίνεις ότι η οικογένεια με όμικρον κεφαλαίο είναι όρος κενός περιεχομένου. Τα πράγματα είναι πολύ πιο συγκεκριμένα, και πολύ λιγότερο συμβολικά, κατά τη γνώμη μου.

Προσωπικά, πόσο σε βαραίνει η κατάσταση των τελευταίων χρόνων;

Δε νομίζω ότι αφορά κάποιον αυτό, ούτε έχω να πω κάτι για τον εαυτό μου. Γιατί μετά αρχίζει αυτό που αποκαλώ «κρισιάδα». Δε θέλω να συμβάλω με τον τρόπο μου στην κουβέντα περί εισόδου ή εξόδου από την κρίση.

Έχω, πάντως, την αίσθηση ότι αυτή η κρίση έχει θεματολογικά εξελιχθεί σε εξαγώγιμο «προϊόν»- και κινηματογραφικά.

Το σχόλιό σου μου θυμίζει αυτό που λένε σε διάφορους ηθοποιούς ότι «παίζεις τον τάδε, για να πάρεις κάποιο βραβείο». Δεν είναι έτσι. Η Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, για λόγους που όλοι γνωρίζουμε. Όταν, για παράδειγμα, συμβαίνει ένα γεγονός όπως το Columbine, μας ενδιαφέρουν 4-5 ταινίες που έχω ως θέμα το συγκεκριμένο γεγονός, είναι μια μεγάλη παγκόσμια εμπειρία, που «γύρισε σελίδα» στον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη νεότητα.

Έχοντας «ταξιδέψει» σε περισσότερα από 20 φεστιβάλ, πώς επικοινωνεί η ταινία σου με τα διαφορετικά κοινά;

Το πιο ενδιαφέρον είναι όταν θα βγει την άνοιξη στις ευρωπαϊκές αίθουσες. Οι ταινίες που κάνω προκαλούν έντονες αντιδράσεις και συγκρούσεις, είτε προς το πολύ καλό, είτε προς το θυμό, αλλά αυτός είναι κι ένας στόχος τους. Δεν κάνω ταινίες για να με χειροκροτούν όλοι. Σε ό,τι αφορά τις αντιδράσεις του κοινού, συμφωνεί, διαφωνεί, θυμώνει- όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που μας συμβαίνουν, όταν πηγαίνουμε στο σινεμά.

Αναγνωρίζει, δηλαδή, τον εαυτό του σε αυτή.

Ή δεν τον αναγνωρίζει. Πάντως, όλες οι μέχρι τώρα αντιδράσεις από το εξωτερικό λένε ότι κάτι που τους αρέσει στην ταινία είναι πως δεν είναι «crisis porn».

Μετά τα φεστιβάλ, προβλέπεται ξεκούραση, ή έχει η ταινία δρόμο ακόμη να διανύσει;

Έχει ακόμη δρόμο. Σιγά σιγά ετοιμάζουμε το καινούριο σενάριο και ξεκινάμε το development με την Μαρία Δρανδάκη. Από κει και πέρα, πρέπει να ακολουθήσω την ταινία για ένα χρόνο ακόμη σίγουρα.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία βρίσκετε στο επίσημο site http://ablastfilm.com/ και για τον Σύλλα Τζουμέρκα στο http://syllastzoumerkas.com/.

Η Έκρηξη του Σύλλα Τζουμέρκα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 27 Νοεμβρίου.


Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Mehran Tamadon: «Αυτό που αναζητώ με την ταινία μου είναι να δω σε ποιο βαθμό μια πλουραλιστική κοινωνία είναι δυνατή»



Τι μπορεί να συμβεί αν ένας άθεος Ιρανός σκηνοθέτης που ζει στη Γαλλία και τέσσερις μουλάδες, υπέρμαχοι του καθεστώτος, συναντηθούν σε ένα σπίτι έξω από την Τεχεράνη; Στον Ιρανό (Iranien), ένα κατ’ ουσίαν πολιτικο-φιλοσοφικό κινηματογραφικό δοκίμιο, που απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Διαγωνιστικό του φετινού Φεστιβάλ Cinéma du Réel, ο Ιρανός σκηνοθέτης Mehran Tamadon, μόνιμος κάτοικος Γαλλίας από 12 ετών, επιδιώκει να ανοίξει αυτό το διάλογο, διερευνώντας το κατά πόσο μια πλουραλιστική κοινωνία είναι, εν τέλει, δυνατή. Συζητάμε μαζί του, με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ του στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου (Ταινιοθήκη της Ελλάδος, αίθουσα Α, 18:00).

Έφτασες με τους γονείς σου στη Γαλλία, όπου ζεις, σε ηλικία 12 ετών. Πώς διαμόρφωσε το γεγονός αυτό τις πεποιθήσεις και τις αξίες σου; Έχεις αναμνήσεις από την περίοδο που ζούσες στο Ιράν ως παιδί;

Προέρχομαι από ένα περιβάλλον άθεων. Οι πεποιθήσεις μου και η απόστασή μου από τη θρησκεία δεν προέκυψαν από την εκπαίδευση και τις σπουδές μου στη Γαλλία. Αλλά, χωρίς αμφιβολία, το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου ζούσα στη Γαλλία, με γλίτωσε από ένα θυμό, ένα τραύμα που θα καθιστούσε αυτό το διάλογο και αυτή τη σύνδεση με τους υπέρμαχους του καθεστώτος αδύνατο. Είναι σίγουρο πως οι άνθρωποι του περίγυρού μου, που πέρασαν τη νεότητα τους στο Ιράν, έχουν υποφέρει πολύ από τις πιέσεις του καθεστώτος και την καταστολή. Τους είναι  συχνά  δύσκολο να ξεπεράσουν τα δεινά, τα οποία έχουν υποστεί,  έτσι ώστε να μπορέσουν να συζητήσουν.

Ο Ιρανός είναι ένα συναρπαστικό ντοκιμαντέρ στο επίπεδο της σύλληψης. Γιατί αποφάσισες να το «στήσεις» ως συζήτηση που λαμβάνει χώρα σε ένα κλειστό χώρο;

Είναι κάτι παραπάνω από συζητήσεις, πρόκειται για μία σχέση!

Το σπίτι είναι μια μεταφορά για την κοινωνία. Γιατί, στην αληθινή κοινωνία, αυτός ο διάλογος, αυτή η πολυφωνία δεν μπορούν να υπάρξουν. Η ταινία έπρεπε να γίνει σ’ ένα κλειστό χώρο, για να δημιουργήσει ένα προστατευμένο μέρος, όπου ο διάλογος θα μπορούσε να ξετυλιχθεί, οι δεσμοί  να σταθεροποιηθούν, μακριά από τις εντάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Έπειτα, το σπίτι είναι η περιοχή μου, ένας χώρος που μου ανήκει. Ήθελα να αφήσουν για λίγο τον έλεγχο και να έρθουν σε έναν χώρο που δεν είναι ο δικός τους. Είναι ένας τρόπος γι’ αυτούς να αποδεχθούν το να μην έχουν την εξουσία. Τέλος, το να βρισκόμαστε σε ένα παρθένο χώρο, μας επέτρεπε εξίσου να φανταστούμε ένα χώρο που θα μας πήγαινε αλλού, να μιλήσουμε για την επιθυμία…

Πόσο δύσκολο υπήρξε και πόσο χρόνο χρειάστηκες, για να πείσεις τον οποιονδήποτε να συμμετάσχει στο κινηματογραφικό σου πείραμα;

Μου πήρε τρία χρόνια, για να πείσω αυτά τα τέσσερα πρόσωπα να έρθουν στο σπίτι. Σίγουρα, ένας από τους λόγους που αρνούνταν ήταν ο δικός μου τρόπος να συζητάω. Όταν, το 2009, ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα, ήμουν σε μεγάλη ένταση, πολύ θυμωμένος με τα αποτελέσματα των εκλογών του 2009 στο Ιράν και με τον τρόπο, με τον οποίο ο Αχμαντινετζάντ είχε κερδίσει τις εκλογές. Αυτός ο θυμός μας εμπόδιζε από το να έχουμε ήρεμες συζητήσεις.

Επίσης, τόνιζα υπερβολικά τις διαφορετικές απόψεις μου στις συζητήσεις μου, τόσο πολύ που η πρότασή μου για συγκατοίκηση καθίστατο αδύνατη. Με τον καιρό, κατάφερα να προσαρμόσω τον τρόπο που συζητάω, να μιλάω για τις διαφωνίες μου χωρίς να κάνω τους άλλους τους άλλους να πιστεύουν ότι πρόκειται για τις θέσεις αδιαμφισβήτητων αρχών. 

Σε αυτό προστίθενται όλες οι εντάσεις που υπάρχουν στην ιρανική κοινωνία, ο φόβος κάποιων προσώπων να συμμετάσχουν στην ταινία και να διακινδυνέψουν να προκύψουν αντίποινα από την ιρανική υπηρεσία πληροφοριών, ή ακόμα και να αντιμετωπίσω τα λόγια τους…

Τι επεδίωκες να πετύχεις με την ταινία σου, δεδομένου ότι ούτε εσύ ούτε οι θρησκευόμενοι καλεσμένοι σου θα μεταστρεφόσαστε τόσο εύκολα στη θρησκεία ή τον αθεϊσμό, αντίστοιχα; Μια πολιτισμένη συνύπαρξη, ίσως;

Αυτό που αναζητώ με αυτήν την ταινία, όπως και με τις προηγούμενες ταινίες μου, είναι να δω σε ποιο βαθμό μια πλουραλιστική κοινωνία είναι δυνατή. Δέχονται αυτοί να ακούσουν ότι είμαι διαφορετικός από αυτούς; Δέχονται να μείνουν σε ένα σπίτι  όπου κάποιος είναι δεδηλωμένα άθεος; Η συμβίωση για μένα δε συνίσταται στο να πείσω τον άλλον να σκέφτεται όπως εγώ, αλλά περισσότερο στο να εξασφαλιστεί ότι ο καθένας δέχεται τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. Αυτό σημαίνει πλουραλισμός.

Η προσωρινή κατάσχεση του διαβατηρίου σου μετά την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει πολλά για τα όρια της ανοχής στην ιρανική κοινωνία. Θα το σκεφτόσουν να ταξίδευες στο Ιράν ξανά, αν η κατάσταση άλλαζε;

Θα πήγαινα ακόμα κι αν η κατάσταση δεν αλλάξει. Όταν πας εκεί, παίρνεις το ρίσκο να μην ξαναγυρίσεις. Δε θα έμενα αποκλεισμένος στη χώρα ισοβίως. Σίγουρα για έξι μήνες, ένα χρόνο. Αλλά αυτό μπορεί να αξίζει το ρίσκο. Πρέπει μόνο να υπολογίζει κανείς  τους κινδύνους και να πηγαίνει τη σωστή στιγμή. 

Το ντοκιμαντέρ σου θα προβληθεί στο 8ο Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας. Πώς ορίζεις την «αβάν γκαρντ» στις μέρες μας;

Η αβάν γκαρντ είναι, ίσως, κάτι που πάει πέρα από ό,τι έχει φυλαχθεί, συντηρηθεί. Ξεπερνά ό,τι έχει καθιερωθεί και πάει πιο μακριά, κατευθύνεται σε άγνωστα μονοπάτια, ανοίγει δρόμους. Αυτό προϋποθέτει το ρίσκο να μη γίνεσαι αντιληπτός, κατανοητός, να φτάνεις σε περιοχές που δεν έχουν ακόμα κατακτηθεί. Μα πώς να είμαστε σίγουροι πως έχουμε στ’ αλήθεια φτάσει εκεί; Πώς να είμαστε σίγουροι ότι η δουλειά μας δεν καθορίζεται από κάποιο σύστημα γνώσης κι εξουσίας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε; Πώς να είμαστε σίγουροι ότι αυτό ακριβώς που λέμε δε συνιστά τη συγκρότηση ενός συστήματος εξουσίας;

Ευχαριστώ την Δανάη Καπράνου για τη μετάφραση της συνέντευξης από τα γαλλικά.

Το ντοκιμαντέρ του Mehran Tamadon Ιρανός προβάλλεται την Παρασκευή 21 Νοεμβρίου, 18:00, στα πλαίσια του 8ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αίθουσα Α). Το Φεστιβάλ ολοκληρώνεται στις 26 Νοεμβρίου.

Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα στο επίσημο site του Φεστιβάλ http://8aagff.tainiothiki.gr .

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Rakhshan Banietemad: «Θεωρώ υποχρέωσή μου να αυξάνω την κοινωνική συνειδητοποίηση μέσω των ταινιών μου»


Συνομιλώντας με την «Πρώτη Γυναίκα του ιρανικού σινεμά», την καταξιωμένη σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ και ταινιών μυθοπλασίας Rakhshan Banietemad, με αφορμή την προβολή της πιο πρόσφατης δουλειάς της Ιστορίες, η οποία απέσπασε το βραβείο σεναρίου στο φετινό Φεστιβάλ της Βενετίας, στο πλαίσιο του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Κυριακή 2 και τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου.

Συχνά αναφέρεστε ως η «Πρώτη Γυναίκα του ιρανικού σινεμά». Αποδέχεστε αυτό τον τιμητικό τίτλο; Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο, κατ’ αρχήν; Και πόσο δύσκολο υπήρξε να συνεχίσετε να γυρίζετε ταινίες ως γυναίκα;

Στην ιστορία του ιρανικού κινηματογράφου, το όνομα της Shahla Riyahi έχει καταγραφεί ως το πρώτο όνομα γυναίκας σκηνοθέτριας για τη μοναδική ταινία της, Marjan, το 1956. Μετά από αυτή χρονιά και μεγάλη νάρκη, ήταν η Pouran Derakhshandeh κι εγώ που ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε επαγγελματικά στο χώρο του κινηματογράφου. Κι άλλες γυναίκες πριν από μας είχαν κάνει ντοκιμαντέρ που έμειναν στην ιστορία του σινεμά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ή είχαν διαρκή επίδραση. Μπορούμε να κατονομάσουμε τις Mahvash Sheikholeslami, Shahla E' tedali, Farideh Shafayee, Homa Bahabadi και Farzaneh Heidarzade. Πριν από το 1986 σπούδαζα στον τομέα Δραματικών Τεχνών και στο πεδίο της κινηματογραφικής σκηνοθεσίας, ενώ παράλληλα εργαζόμουν ως βοηθός σκηνοθέτρια κι επιβλέπουσα συγγραφής σεναρίων για την επίσημη Ιρανική Τηλεόραση. Μετά την αποφοίτησή μου από το πανεπιστήμιο, γύρισα μια σειρά από ντοκιμαντέρ πριν από την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας κι έκτοτε έχω πάντοτε συνεχίσει να γυρίζω ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας ταυτόχρονα.

Για τους κινηματογραφιστές της γενιάς μου, που εργάζονταν για την Ιρανική Τηλεόραση, η σκηνοθεσία ήταν μια φυσιολογική κι αποδεκτή δουλειά για τις γυναίκες. Δεν μπορούσαμε, ωστόσο, να γίνουμε αποδεκτές ως δημιουργοί ταινιών μυθοπλασίας, γιατί δεν είχαν υπάρξει γυναίκες σκηνοθέτριες πριν από μας, γεγονός που φυσιολογικά έβαζε εμπόδια στη δουλειά μας αρχικά. Η κατάσταση άλλαξε, πάντως, σταδιακά κι η σκηνοθεσία από γυναίκες εξελίχτηκε σε αποδεκτή ιδέα. Στις μέρες μας, πολλές γυναίκες εργάζονται στο χώρο του κινηματογράφου.

Στον πυρήνα των περισσότερων ιστοριών σας βρίσκονται ισχυροί γυναικείοι χαρακτήρες- είτε ως μεμονωμένα άτομα, ή ως μητέρες και σύζυγοι- κι οι ανάγκες, οι έγνοιες κι οι αγώνες τους. Γιατί;

Η βασική εστίαση σε γυναικείους χαρακτήρες απορρέει φυσιολογικά από την καλύτερη γνώση που έχω σχετικά με τα ζητήματα και τα προβλήματά που τις απασχολούν. Διαφορετικά, δεν περιορίζομαι αποκλειστικά σε αυτούς τους χαρακτήρες.

Τείνετε να χαρακτηρίζεστε ως «φεμινίστρια δημιουργός», κυρίως από δυτικά Μ.Μ.Ε. και φεστιβάλ, χαρακτηρισμό τον οποίο εσείς απορρίπτετε, πάντως. Αυτό συμβαίνει λόγω των αρνητικών υποδηλώσεων του όρου αυτού στην ιρανική κοινωνία, ή επειδή τον ερμηνεύετε διαφορετικά;

Όλες οι ταινίες μου, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή για μυθοπλασία, αφορούν σε διάφορα κοινωνικά θέματα και μιλούν  σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, κυρίως γυναίκες, οι οποίες στο σύνολό τους βιώνουν μια στενή σχέση με τις ταινίες μου. Αυτή η σχέση είναι το αποτέλεσμα χρόνων δουλειάς με τους ανθρώπους και της εμπιστοσύνης τους στο έργο μου. Ο όρος «φεμινίστρια» δεν έχει ξεκάθαρο νόημα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους. Όσοι είναι αντίθετοι στα δικαιώματα των γυναικών, έχουν δημιουργήσει μια αντεστραμμένη κι ακραία εικόνα για τις ακτιβίστριες των δικαιωμάτων των γυναικών στο μυαλό κάποιων ανθρώπων. Δε βλέπω, λοιπόν, τον εαυτό μου ως περιορισμένο σε ένα όρο ή μια ομάδα. Κι αυτό γιατί, ως σκηνοθέτρια που καταπιάνεται με κοινωνικά ζητήματα, θεωρώ προφανή υποχρέωσή μου να αυξάνω την κοινωνική συνειδητοποίηση μέσω των ταινιών μου..

Στις ταινίες σας συνδυάζετε τη μυθοπλασία και την ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση. Σε παλαιότερη συνέντευξή σας, έχετε αναδείξει τη σημασία της ενσυναίσθησης, όταν πρόκειται για καλλιέργεια επαφών με τους ανθρώπους, και της ευθύνης που νιώθετε απέναντί τους ως σκηνοθέτρια. Θα θέλατε να γίνετε πιο αναλυτική;

Το να έχεις μια καλή γνώση διαφορετικών καταστάσεων και βαθιά κατανόηση των θέσων των χαρακτήρων σε διαφορετικές συγκυρίες είναι το θεμέλιο της συγγραφής ενός καλού σεναρίου. Επίσης, η προσπάθεια να έχουν οι ιστορίες μου το μεγαλύτερο βαθμό πειστικότητας υπήρξε πάντοτε αυτό που ήθελα. Για το λόγο αυτό, στο πλαίσιο της συγγραφής ενός σεναρίου, το πιο σημαντικό διάστημα θα έπρεπε να είναι εκείνο που προηγείται της συγγραφής, αφιερώνοντας χρόνο ερχόμενος πιο κοντά σε καταστάσεις πιο κοντινές σε όσα βιώνουν οι ήρωες. Έπειτα, μπορείς να ξεκινάς να γράφεις.

Με τις Ιστορίες, επίστρεφετε στη μυθοπλασία μετά από 8 χρόνια. Τι άλλαξε, στο μεταξύ, που σας επέτρεψε να το κάνετε;

Το ότι δεν έκανα ταινία μυθοπλασίας κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος δε σημαίνει πως εγκατέλειψα το σινεμά. Έκανα πολλά ντοκιμαντέρ- κι ίσως το καλύτερο που συνέβη ήταν ότι η περίοδος αυτή λειτούργησε ως ο απαιτούμενος χρόνος πριν από τη συγγραφή ενός σεναρίου. Προϊόν αυτού του διαστήματος ήταν οι Ιστορίες.

Δεδομένου του ότι πολλοί χαρακτήρες από προηγούμενες ταινίες σας εμφανίζονται και στην πιο πρόσφατη δουλειά σας, θεωρείτε την ταινία αυτή ως τη σύνοψη της μέχρι τώρα σταδιοδρομίας σας;

Οι Ιστορίες, η πιο αγαπημένη από όλες τις ταινίες μου, ίσως να αποτελεί την ουσία όλων των ταινιών που έχω κάνει στο παρελθόν, το σύνολο πολλών προβληματισμών, χαρακτήρων και καταστάσεων που καθεμιά τους συμβολίζει κάτι από τα πολλά χρόνια, κατά τα οποία έχω δουλέψει και της στενής μου σχέσης με την κοινωνία.

Η ταινία σας υπήρξε αντικείμενο κριτικής από τις ιρανικές Αρχές. Βάσει ποιων κριτηρίων; Θα θέλατε να σχολιάσετε αυτό το ζήτημα;

Καμία ταινία δεν αποτελεί πλήρη αντανάκλαση μιας κοινωνίας. Το ίδιο κι οι Ιστορίες, δεν αποτυπώνουν ολοκληρωμένα την κοινωνική κατάσταση στο Ιράν. Όσοι είναι εναντίον της ταινίας, πιστεύουν ότι, από πολιτικής άποψης, δείχνει μόνο τη «μαύρη» πλευρά των πραγμάτων. Από την άλλη, πολλοί θεωρούν πως πρόκειται για ταινία που άπτεται κοινωνικών ζητημάτων. Η ευρεία συζήτηση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στην κοινωνία συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές αντιλήψεις.

Παρά τους περιορισμούς, ο ιρανικός κινηματογράφος φαίνεται ότι ανθεί, αποσπώντας βραβεία κι εκτίμηση από κοινό και φεστιβάλ παγκοσμίως, σε σταθερή βάση. Ως έμπειρη και διακεκριμένη σκηνοθέτρια, τι θα συμβουλεύατε έναν Ιρανό ή μια Ιρανή που μόλις ξεκινούν να εργάζονται σε αυτό το πεδίο;

Το να κάνεις μια ταινία ίσως είναι δυνατό για πολλούς, αλλά η βασική αρχή είναι να συνεχίσεις να τα κάνεις. Για να το πετύχεις αυτό, πρέπει να είσαι ρεαλιστής και να έχεις γνώση και κατανόηση των συνθηκών αυτού του επαγγέλματος, προκειμένου να μπορέσεις να τις αντιμετωπίσεις. Δεν μπορεί, ούτε πρέπει, να είναι η προβολή των ταινιών σε φεστιβάλ ο στόχος της κινηματογραφικής δημιουργίας. Ενώ η αναζήτηση τρόπων παρακολούθησης ταινιών από ένα μεγαλύτερο κοινό προϋποθέτει ένα μηχανισμό έξω από τη θέληση ενός σκηνοθέτη, ο τελικός του στόχος θα πρέπει να είναι να προσπαθεί  να δημιουργεί και να καλλιεργεί μια διαρκή και στενή σχέση με το κοινό του ή το κοινό της.

Ευχαριστώ θερμά τις Katayoon Shahabi και Azin Mirsayah για την πολύτιμη βοήθειά τους στη μετάφραση της συνέντευξης από τα Φαρσί.

Οι Ιστορίες της Rakhshan Banietemad προβάλλονται στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης την Κυριακή 2 Νοεμβρίου, αίθουσα Τζον Κασσαβέτης, 20:00, και τη Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου, αίθουσα Σταύρος Τορνές, 13:00.