Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Anna Muylaert: «Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι να γράψω πολιτικό μανιφέστο»


Ένα βαθιά πολιτικό και με σαφώς ταξική «ανάγνωση» οικογενειακό δράμα επιβεβαιώνει τη ζωτικότητα του νοτιοαμερικάνικου σινεμά. Ο λόγος για την ταινία Η δεύτερη μάνα της Βραζιλιάνας Anna Muylaert, η οποία επιτέλους προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους, 1 και πλέον χρόνο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου οι πρωταγωνίστριές της Regina Casé και Camila Márdila απέσπασαν το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στην κατηγορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Val (Regina Casé), η οποία εργάζεται ως εσώκλειστη νταντά, και ουσιαστικά ως πραγματική μητέρα, σε μεγαλοαστικό σπίτι στο Σάο Πάολο, έχοντας πλήρως εσωτερικεύσει και φυσικοποιήσει την ταξικά κατώτερη θέση της. Η εμφάνιση της νεαρής κόρης της Jéssica (Camila Márdila), την οποία έχει να δει επί πολλά χρόνια, στην πόλη, όπου σκοπεύει να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, θα «πυροδοτήσει» μια σειρά από ανατροπές. Κουβεντιάζουμε με την Anna Muylaert, με αφορμή τη διεισδυτική της ταινία.



Φαίνεται ότι η Δεύτερη μάνα σε «ταλαιπώρησε» για πολλά χρόνια. Ποια ήταν η αφετηρία όλης της δημιουργικής διαδικασίας πίσω από το γύρισμα της ταινίας και γιατί χρειάστηκες τόσο μεγάλο διάστημα, για να την ολοκληρώσεις;

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο πριν από 20 χρόνια, όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί και συνειδητοποίησα πόσο ευγενής απασχόληση είναι να ανατρέφεις ένα παιδί. Την ίδια στιγμή, παρατήρησα, επίσης, το βαθμό, στον οποίο το καθήκον αυτό είναι υποτιμημένο στη βραζιλιάνικη κουλτούρα. Στο κοινωνικό μου κύκλο, αντί να φροντίζεις το ίδιο σου το μωρό, πιο συχνά προσλαμβάνεις μια εσώκλειστη νταντά, στην οποία αναθέτεις την περισσότερη δουλειά, που θεωρείται βαρετή και σε «αδειάζει». Αλλά αυτές οι νταντάδες συχνά αναγκάζονται να αφήσουν τα δικά τους παιδιά σε κάποιον άλλο, για να χωρέσουν σε αυτό το πλαίσιο.

Αυτό το κοινωνικό παράδοξο υπήρξε για μένα ένα από τα πιο σημαντικά στη Βραζιλία, γιατί είναι πάντα τα παιδιά που βγαίνουν χαμένα- τόσο εκείνα των εργοδοτών, όσο και των νταντάδων. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο θεμέλιο της κοινωνίας μας, την εκπαίδευση.

Μου πήρε τόσα χρόνια, για να βρω τη σωστή ιστορία και να συγκεντρώσω χρήματα.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της δουλειάς σου είναι ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας της, το γεγονός ότι «απογυμνώνει» τις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εξουσίας στη Βραζιλία, χωρίς, ούτε μια φορά, να αναφέρεται σε κάποια πολιτική ιδεολογία ή όρο (Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο), ή να γίνεται διδακτική. Ήταν συνειδητή επιλογή εξ αρχής, ή αποφάσισες πως αυτός ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος να αφηγηθείς τη συγκεκριμένη ιστορία;

Δεν ήταν καν απόφαση. Ήθελα να αφηγηθώ μια καλή ιστορία, όχι γράψω το οποιοδήποτε πολιτικό μανιφέστο.

Ταυτίζεσαι με τη ζωντανή παράδοση του νοτιοαμερικάνικου σινεμά, που συνδυάζει οξύ κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο και μια ευαίσθητη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση;

Το ελπίζω! Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, οι αναφορές μου παραπέμπουν περισσότερο στον ιταλικό κινηματογράφο.



Η Regina Casé, η πρωταγωνίστριά σου, δίνει μια από τις πιο ολοκληρωμένες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων τόσο σε λεκτικό, όσο και μη-λεκτικό επίπεδο, θυμίζοντάς μου πολύ το ταμπεραμέντο των γυναικών και των μητέρων της Μεσογείου. Πώς ήταν συνεργασία σας;  

Πράγματι συνεισέφερε πολύ στη διαμόρφωση των διαλόγων και το «χτίσιμο» του χαρακτήρα της. Υπήρξαν πολλές συζητήσεις, πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Η εμφάνιση της κινηματογραφικής της κόρης, που ενσαρκώνεται υπέροχα από την Camila Márdila, λειτουργεί καταλυτικά με πολλούς τρόπους- κι όχι μόνο σε σχέση με την ήρεμη ριζοσπαστικοποίηση της μητέρας. Αντιμετωπίζεις, επίσης, τις νεότερες γενιές- ή τμήματά τους- ως «καταλύτες» της κοινωνικής αλλαγής;

Ναι, σίγουρα. Αλλά, αυτή τη στιγμή, στη Βραζιλία ο συγκεκριμένος χαρακτήρας φέρει μια ξεχωριστή κοινωνική σημασία, λόγω των πρόσφατων ενεργειών που κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν εκατομμύρια φοιτητές χαμηλών κοινωνικών τάξεων στο πανεπιστήμιο.

Εκτός από παραγωγική σκηνοθέτρια τηλεταινιών και ταινιών μικρού μήκους, έχεις, επίσης, ασχοληθεί με την κριτική κινηματογράφου. Σε βοήθησε να διαμορφώσεις την κινηματογραφική σου προσέγγιση;

Ασφαλώς. Για να σκηνοθετήσεις μια ταινία, πρέπει όχι μόνο να αισθάνεσαι, αλλά και να κρίνεις όλη την ώρα.

Ποιοι σκηνοθέτες συνιστούν τις βασικές σου αναφορές/ πηγές έμπνευσης;

Οι δάσκαλοι. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Φελίνι, ο Παζολίνι, ο Γκλάουμπερ Ρόχα, ο Γκοντάρ. Επίσης, οι Αδερφοί Κοέν, ο Γκας Βαν Σάντ, καθώς και σύγχρονοι Βραζιλιάνοι σκηνοθέτες, όπως ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο και ο Κλαούντιο Ασίς.

Υπάρχει ένα «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο, ή, απλώς, καλοί και κακοί σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες; Τι καθιστά ένα φιλμ «καλό», κατά τη γνώμη σου;

Πιστεύω πως υπάρχει γυναικείο βλέμμα, αλλά νομίζω ότι δεν εξαρτάται από το φύλο του σκηνοθέτη. Ο Αλμοδόβαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι δύσκολο να ορίσεις ένα «καλό» φιλμ, αλλά αυτό που τέτοιες ταινίες έχουν ως κοινό ίσως είναι ότι είναι ζωντανές, ότι λένε περισσότερα από όσα είχαν σκοπό να πουν.

Πόσο δύσκολη είναι η εξασφάλιση χρηματοδότησης για κινηματογραφικά εγχειρήματα στη Βραζιλία;

Δύσκολη όσο και οπουδήποτε αλλού. Το σινεμά απαιτεί πολλά χρήματα.

2 ταινίες σου (Η δεύτερη μάνα, Dont call me son) έχουν προβληθεί σε φεστιβάλ τα 2 τελευταία χρόνια. Προς το παρόν ξεκουράζεσαι, ή είσαι στη διαδικασία προετοιμασίας μιας καινούριας ταινίας;

Ξεκουράζομαι!

Η φωτογραφία της Anna Muylaert είναι του Marcos Alves και εκείνες των 2 πρωταγωνιστριών της Aline Arruda.

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Manuela Mandler από την εταιρεία παραγωγής της ταινίας, την Gullane, που με έφερε ταχύτατα σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Anna Muylaert Η δεύτερη μάνα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Feelgood Entertainment.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Gianfranco Rosi: «Το μέλλον της Ευρώπης θα είναι φρικτό, αν δεν αλλάξει οπτική γωνία»


Πιο πολύ χαμηλόφωνος ποιητικός στοχασμός, στα όρια της μυθοπλασίας και με επιρροές από Πατρίσιο Γκουσμάν, παρά συμβατικό ντοκιμαντέρ δημοσιογραφικού χαρακτήρα, το Φωτιά στη Θάλασσα του Ιταλού Gianfranco Rosi, το οποίο απέσπασε την Χρυσή Άρκτο στη φετινή Μπερλινάλε, προσεγγίζει με λεπταίσθητο χιούμορ την καθημερινότητα μερικών από τους κατοίκους της Λαμπεντούζα, ντόπιων και μεταναστών. Κεντρικός πρωταγωνιστής του ντοκιμαντέρ είναι ο 12χρονος Σαμουέλε, μέσα από τα μάτια του οποίου «περιηγούμαστε» στο ανθρώπινο «τοπίο» του μικροσκοπικού νησιού-πύλης εισόδου για χιλιάδες μετανάστες από την Αφρική προς την Ευρώπη. Έμπειρος ντοκιμαντερίστας, ο Gianfranco Rosi έμεινε στο νησί για 1.5 χρόνο, παρέα με την κάμερά του, και ολοκλήρωσε το ντοκιμαντέρ λίγο πριν την έναρξη της Μπερλινάλε. Ο σκηνοθέτης βρέθηκε στην Αθήνα την προηγούμενη βδομάδα για την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας του, προσκεκλημένος της StraDa Films, η οποία τη διανέμει στην Ελλάδα. Ευδιάθετος, ομιλητικός, οξυδερκής και με ξεχωριστή αίσθηση του χιούμορ, μας μίλησε για το ντοκιμαντέρ του, τη σκηνοθετική του προσέγγιση, το μεταναστευτικό ζήτημα και την Ευρώπη του σήμερα. Το Φωτιά στη Θάλασσα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους.



Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ σας, σκεφτόμουν ότι θα ζούσαμε σε διαφορετική κοινωνία, αν ταινίες όπως το Φωτιά στη Θάλασσα, γίνονταν blockbusters. Ή δε θα ήταν καν απαραίτητες, γιατί η κοινωνία θα ήταν ήδη διαφορετική.

Ακριβώς. Γι’ αυτό, όταν με ρωτάνε αν οι ταινίες αλλάζουν τον κόσμο, απαντώ πως δεν μπορούν. Πόσοι άνθρωποι θα δουν αυτήν την ταινία στην Ελλάδα; 20, 50.000, ίσως. Πόσοι στην Ιταλία; Ίσως 150.000.

Ο στόχος, ωστόσο, είναι να «απλωθεί» σε όσο το δυνατόν ευρύτερα κοινά είναι δυνατόν, για αρχή. Αυτό που, κυρίως, εκτίμησα στη δουλειά σας είναι ότι δεν πρόκειται για συμβατικό ντοκιμαντέρ καταγραφικού ή τηλεοπτικού τύπου, αλλά περισσότερο αποτελεί έναν ποιητικό στοχασμό πάνω σε σύνθετα ζητήματα και πραγματικότητες.

Στην πραγματικότητα δεν έχω αλλάξει προσέγγιση από την πρώτη μου ταινία μέχρι την τελευταία. Χρειάζομαι να συναντώ πράγματα: πρώτα τόπους κι έπειτα, μέσα σε αυτούς, ανθρώπους. Στη συνέχεια, πρέπει να έχω επίγνωση πως αυτή η πραγματικότητα βρίσκεται στο εσωτερικό των ανθρώπων. Όταν, λοιπόν, κινηματογραφώ τη ζωή τους, αντανακλούν τον κόσμο που τους περιβάλλει.

Εστιάζετε, επίσης, αρκετά σε ανθρώπους που ανήκουν στο περιθώριο, που ζουν ήσυχες ζωές, που δεν «κραυγάζουν» για προσοχή.

Μου αρέσει να δημιουργώ μια οικειότητα με τον άλλο, ένα διάλογο. Διαλέγομαι, λοιπόν, με όσους έχουν τις ίδιες ευαισθησίες με μένα, αλλιώς δε θα τα κατάφερνα. Πρέπει, επίσης, να ερωτευτώ κάποιες στιγμές, κάποιες ιστορίες...

Κάποιους ανθρώπους, επίσης;

Απολύτως. Και σίγουρα ερωτεύτηκα τον πρωταγωνιστή του Φωτιά στη θάλασσα, τον Σαμουέλε.



Τον συναντήσατε τυχαία, στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Μόνο μέσα από τα ματιά ενός παιδιού θα μπορούσα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία. Ο Σαμουέλε είναι ένας πνευματικός, συναισθηματικός οδηγός. Μέσω της διάθεσής του, υποθέτουμε τι υπάρχει έξω από το νησί. Έτσι, οι δύο αυτοί κόσμοι έρχονται, κατά κάποιο τρόπο, κοντά, δημιουργώντας μια αλληλοσυμπληρούμενη διάθεση, που κρατάει την ιστορία.

Στην πραγματική ζωή, εκτός φιλμ, που κι αυτό αποτελεί μια κατασκευή...

...Σίγουρα...

...Συγκλίνουν, ή συνέκλιναν στο παρελθόν, οι δύο παράλληλοι κόσμοι, των κατοίκων της Λαμπεντούζα και των μεταναστών;

Όχι στις μέρες μας. Μετά την έλευση της Frontex, τα σύνορα μετακινήθηκαν. Πριν από αυτά τα γεγονότα, πιθανότατα υπήρχε αλληλεπίδραση, αλλά δεν έγινα μάρτυρας σε κάτι τέτοιο. Στο παρελθόν, το νησί και οι κάτοικοί του ήταν πολύ πιο ευάλωτοι, γιατί υπήρχε κάποια περίοδος, κατά την οποία κατέφθαναν στη Λαμπεντούζα χιλιάδες πλοία, έμοιαζε με νεκροταφείο πλοίων. Κι επειδή αυτά βρίσκονταν στην ακτή, οι άνθρωποι έπρεπε να πάνε εκεί για να τα μετακινήσουν. Τώρα η κατάσταση λειτουργεί μέσα από πιο θεσμικούς διαύλους. Οι άνθρωποι αναχαιτίζονται στη θάλασσα και μετά οδηγούνται στο νησί, όπου τους παραλαμβάνουν λεωφορεία, τα οποία τους μεταφέρουν στο κέντρο. Αλλά, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το σύνορο, που μετακινήθηκε, έσωσε πολλούς στη θάλασσα, αλλά και οδήγησε σε πολλούς θανάτους, γιατί τώρα στέλνουν τους μετανάστες, για παράδειγμα από τη Λιβύη, με πλοία, τα οποία δεν είναι εξοπλισμένα να αντιμετωπίσουν τη θάλασσα, έτσι πεθαίνουν πολύ περισσότεροι. Αυτό είναι ένα παράδοξο.

Νιώθετε να αλλάζετε, μετά από καθέ ντοκιμαντέρ σας, δεδομένου ότι συναντάτε ανθρώπους;

Ασφαλώς. Πάντοτε αλλάζεις. Υπάρχουν πολύ δυνατές στιγμές στον παλιό μου εαυτό, αλλά, όταν ξεκινώ κάτι καινούριο, πρέπει να ξεχάσω εντελώς την προηγούμενη δουλειά μου, να απελευθερωθώ ολοκληρωτικά, να λειτουργώ σαν να πρόκειται για την πρώτη φορά- ή την τελευταία.

Δε βρίσκετε υποκριτικό το ότι ο Ματέο Ρέντσι ανέλαβε την πρωτοβουλία να δείξει την ταινία σας στους Ευρωπαίους ηγέτες, δεδομένου πως αυτοί είναι, περισσότερο ή λιγότερο, υπεύθυνοι για τις ανθρωπιστικές καταστροφές, όπως αποκαλούνται οι θάνατοι των μεταναστών, λόγω των πολιτικών που εφαρμόζουν;

Σίγουρα πρόκειται για καταστροφή. Μιλάμε για αριθμούς ανθρώπων, που, για παράδειγμα, στέλνονται πίσω στην Τουρκία από την Ελλάδα. Είναι άνθρωποι, οι οποίοι διακινδυνεύουν τις ζωές τους και πολλοί πεθαίνουν στη διαδρομή από την Τουρκία στη Λέσβο. Πρόκειται για μια τεράστια τραγωδία. Κι η ιδέα ότι η Ευρώπη λέει «τώρα πρέπει να επιστρέψουμε 200-250» είναι ένα παιχνίδι ηλιθιότητας. Ο μόνος τρόπος θα ήταν να χτίσει η Ευρώπη μια ανθρωπιστική γέφυρα και να προσπαθήσει να καταλάβει πως αυτοί οι άνθρωποι είναι εδώ και τίποτα δε θα σταματήσει. Η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει πολιτική, που πρέπει να γίνει ευρωπαϊκή, όχι πια πολιτική μεμονωμένων χωρών.

Αισθάνεστε κάποια αισιοδοξία;

Όχι, καθόλου. Μηδέν. Η αντιμέτωπιση του μεταναστευτικού ζητήματος είναι μια μεγάλη ήττα.

Που με τη σειρά της διευκολύνει την περαιτέρω άνοδο νεοναζιστικών, ξενοφοβικών και ρατσιστικών κομμάτων.

Ακριβώς. Το μέλλον της Ευρώπης θα είναι φρικτό, αν δεν αλλάξει πραγματικά οπτική γωνία, δεν αποκτήσει περισσότερο οραματικό χαρακτήρα.



Πού αφιερώνετε την ταινία σας;

Πράγματι την αφιέρωσα στην Λαμπεντούζα, όταν κέρδισα το βραβείο στην Μπερλινάλε, γιατί είναι ένα μικρό νησί με λίγες χιλιάδες κατοίκους, διαχειρίστηκε τα μεταναστευτικά κύματα τα τελευταία 20 χρόνια μόνη της και ποτέ δεν άκουσα έναν άνθρωπο να φοβάται. Υπήρχε τεράστιο αίσθημα αποδοχής. Όταν ρώτησαν τον γιατρό του νησιού γιατί συμβαίνει αυτό, απάντησε: «Επειδή είμαστε ψαράδες. Ένας ψαράς πάντοτε αποδέχεται ό,τι έρχεται από τη θάλασσα».

Ο τίτλος της ταινίας είναι ένα τραγούδι, και παράλληλα αναφέρεται στις κακουχίες και τον πόλεμο. Τον αντιλήφθηκα σωστά;

Έχει μια ελαφρότητα, που την αγάπησα, και, ταυτόχρονα, περιγράφει μια τραγωδία. Με έναν τρόπο, αυτή η ελαφρότητα συνιστά και τη δικιά μου προσέγγιση της πραγματικότητας. Γι’ αυτό, το συγκεκριμένο τραγούδι είχε, για μένα, εμβληματικό χαρακτήρα.

Ευχαριστώ θερμά τον Τάκη Βερέμη και την Σεργίνα Σταυρουλάκη από τη StraDa Films για την πολύτιμη συμβολή τους στην πραγματοποίηση της συνομιλίας με τον σκηνοθέτη.

Το ντοκιμαντέρ του Gianfranco Rosi Φωτιά στη Θάλασσα προβάλλεται από τις 14 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή της StraDa Films.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Laura Bispuri: «Θέλαμε να στοχαστούμε πάνω στη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη»


Εμπνεόμενη από το ομότιτλο μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως και ντοκιμαντερίστριας Elvira Dones, η Ιταλίδα σκηνοθέτρια Laura Bispuri αφηγείται με την Ορκισμένη παρθένα, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της, την ιστορία της Hana (Alba Rohrwacher), μιας γυναίκας που, ακολουθώντας έναν αρχαϊκό αλβανικό κώδικα τιμής, αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη, απαρνούμενη την αγάπη και το σεξ. Με τα χρόνια, η ηρωίδα θα επιχειρήσει να ανακαλύψει εκ νέου την καταπιεσμένη σεξουαλική της ταυτότητα. Η ταινία της Laura Bispuri, μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στη δόμηση της σεξουαλικής ταυτότητας και την καταστρεπτική επίδραση της πατριαρχίας, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στην περσινή Μπερλινάλε και την ελληνική στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Από τις 7 Απριλίου προβάλλεται και στους κινηματογράφους. Συζητάμε με την σκηνοθέτρια.



Τόσο ο παππούς, όσο και ο πατέρας σου, έχουν υπάρξει κομμάτι του κινηματογραφικού χώρου. Πώς το γεγονός αυτό επηρέασε την επιλογή σου να ασχοληθείς με το σινεμά, κατ’ αρχήν; Και πότε τελικά αποφάσισες να υλοποιήσεις την κλίση σου;

Ο παππούς μου δούλευε ως σκηνογράφος και κατασκευαστής props σε πολλές παλιές σημαντικές ταινίες με πολύ γνωστούς σκηνοθέτες, όπως ο Ροσελίνι, ο Σκόλα, ο Μπερτολούτσι, και ο πατέρας μου είναι κριτικός του ιταλικού κινηματογράφου. Θα ήθελα, λοιπόν, τα χέρια του παππού μου και το μυαλό του πατέρα μου! Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι ένας καλός σκηνοθέτης θα είχε και τα δύο μαζί. Σίγουρα με επηρέασαν με την αγάπη τους για το σινεμά και μεγάλωσα στο σπίτι με αυτό το πάθος. Σε κάθε περίπτωση, συνειδητοποίησα την κλίση μου μόλις έπιασα μια κάμερα στα χέρια μου. Εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου και κατάλαβα πως ήθελα να ασχοληθώ μόνο με αυτό στη ζωή μου.

Το ντεμπούτο σου βασίζεται στο, ή είναι εμπνευσμένο από το, μυθιστόρημα της αλβανικής καταγωγής συγγραφέως Elvira Dones με τον ίδιο τίτλο. Ήξερες για το θέμα του πριν διαβάσεις το βιβλίο; Σε ποιο βαθμό έμεινες πιστή στο πρωτότυπο και με ποια έννοια προχώρησες σε μια προσωπική διασκευή του; Γυρίστηκε το αλβανικό κομμάτι του φίλμ στην τοποθεσία, όπου ο κώδικας τιμής του Kanun εξακολουθεί, κατά κάποιο τρόπο, να επιβιώνει;

Δεν ήξερα τίποτε για το Kanun και τις «ορκισμένες παρθένες» πριν διαβάσω το βιβλίο. Όταν το διάβασα και αποφάσισα να γυρίσω την πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας βασισμένη σ’ αυτό, άρχισα να μελετώ τον αλβανικό πολιτισμό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Διάβασα ό,τι υλικό υπήρχε για το θέμα, ανθρωπολογικές μελέτες ή μυθιστορήματα, παρακολούθησα ντοκιμαντέρ, είδα φωτογραφίες και άκουσα τις ιστορίες πραγματικών ανθρώπων από αυτήν την περιοχή. Πήγα πολλές φορές στην ορεινή Αλβανία και συνάντησα πολλές «ορκισμένες παρθένες». Έτσι, δούλεψα πολύ με την σεναριογράφο μου, πιστεύοντας πως το πιο σημαντικό ήταν να σεβαστώ την «καρδιά» της ιστορίας και το χαρακτήρα, αλλά με την ελευθερία μιας άλλης γλώσσας, της γλώσσας του σινεμά. Στο τέλος, νομίζω ότι η Elvira το αναγνώρισε και αγάπησε την ταινία, επίσης λόγω της ελευθερίας και του σεβασμού.

Γύρισα όλο το αλβανικό κομμάτι στην Αλβανία και το ιταλικό στην Ιταλία. Το αλβανικό, πιο συγκεκριμένα, γυρίστηκε σε μια περιοχή κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο, που λέγεται Valbona. Μπορώ να πω πως ο κώδικας του Kanun επιβιώνει, καθώς και οι «ορκισμένες παρθένες», οι οποίες ζουν στη συγκεκριμένη ορεινή τοποθεσία.

Θα περιέγραφες την Ορκισμένη παρθένα ως μια κινηματογραφική «οδύσσεια» που αφηγείται τη σεξουαλική αφύπνιση, ή την εκ νέου ανακάλυψη της σεξουαλικής ταυτότητας της Hana, της πρωταγωνίστριάς σου; Βρίσκω ιδιαιτέρως εφιαλτικό το ότι είναι υποχρεωμένη να αποκηρύξει τη θηλυκότητά της, προκειμένου να διατηρήσει μια (ακρωτηριασμένη) ελευθερία. Έτσι δεν είναι;

Ναι, η ταινία περιγράφει την παράδοξη κατάσταση μιας «ορκισμένης παρθένας», μιας γυναίκας που αποφασίζει να γίνει άντρας, ώστε να είναι ελεύθερη σαν άντρας. Από εκείνη τη στιγμή, μπορεί να κάνει οτιδήποτε μόνο ένας άντρας συνήθως μπορεί να κάνει. Αλλά το τίμημα που χρειάζεται να πληρώσει είναι πολύ υψηλό: μια ζωή χωρίς αγάπη και χωρίς σεξ. Έτσι, στην ιστορία η Hana αποφασίζει να γίνει «ορκισμένη παρθένα», αλλά, μετά από πολλά χρόνια, είναι σαν πέτρα. Το σώμα της είναι απολύτως παγωμένο. Κατά την εξέλιξη της ταινίας, ο Mark επιχειρεί να χρησιμοποιήσει το σώμα του/της, για να ανακαλύψει εκ νέου το θηλυκό κομμάτι του εαυτού του/της. Έτσι, ξεκινά ένα δυνατό εσωτερικό ταξίδι, μέσα στην ταυτότητά της και την ελευθερία. Στο τέλος της ταινίας, η Hana/Mark, που σε όλη την προηγούμενη διάρκεια ήταν ένα πολύπλοκο άτομο, γίνεται ένας ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος αντλεί δύναμη από αυτήν την πολυπλοκότητά του.



Μιλώντας για σεξουαλικές ταυτότητες/ταυτότητες φύλου, σε ποιο βαθμό εκτιμάς ότι καθορίζονται ή καταπιέζονται από τις κοινωνικές νόρμες, ανεξαρτήτως του είδους της κοινωνίας, όπου κάποιο άτομο ζει;

Η ταινία θέτει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη θηλυκότητα και την ελευθερία, τη θηλυκότητα και την ταυτότητα. Η «κόκκινη γραμμή» που διαπερνά το φίλμ είναι αυτή, και θέλουμε να ρωτήσουμε πόσο ελεύθερη είναι η γυναίκα σε ένα πολύ αρχαϊκό και δυνατό μέρος, όπως η ορεινή Αλβανία, αλλά και μια σύγχρονη τοποθεσία, όπως η βόρεια Ιταλία. Στην Ιταλία, στην πραγματικότητα ο Mark συναντά την Jonida, την κόρη της αδελφής του/της, ένα κορίτσι που ασκείται στη συγχρονισμένη κολύμβηση. Αυτό το άθλημα είναι ιδιαίτερο, γιατί τα κορίτσια φοράνε μακιγιάζ, ενώ βρίσκονται στο νερό, μοιάζουν πολύ το ένα με το άλλο, είναι υποχρεωμένα να χαμογελάνε, ακόμη κι αν είναι πολύ κουρασμένα, και τους ζητούν πολλά, παρότι η προσπάθειά τους είναι αόρατη, καθώς συντελείται κάτω από το νερό. Έτσι, η Jonida είναι κλεισμένη σε ένα «κλουβί», ζει σε άπνοια, όπως ο Mark είχε ζήσει σε ένα είδος «κλουβιού», ένας είδος άπνοιας στα βουνά, μόνος για χρόνια. Οι ζωές τους συναντήθηκαν καταυτόν τον τρόπο. Αλληλοβοηθήθηκαν, προκειμένου να απελευθερωθούν από την άπνοια.

Στην ταινία θέλαμε να προβούμε σε ένα στοχασμό πάνω σ’ αυτήν τη μάχη για τη γυναικεία ανάπτυξη. Κι αυτή έλαβε χώρα σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις και τόπους. Στο τέλος του φίλμ, η Jonida και ο Mark μιλάνε για την ελευθερία, και για μένα αυτή συνίσταται στην ελευθερία του ανθρώπινου χαρακτήρα, πέρα από τη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα. Το πιο σημαντικό σημείο είναι εκείνο, κατά το οποίο η Hana/Mark αναγνωρίζει τον εαυτό της/του γι’ αυτό που πραγματικά είναι.

Νομίζεις πως υπάρχει αυτό που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει «γυναικείο βλέμμα» στον κινηματογράφο; Ή σου φαίνεται απλουστευτικό;

Το φοβάμαι λίγο αυτό. Νομίζω ότι καλές και κακές ταινίες υπάρχουν εξίσου από άντρες και γυναίκες σκηνοθέτες και σκηνοθέτριες. Το πρόβλημα είναι πως ο αριθμός των σκηνοθετριών είναι πολύ πολύ μικρός σε σχέση με εκείνο των αντρών. Κι αυτή είναι μια αντικειμενική κατάσταση παγκοσμίως. Σχετικά με το «γυναικείο βλέμμα», νομίζω ότι είναι πιθανό για τη σεξουαλικότητα, το γυναικείο σώμα, τους γυναικείους χαρακτήρες. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, είναι δύσκολο να βρεις αληθινούς και βαθείς γυναικείους χαρακτήρες στις ταινίες.



Η Alba Rohrwacher δίνει μια εξαιρετικά ειλικρινή, και συνάμα διακριτική, ερμηνεία ως Hana/Mark. Συνεργαστήκατε για τη διαμόρφωση του κινηματογραφικού της χαρακτήρα;

Ναι, δουλέψαμε πολύ στενά μαζί. Αγαπούσε το χαρακτήρα της Hana/Mark όπως κι εγώ, και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή. Συνεργαστήκαμε στη δόμηση του χαρακτήρα σε σχέση με τη σωματική μεταμόρφωση, γιατί δεν ήθελα μια μάσκα, μόνο λίγες αλλαγές. Επίσης, σε ό,τι αφορά την εσωτερική μεταμόρφωση, γιατί η ταινία ήθελε να αποτυπώσει ένα πολύ δυνατό ταξίδι μέσα στον Mark. Η όλη δομή του σεναρίου και του μοντάζ είχαν να κάνουν με την πολυπλοκότητα του Mark και το εσωτερικό ταξίδι αυτού του ατόμου.

Η ταινία σου έχει προβληθεί σε πληθώρα φεστιβάλ παγκοσμίως, προσελκύοντας την προσοχή και, σε μερικές περιπτώσεις, αποσπώντας βραβεία. Τι κέρδισες από αυτήν την εμπειρία; Σε «όπλισε» με περισσότερη αυτοπεποίθηση, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της καινούριας δουλειάς σου;

Είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτήν την εμπειρία. Είναι το όνειρο όλων των σκηνοθετών να έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τη δουλειά τους παγκοσμίως. Έτσι, για μένα, ήταν πολύ σημαντικό να καταλάβω πως η ταινία έχει μια οικουμενική ιστορία και οικουμενικό αίσθημα, κι αυτό μου ήταν σαφές από τόσο διαφορετικά κοινά διεθνώς- στις Η.Π.Α., την Κίνα, τη Ρωσία, την Αφρική, την Ευρώπη... Τώρα δουλεύω πάνω στην επόμενη δουλειά μου και θα ήθελα να έχει μια ιστορία με αντίστοιχα οικουμενικό χαρακτήρα και αίσθημα.

Ευχαριστώ θερμά την Arianna Rossini από την εταιρεία παραγωγής του φίλμ, τη Vivo Film, που με έφερε σε επαφή με την σκηνοθέτρια.

Η ταινία της Laura Bispuri Ορκισμένη παρθένα προβάλλεται από τις 7 Απριλίου στους κινηματογράφους σε διανομή AMA Films.