Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Sarah Helm: «Το να δώσω στις επιζήσασες του Ravensbrück την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα»


Σχεδιασμένο από τον Χάινριχ Χίμλερ και χτισμένο σε ειδυλλιακή τοποθεσία 90χλμ βορείως του Βερολίνου, το διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ravensbrück, το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί το Μάη του 1939, υπήρξε ένας τόπος μαρτυρίου αποκλειστικά για γυναίκες, μέχρι την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στα τέλη του Απρίλη του 1945. Μόνο ένα, αναλογικά, μικρό τμήμα του πληθυσμού του υπήρξαν Εβραίες. Το αισθητά μεγαλύτερο ήταν Ρομά, μαχήτριες της αντίστασης, πολιτικοί εχθροί του ναζιστικού καθεστώτος, Μάρτυρες του Ιεχωβά, πόρνες, ασθενείς, «τρελές». «Αντικοινωνικά στοιχεία», με δυο λόγια. Προέρχονταν από τουλάχιστον 20 χώρες. Αν κι η ιστορία του στρατοπέδου δεν είναι, γενικότερα, άγνωστη, έχει, ωστόσο, «σπρωχτεί» στο περιθώριο της ιστορίας της ναζιστικής γενοκτονίας.

Ένα καινούριο βιβλίο, το If this is a woman της Βρετανίδας δημοσιογράφου και συγγραφέως Sarah Helm, έρχεται να ρίξει «φως» στην ανατριχιαστική του «κληρονομιά», μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό και, κυρίως, μαρτυρίες από επιζήσασες, οι οποίες για πρώτη φορά «σπάνε» τη σιωπή τους, λίγο πριν πεθάνουν. Συνομιλούμε με την συγγραφέα.

Το βιβλίο σου, το οποίο υπήρξε προϊόν επίπονης έρευνας, τιτλοφορείται If this is a woman, παραπέμποντας στο Αν αυτό είναι ο άνθρωπος, τη μνημειώδη αυτοβιογραφική καταγραφή της εμπειρίας του Πρίμο Λέβι στο Άουσβιτς. Σε ποιο βαθμό αποτέλεσε το βιβλίο του πηγή έμπνευσης για σένα;

Πρωτοδιάβασα το «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» πριν από πολλά χρόνια κι εξακολουθώ να το θεωρώ το πιο επιβλητικό βιβλίο σχετικά με τη ναζιστική φρίκη. Ασφαλώς κι υπήρξε πηγή έμπνευσης, με πολλούς τρόπους. Ίσως το πιο σημαντικό ήταν το ότι ο Λέβι μετέφερε τον αναγνώστη μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αν και προφανώς δεν είμαι επιζήσασα, προσπάθησα να αναδημιουργήσω αυτό το αποτέλεσμα μέσα από τις φωνές των γυναικών, από τις οποίες πήρα συνέντευξη. Κι ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται ευθέως στο ποίημα του Λέβι με τον ίδιο τίτλο. Ο Λέβι ήθελε να μας κάνει να «σκεφτούμε αν αυτό είναι η γυναίκα», επίσης. Δεν ένιωθα πως είχαν γραφτεί αρκετά, ώστε να «σκεφτούμε» για τις γυναίκες.

Πότε πρωτάκουσες για το Ravensbrück; Και γιατί η ιστορία του, και πιο συγκεκριμένα η ιστορία των γυναικών κρατουμένων, αν και γενικότερα όχι άγνωστη, έχει «σπρωχτεί» στο περιθώριο της ιστορίας της ναζιστικής γενοκτονίας;

Άκουσα για το Ravensbrück για πρώτη φορά, όταν ερευνούσα για το πρώτο μου βιβλίο «A Life in Secrets, the Story of Vera Atkins and the Lost Agents of SOE». Η Vera Atkins ήταν αξιωματούχος της British Special Operations Executive (SOE) κι ερεύνησε την τύχη των αγνοούμενων Βρετανών πρακτόρων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εντόπισε πολλές από τις αγνοούμενες στο  Ravensbrück κι ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες που προχώρησαν σε έρευνα στο στρατόπεδο. Είχα στην κατοχή μου τα αυθεντικά έγγραφά της, τα οποία υπήρξαν ανεκτίμητα στα αρχικά στάδια της έρευνάς μου.

Η ιστορία του Ravensbrück έχει περιθωριοποιηθεί για πολλούς λόγους. Κατά πρώτον, οι γυναίκες ιδιαιτέρως απεχθάνονταν να μιλήσουν για την εμπειρία τους επιστρέφοντας και κανένας δεν ήθελε να ακούσει. Το μεγαλύτερο μέρος από τα επίσημα έγγραφα καταστράφηκε. Το στρατόπεδο απελευθερώθηκε από τους Σοβιετικούς, που κράτησαν ελάχιστα αρχεία. Εξάλλου, βρισκόταν στην Ανατολή και για πολλά χρόνια ήταν κρυμμένο πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Αργότερα, η ιστορία του εβραϊκού Ολοκαυτώματος αναδύθηκε στα ανατολικά σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια, ενώ εκείνη του εγκλήματος εναντίον των γυναικών στο Ravensbrück επισκιάστηκε. Οι ιστορικοί, συνήθως άντρες, δεν μπήκαν στον κόπο να ερευνήσουν για το στρατόπεδο λεπτομερώς.

Για εκείνους ανάμεσά μας που εξακολουθούν να μη γνωρίζουν, θα μπορούσες να μου εξηγήσεις πώς ήταν δομημένο και λειτουργούσε το συγκεκριμένο στρατόπεδο θανάτου;

Το στρατόπεδο ήταν διαρθρωμένο κατά τον ίδιο τρόπο που ήταν διαρθρωμένα τα αντρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Οι γυναίκες ζούσαν σε μεγάλα κτίρια και χρησιμοποιούνταν για καταναγκαστική εργασία. Την ίδια στιγμή τους γίνονταν κάποιες παραχωρήσεις, λόγω του ότι ήταν γυναίκες. Για παράδειγμα, δεν υπήρχαν ένοπλα φυλάκια στους τοίχους αρχικά. Οι φύλακες χρησιμοποιούσαν περισσότερο σκυλιά, καθώς ο Χίμλερ θεωρούσε πως οι γυναίκες τα φοβόντουσαν πιο πολύ από ότι οι άντρες.

Από τα μέσα του πολέμου, το στρατόπεδο έγινε κέντρο καταναγκαστικής εργασίας και πολλές πέθαναν στη διάρκεια της δουλειάς από εξάντληση, λιμοκτονία ή αρρώστιες. Πολλές, επίσης, εξαναγκάστηκαν να κατασκευάζουν γερμανικά όπλα. Υπήρχε ένα εργοστάσιο της Siemens στο στρατόπεδο, όπου οι γυναίκες έφτιαχναν τμήματα των γερμανικών πυρομαχικών. Τους τελευταίους μήνες, εξαντλημένες γυναίκες στη Siemens επιλέχτηκαν για θανάτωση στους θαλάμους αερίων ή με εκτέλεση.
 
 

Αλλα, σε αντίθεση με αντρικά στρατόπεδα, υπήρχαν γυναίκες φύλακες που διατηρούσαν την τάξη. Λογοδοτούσαν σε ένα αντρικό στράτευμα των SS. Την πρώτη περίοδο, το στρατόπεδο ήταν πολύ μικρό κι η πειθαρχία αυστηρή. Αργότερα, διαβιούσαν περίπου 45.000 γυναίκες εκεί, γεγονός που το κατέστησε υπερπλήρες και χαοτικό. Όλο και περισσότερες φυλακισμένες χρησιμοποιούνταν, προκειμένου να βοηθούν στη διαχείριση του στρατοπέδου. Οι φυλακισμένες εργάζονταν ακόμη κι ως αστυνομικίνες του στρατοπέδου. Το Ravensbrück ήταν ένα από τα τελευταία στρατόπεδα που απελευθερώθηκαν. Πριν το τέλος, υπέστη εκκαθάριση και πολλές γυναίκες πέθαναν στους θαλάμους αερίων ή σε πορείες θανάτου.

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή του βιβλίου σου είναι ότι εστιάζεις στη συνενοχή των γυναικών δεσμοφυλάκων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπως η Johanna Langefeld, η επικεφαλής δεσμοφύλακας. Δεδομένου του γεγονότος πως η ιστοριογραφία της περιόδου προσεγγίζει τις γυναίκες κυρίως ως θύματα, το βιβλίο σου, όπως κι εκείνο της Wendy Lower Οι μαινάδες του Χίτλερ (σημ.: κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»), είναι μια καλοδεχούμενη εξαίρεση. Αποφάσισες συνειδητά να εντάξεις αυτή τη διάσταση ή συνέβη, ενώ διεξήγαγες την έρευνα;

Ο χαρακτήρας και τα κίνητρα των γυναικών δεσμοφυλάκων με ενδιέφεραν πάντα. Είχα, λοιπόν, την πρόθεση να κάνω τις δεσμοφύλακες όσο πιο μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μπορούσα.

Η Johanna Langefeld, η πρώτη επικεφαλής δεσμοφύλακας, δεν ήταν τυπικό δείγμα, αλλά ήταν ενδιαφέρουσα. Ήταν μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, που είχε εκπαιδευτεί στο σύστημα της φυλακής και πίστευε στον Χίτλερ και τις δεδηλωμένες προθέσεις του. Ήταν αντισημίτρια και σκληρή. Ήταν, όμως, και θρησκευόμενη κι είχε μια αίσθηση δικαιοσύνης. Όταν η κατάσταση στο Ravensbrück χειροτέρεψε, διαμαρτυρήθκε κι απολύθηκε.

Πολλές από τις νεότερες δεσμοφύλακες ήταν απλώς συνηθισμένες γυναίκες.- συχνά ντόπιες- που είχαν μικρή εμπειρία από τη ζωή και πίστευαν πως ό,τι έκαναν ήταν φυσιολογικό. Μερικές ανακάλυψαν ξεκάθαρα ένα σαδιστικό χαρακτηριστικό κι απολάμβαναν τη σκληρότητα. Άλλες, απλώς ακολουθούσαν εντολές κι αποδέχονταν πως οι άνθρωποι που φύλαγαν ήταν «άχρηστοι» και μπορούσαν να υποστούν κακομεταχείριση. Η ζωή για εκείνες ήταν σχετικά καλή στο στρατόπεδο. Έμεναν, ως επί το πλείστον, σε όμορφα μέρη, φορούσαν στολή κι είχαν τη δυνατότητα να συναντούν άντρες των SS και να τους παντρεύονται.

Η κανονικότητα πολλών από αυτές τις γυναίκες ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ιστορίας που αποκάλυψα και που ήμουν αποφασισμένη να αποτυπώσω όσο πιο ζωντανά μπορούσα. Πιστεύω, όμως, ότι, σε κάποιο βαθμό, υπήρξαν θύματα. Αυτές οι δεσμοφύλακες συχνά εξαναγκάζονταν να εργαστούν κι υφίσταντο κακομεταχείριση από τους άντρες  SS. Δεν είχαν κάποιο status και πίστευαν πως δεν είχαν πιθανότητα να ζήσουν.  

Υπήρξες αρκετά προνομιούχα, ώστε να καταφέρεις να εντοπίσεις αρκετές από τις επιζήσασες κατά τη διάρκεια της έρευνάς σου. Δεδομένης της τραυματικής φύσης όσων είχαν υποστεί τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά, πόσο απρόθυμες ήταν οι γυναίκες, με τις οποίες μίλησες, να μοιραστούν τις εμπειρίες τους μαζί σου;

Οι γυναίκες, από τις οποίες πήρα συνέντευξη, δεν ήταν απρόθυμες. Μπορεί να υπήρξαν στο παρελθόν, αλλά τώρα είχαν αποφασίσει να μιλήσουν. Οι περισσότερες βρίσκονταν, προφανώς, στο τέλος της ζωής τους, οπότε, ακόμη κι αν είχαν παραμείνει σιωπηλές μέχρι τις μέρες μας, ένιωσαν ότι ήθελαν να καταγραφούν οι αναμνήσεις τους, πριν πεθάνουν.

Πολλές αισθάνθηκαν πως έπρεπε να έχουν μιλήσει άφοβα νωρίτερα και- αν το είχαν κάνει- τα βάσανα των συντροφισσών τους θα κατανοούνταν καλύτερα σήμερα..

Όσες ζούσαν σε κομμουνιστικές χώρες μετά τον πόλεμο δεν είχαν μπορέσει να μιλήσουν ανοιχτά από φόβο μήπως υποστούν διώξεις, αν αποκαλυπτόταν ότι είχαν αντισταθεί στον κομμουνισμό πριν και μετά τον πόλεμο. Από τότε που επέστρεψαν, οι Σοβιετικές ζούσαν με το φόβο των ανακριτών της KGB. Ο Στάλιν τους είχε ζητήσει να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Το γεγονός και μόνο πως είχαν βρεθεί σε ναζιστικά στρατόπεδα σήμαινε ότι ήταν «μολυσμένες» από τη Δύση. Αυτές οι γυναίκες μου μίλησαν για πρώτη φορά. Ήταν ένα σπουδαίο προνόμιο να ακούω τις ιστορίες τους, που ειπώθηκαν σαν κάτι καινούριο.
 
 

Τι σε εντυπωσίασε περισσότερο σε εκείνες τις γυναίκες, κι ιδιαίτερα σε όσες είχες την ευκαιρία να συναντήσεις;

Η ανθρωπιά τους κι η ανθρωπιά εκείνων, για τις οποίες μιλούσαν. Παρά τη φρίκη, τη σκληρότητα και την εκμετάλλευση, πολλές από τις φυλακισμένες διατηρούσαν μια αίσθηση του σωστού και του λάθους και μια αποφασιστικότητα να υπερασπιστούν τις πεποιθήσεις τους.

Η καθαρή ανάγκη επιβίωσης επανερχόταν διαρκώς. Μια φυλακισμένη στο μπούνκερ, χωρίς φως και σχεδόν καθόλου φαγητό για πολλούς μήνες, την «έβγαζε» με μικροσκοπικά κομμάτια ψωμιού, για να παραμείνει ζωντανή. Μια άλλη, έδωσε την κούπα με τη σούπα σε μια γυναίκα που πέθαινε της πείνας. Τέτοιες ιστορίες υπήρχαν άφθονες και δίνουν μια ιδέα για το πόσο πολλές γυναίκες είχαν πολεμήσει, ώστε να «κρατηθούν». Άλλες, βεβαίως, δεν είχαν τη δύναμη. Αυτές «δίπλωσαν τα φτερά τους», όπως κάποια είπε.

Νιώθεις ότι κατάφερες να διασώσεις τη «φωνή» τους, λίγο πριν πεθάνουν; Είχαν όλες τους τη δυνατότητα να διαβάσουν το βιβλίο, όσο ήταν ακόμη ζωντανές;

Ναι, ελπίζω ότι κατάφερα να διασώσω όσο περισσότερες «φωνές» ήταν δυνατόν. Αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Η ιστορία συχνά γράφεται με την ψυχρή, αποστασιοποιημένη «φωνή» του ιστορικού. Το να δώσω στις επιζήσασες την ευκαιρία να αφηγηθούν την ιστορία τους ήταν ζωτικής σημασίας για μένα. Πολύ λίγες είχαν τη δυνατότητα να διαβάσουν αυτά που έγραψα, καθώς οι περισσότερες πέθαναν πριν την ολοκλήρωση του βιβλίου. Κάποια από τα παιδιά και τους συγγενείς τους, ωστόσο, διάβασαν το χειρόγραφο κι έκαναν σχόλια και διορθώσεις.

Σχεδόν 70 χρόνια μετά την απελευθέρωση του Ravensbrück από τον Κόκκινο Στρατό και την ήττα του ναζισμού, η ακροδεξιά ιδεολογία κι οι πρακτικές της, ιδιαιτέρως στη νεοναζιστική εκδοχή τους, «σηκώνουν κεφάλι» για άλλη μια φορά- από την Ουκρανία και τη Νορβηγία, στην Ουγγαρία και την Ελλάδα, ανάμεσα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εκτιμάς ότι βιβλία όπως το δικό σου μπορούν να λειτουργήσουν ως ανατριχιαστική υπόμνηση αυτού που στην ουσία είναι ο ναζισμός; Αισιοδοξείς για το μέλλον;

Ελπίζω ότι ισχύει αυτό, αλλά δεν έχω αυταπάτες πως τέτοια βιβλία μπορούν να επηρεάσουν.

Πράγματι, νομίζω ότι βιβλίο μου δείχνει πόσο εύκολα συντελέστηκε αυτό το έγκλημα- πόσο εύκολα οι εγκληματίες πείστηκαν να διαπράξουν αγριότητες και πόσο εύκολα ο κόσμος, κοντινός και μακρινός, κοίταζε αλλού. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο θα μπορούσε να είναι μια προειδοποίηση, επειδή διατείνεται ότι φρίκη τέτοιων διαστάσεων θα μπορούσε να αναπαραχθεί. Δεν υπήρχε τίποτε το εξαιρετικό στους ανθρώπους που εμπλέκονταν στις αγριότητες στο Ravensbrück ή σε άλλα στρατόπεδα. Ένας από τους Βρετανούς δικηγόρους στη δίκη του 1946 μου είπε πως θα μπορούσε να διαλέξει το προσωπικό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης «από οποιοδήποτε τρένο του λονδρέζικου μετρό».

Δεν είμαι, επομένως, αισιόδοξη για το μέλλον, με την έννοια ότι νομίζω πως θα μπορούσαμε να το ξανακάνουμε- αν και το πλαίσιο θα ήταν σαφώς διαφορετικό. Σήμερα παρακολουθούμε ωμότητες να ξεδιπλώνονται στη Συρία, τη Λωρίδα της Γάζας, την Ουκρανία κι αλλού κι ο κόσμος μοιάζει προφανώς ανίκανος να τις σταματήσει. Φαίνεται ότι τίποτε δε μάθαμε σχετικά με το πώς να διαχειριζόμαστε τις αντιπαραθέσεις μας. Επιπλέον, οι ελπίδες ότι οι καινούριοι διεθνείς νόμοι κι οι συμβάσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα προστάτευαν τους αμάχους στο μέλλον έχουν διαλυθεί. Η 4η Σύμβαση της Γενεύης για την προστασία των αμάχων σε καιρό πολέμου συμφωνήθηκε το 1949, αλλά σχεδόν αγνοείται στις μέρες μας.  

Από πολλές απόψεις δεν είμαι, λοιπόν, αισιόδοξη για το μέλλον. Από την άλλη πλευρά, η δουλειά μου πάνω στο βιβλίο μου άφησε μια έντονη αίσθηση της δύναμης του ανθρώπινου πνεύματος. Οι αναγνώστες κι οι αναγνώστριες διαρκώς σχολιάζουν σχετικά με το πώς ο αγώνας των γυναικών να επιβιώσουν κι η ανθρωπιά τους «διαπερνούν» το βιβλίο. Αυτό μου δίνει ένα λόγο να ελπίζω.

Το βιβλίο της Sarah Helm If this is a woman κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Little, Brown».