Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Adrian Sitaru: «Η ταινία μου αφηγείται την ιστορία μιας αδύνατης αγάπης»


Άλλο ένα δείγμα της ζωτικότητας του σύγχρονου ρουμανικού κινηματογράφου, η ταινία του Adrian Sitaru Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο, ένα οικογενειακό δράμα «δωματίου» στην καλύτερη παράδοση των Μάικ Λι και Τόμας Βίντερμπεργκ, εξερευνά τα ηθικά διλήμματα και τις ηθικές επιλογές μιας ρουμανικής οικογένειας, με αφορμή την αποκάλυψη της ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε 2 από τα αδέρφια. Ο Adrian Sitaru, γνώριμος στο ελληνικό κοινό ήδη από την πρώτη του ταινία (Hooked), μας μίλησε για τη Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο, η οποία προβάλλεται από τις 29 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους.

Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ο απενοχοποιημένος, προσγειωμένος, ψύχραιμος και μη εντυπωσιοθηρικός τρόπος, με τον οποίο στη Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο προσεγγίζεις ζητήματα ταμπού για τη ρουμανική κοινωνία (αλλά και για πολλές άλλες), όπως της αιμομιξίας.

Η αποτύπωση μιας αιμομικτικής σχέσης με την έννοια της κακομεταχείρισης δεν υπήρξε ο βασικός μου στόχος. Η ταινία μου αφορά πιο πολύ σε ηθικές επιλογές, παρότι ασφαλώς με γοητεύουν τα ταμπού. Αφηγείται την ιστορία μιας αδύνατης αγάπης, κινούμενη σε αυτή την «γκρίζα ζώνη», όπου βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ηθικά διλήμματα. Στη συνέχεια, ερευνήσαμε περιπτώσεις αδερφών σε αιμομικτική σχέση ανά στον κόσμο και πόσο νόμιμες είναι.

Πώς «έχτισες» την ιστορία;

Η Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο άρχισε ως ένα πείραμα πριν από 3-4 χρόνια. Η βασική ηρωίδα, η Alina Grigore (Sasha), η οποία διατηρεί μια ιδιωτική σχολή ηθοποιίας για ανθρώπους που ήδη δουλεύουν, ήρθε σε μένα με ένα θεατρικό έργο, ζητώντας μου να το μεταφέρω στην κινηματογραφική οθόνη. Ήταν, λοιπόν, για μένα μια καλή ευκαιρία, γιατί ήθελα να κάνω ένα φιλμ χωρίς να έχω σενάριο, ένα υβρίδιο μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας. Η Alina είχε ήδη δουλέψει με τους ηθοποιούς, τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, αλλά το σχέδιό μου ήταν τους βάλω σε κατάστάσεις και συναισθήματα αντίστοιχα με εκείνα της πραγματικής ζωής.



Δυο ζητήματα με απασχόλησαν: ότι στην πραγματική ζωή δεν έχεις την ευκαιρία για δεύτερη λήψη, έτσι ζήτησα από τους ηθοποιούς να κάνουμε μόνο μία λήψη για την κάθες σκηνή, σαν ντοκιμαντέρ παρατήρησης, και ότι θέτουμε καθημερινούς στόχους, μεγαλύτερους ή μικρότερους. Κάναμε, έτσι, πολλές πρόβες, και έπειτα γυρίσαμε την ταινία, χωρίς οι ηθοποιοί να ξέρουν τι θα ακολουθούσε την επόμενη μέρα. Έδινα, απλώς, στον καθένα και την καθεμία συγκεκριμένους στόχους προς υλοποίηση, αλλά δεν τους επέβαλλα πώς θα ολοκληρωνόταν η οποιαδήποτε σκηνή, ούτε ήθελα να εμπλακώ στο σενάριο. Για μένα, και στα καλύτερα σενάρια νιώθεις τη «σφραγίδα» του σεναριογράφου ή του σκηνοθέτη. Ήθελα, λοιπόν, να «βγάλουν» στην οθόνη τις δικές τους πεποιθήσεις και αρχές. Μένοντας μαζί τους και κάνοντας αυτού του είδους τις ασκήσεις, η δουλειά μου έγινε πολύ απλούστερη, ενώ μάθαινα ποιοι είναι τόσο στην πραγματική τους ζωή, όσο και ως μυθοπλαστικοί χαρακτήρες.

Το τέλος της ταινίας δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο θα ήταν πιθανό να συντελεστεί και στην πραγματική ζωή.

Είχαμε όχι περισσότερες από 12 μέρες γυρισμάτων στη διάθεσή μας, και στην 7η ή την 8η αποφάσισα ποιο θα ήταν το τέλος, που για μένα ήταν πιο σημαντικό να μοιάζει με όνειρο, ώστε να δημιουργήσω στο κοινό το ερώτημα αν είναι αληθινό ή συντελείται σε άλλη πραγματικότητα και χρόνο, συνδεόμενο με τον αρχικό μονόλογο του πατέρα.

Στον τρόπο, με τον οποίο σκηνοθετείς τους ηθοποιούς, διέκρινα επιρροές από Κεν Λόουτς και Μάικ Λι. Ισχύει;

Για μένα η ταινία ήταν σαν μια μουσική σύνθεση: όταν είσαι σε μια μπάντα και τζαμάρεις, καθένας συνεισφέρει σ’ αυτή τη διαδικασία. Ίσως επηρεάστηκα πιο πολύ από τον Μάικ Λι ή τον Τόμας Βίντερμπεργκ.



Αλλά κι η δουλειά με την κάμερα ήταν εντυπωσιακή. Φαντάζει σαν ένας ακόμα χαρακτήρας.

Συζητώντας με τους διευθυντές φωτογραφίας, τους είπα ότι χρειαζόμουν 2 κάμερες, γιατί, μιας και θα κάναμε μόνο μια λήψη, ήθελα να δείχνει πολύ καλή. Ο ένας θα χρησιμοποιούσε ευρυγώνιους φάκους, ο άλλος θα έκανε τα ζουμ, αλλά κι οι δύο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τη δημιουργικότητα, το μυαλό, το ένστικτο και το όραμά τους για την ταινία, γιατί δεν είχαμε πραγματικό budget γι’ αυτή, αφού το πρότζεκτ είχε απορριφθεί από το Ρουμανικό Κέντρο Κινηματογράφου. Το υλοποιήσαμε, έτσι, με τα δικά μας χρήματα. Κι οι ηθοποιοί εισέφεραν το πάθος τους- και μερικές φορές τα χρήματά τους! Ζήτησα, λοιπόν, από τους κάμεραμεν να μην ανακατεύονται πολύ με τους ηθοποιούς, να τους αφήσουν να κάνουν τη δουλειά τους, και από τους ηθοποιούς να μη νιώθουν πως βρίσκονται σε γύρισμα. Προσπάθησα να τους προτείνω ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ για μια οικογένεια. Το κέιτερινγκ έγινε από τους ίδιους, μόνοι τους μαγείρευαν. Όλα ήταν πολύ «σπιτικά».



Τι καθιστά το ρουμανικό κινηματογράφο τόσο ζωντανό και επιδραστικό;

Δύσκολο να απαντήσω. Κατ’ αρχήν είναι πολύ δύσκολο να τον κρίνεις λειτουργώντας εντός του. Μια αναλογία, ίσως, μπορεί να εντοπιστεί με ό,τι συνέβη στα σπορ, όπου το σύστημα ήταν αποτυχημένο 25 χρόνια μετά την πτώση του Τσαουσέσκου. Yπήρχαν κάποιες γυναικείες ομάδες χάντμπολ και ορισμένες τενίστριες, οι οποίες επένδυσαν στις δικές τους δυνάμεις, χωρίς να περιμένουν χρήματα από την κυβέρνηση ή από θεσμούς. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στον κινηματογράφο- και σε μένα τον ίδιο με το πρώτο μου φιλμ. Δεν είχα υποστήριξη, αλλά ούτε και την περίμενα. Αντιμετώπισα την κατάσταση ως πρόκληση. Τώρα, γιατί υπάρχουν τόσο πολλοί καλοί Ρουμάνοι σκηνοθέτες, δεν ξέρω. Και δεν είναι θέμα σχολής. Ίσως επηρεαζόμαστε από τους εαυτούς μας. Προσπαθούμε, εξάλλου, να αλλάξουμε τους κινηματογραφικούς νόμους στη Ρουμανία, γιατί είναι κακοί, και μερικές φορές συνεργαζόμαστε διαβάζοντας ο ένας την πρώτη εκδοχή του σεναρίου ταινιών άλλων.

Στο μεταξύ, προβλήθηκε στο Τορόντο και η πιο πρόσφατη δουλειά σου, το The Fixer.

Ήταν μια «φυσιολογική» ταινία, με σενάριο, μεγαλύτερο cast και προϋπολογισμό, η οποία αναπτύχθηκε την ίδια περίοδο που γύριζα και τη Σονάτα. Ολοκληρώσαμε και τις 2 ταινίες στα τέλη του 2015. Η πρώτη επιλέχτηκε για την Μπερλινάλε, η δεύτερη έπρεπε να περιμένει για το Τορόντο. Τον Οκτώβρη θα διαγωνιστεί στο Τόκιο και θα προβληθεί και σε άλλα φεστιβάλ.

Η ταινία του Adrian Sitaru Σονάτα σε κλειστό δωμάτιο προβάλλεται από τις 29 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους σε διανομή της Seven FILMS.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

«Σελίδες που ψιθυρίζουν»: Το νέο φωτογραφικό λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη


Πρωτίστως ταξιδιώτης, ο φωτογράφος Βασίλης Κολτούκης είναι ένας άνθρωπος που, όταν τον συναντάς για πρώτη φορά και αρχίζεις να κουβεντιάζεις μαζί του, εύκολα σε κερδίζει με τη σχεδόν παιδική απλότητα, την ευγένεια και τη φιλικότητά του. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, κυρίως πορτρέτα και κάποια συνήθως μοναχικά τοπία, αντλούν την έμπνευσή τους από την πιο γόνιμη παράδοση της ανθρωποκεντρικής σχολής των Μπρεσόν, Σούτκους και Μπουμπά, έχοντας έναν ανεπιτήδευτα μελαγχολικό και συνάμα ποιητικό χαρακτήρα, στα όρια ενός πολύ ιδιαίτερου ποιητικού ρεαλισμού. Καθώς, ολοένα και περισσότερο, «βυθίζεσαι» σε αυτές, νιώθεις ότι με το ένα «πόδι» πατούν στη γη και με το άλλο πετούν στα σύννεφα. Όπως κι ο αγαπημένος φωτογράφος του Βασίλη, ο αισθαντικός Εντουάρ Μπουμπά.

Το όχι τυχαία τιτλοφορούμενο Σελίδες που ψιθυρίζουν είναι το τρίτο κατά σειρά προσωπικό φωτογραφικό του λεύκωμα, μετά τα Music on the Road και Οδησσός Ονείρων. Πρόκειται για την πλέον ολοκληρωμένη, συνεκτική και ώριμη μέχρι σήμερα δουλειά του, η οποία λειτουργεί, ταυτόχρονα, σε δύο επίπεδα: ως ένα είδος ανθολογίας, αλλά και ως εισαγωγή στο φωτογραφικό του σύμπαν, για εκείνους που δεν έχουν ακόμη «μυηθεί» σε αυτό.



Το λεύκωμα αποτελείται από 119 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ορισμένες ήδη δημοσιευμένες, «καρπούς» μερικών από τις πολυάριθμες περιπλανήσεις του Βασίλη στο χώρο, το χρόνο και ανάμεσα στους ανθρώπους: από την Αθήνα και τον Πειραιά, τα Γιάννενα και το Συρράκο, τη Σάμο και τη Σαντορίνη, μέχρι το Αϊβαλί και την Αιθιοπία, την Ινδία και την Κίνα, τη Μογγολία και την Ουκρανία, την Πολωνία και τη Ρωσία, την Μπρατισλάβα και την Πράγα, μεταξύ άλλων, περισσότερο ή λιγότερο οικείων, προορισμών. Φωτογραφίες στοχαστικές και πολυεπίπεδες, που αποπνέουν μια γαλήνια εσωτερικότητα και υποβάλλουν, αλλά δεν επιβάλλουν, διαθέσεις, ερμηνείες, σκέψεις και συνειρμούς περισσότερο «χαϊδεύοντας» τις αισθήσεις σου τρυφερά, παρά εξάπτοντάς τις ή επιχειρώντας να διεγείρουν ένα συναισθηματισμό «πλαδαρό» και εύκολο.



Η μεγάλη αρετή του Βασίλη Κολτούκη ως φωτογράφου έγκειται στο ότι συνταιριάζει, συχνά στο ίδιο κάδρο και χωρίς, ενδεχομένως, να το συνειδητοποιεί, πολλαπλές ματιές: του ανθρωπολόγου, του ερωτευμένου, του λάτρη της μουσικής, του ποιητή, του σχεδόν ρεπόρτερ, του ταξιδιώτη, όχι μόνο πετυχαίνοντας να «αιχμαλωτίσει» την μπρεσονική «αποφασιστική στιγμή», αλλά και να αποτυπώσει, έστω και υπαινικτικά, το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο, εντός του οποίου αυτή γεννήθηκε. Γιατί έχει μάθει να βλέπει με ευαισθησία, οξυδέρκεια, σεβασμό και τρυφερότητα, κι όχι απλώς να κοιτάει, επιδιώκοντας, όπως μου έχει πει, να «ριζώνει» με τους ανθρώπους σε κάθε καινούρια τοποθεσία, όπου ταξιδεύει. Και, το σημαντικότερο, να ζει.



«Πρέπει απλώς να ζεις και η ζωή θα σου δώσει φωτογραφίες», είχε κάποτε επισημάνει ο Μπρεσόν. Σε πείσμα των καιρών, ίσως και εξαιτίας τους, ο Βασίλης Κολτούκης καταφέρνει να ζει. Γι’ αυτό, εν τέλει, είναι και σημαντικός φωτογράφος.

Το λεύκωμα του Βασίλη Κολτούκη Σελίδες που ψιθυρίζουν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος (http://www.metronomos.gr/)

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: «Το να είσαι αυθεντικός στην τέχνη σου είναι μια μορφή αντίστασης»


Ανήσυχα δημιουργικός, πολιτικοποιημένος και σεμνός σε καιρούς που όλες αυτές οι αρετές είτε σπανίζουν, ή έχουν χάσει το πραγματικό τους νόημα,  ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αποτελεί σημείο αναφοράς για πολλούς- και οι συναυλίες του το το ίδιο, χρόνια τώρα. Για μια τέτοια «κατηφορίζει» την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη. Με αυτή την αφορμή, επικοινωνήσαμε μαζί του.

Ποια ήταν τα πρώτα και πιο καθοριστικά σου ακούσματα; Πότε πρωτοτραγούδησες, πότε πρωτοέγραψες στίχους και πόσο χρόνο χρειάστηκες, για να αποκτήσεις την απαραίτητη αυτοπεποίθηση στα εκφραστικά σου μέσα;

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, ώστε να απαντήσω με βεβαιότητα στα ερωτήματα αυτά. Αυτοπεποίθηση δεν έχω αποκτήσει ακόμα.  Αμφιταλαντεύομαι συνεχώς.

Πόσο συνδεδεμένος νιώθεις με το γενέθλιο τόπο σου;

Ελάχιστα. Όχι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος. Το ότι γεννήθηκα κάπου δεν με αναγκάζει και να τον αγαπήσω.

Τι ρόλο διαδραματίζει η έμπνευση στη ζωή σου, σε όλες τις εκφάνσεις της; Και από πού την αντλείς;

Η έμπνευση - όταν έρχεται- είναι μια υπερδραστηριότητα του νου, που διώχνει όλες τις σκέψεις-σκουπίδια για λίγο και σε οδηγεί σε μια πληρότητα. Για λίγο.

Σε ποιο βαθμό είναι η μουσική δημιουργία μια μοναχική διαδικασία, και σε ποιο μια συλλογική περιπέτεια;

Σε μένα η δημιουργία είναι μοναχική πορεία. Στη συνέχεια, η αποτύπωσή της δισκογραφικά και συναυλιακά είναι συλλογική υπόθεση.

Ακούς μουσική; Ξεχωρίζεις κάτι- όχι απαραίτητα κάποιο συγκεκριμένο συγκρότημα ή μεμονωμένο καλλιτέχνη, ίσως μια τάση- στην Ελλάδα, που να αισθάνεσαι ότι σε αφορά, κάτι στο οποίο, ίσως, θα συνέπραττες;

Ακούω μουσική συνεχώς και ακατάπαυστα. Και χαίρομαι, που γίνονται πολύ ωραία πράγματα από νέους μουσικούς σε όλα τα - συμβατικά μιλώντας- είδη: λαϊκορεμπέτικο, παραδοσιακό, αγγλόφωνο κ.λπ. Ίσως στο μέλλον συνεργαστώ με κάποιους από αυτούς, τόσο σαν δημιουργός όσο και σαν παραγωγός.

Όταν το κρίνεις σκόπιμο, επιλέγεις να παρεμβαίνεις δημόσια, υιοθετώντας μια πολιτική οπτική, η οποία, κατά πολλούς, παραπέμπει σε μια ορισμένη αναρχική θεώρηση των πραγμάτων. Το βιώνεις ως ηθικοπολιτική υποχρέωση;  Δε θα ήταν πιο βολικό να «κάθεσαι στ’ αυγά σου», όπως οι περισσότεροι, δρέποντας απερίσπαστος τους «καρπούς» της δημοφιλίας σου;

Στην ουσία κάθομαι στ’ αυγά μου. Δυστυχώς η δημιουργία, λόγω της πληρότητας που προσφέρει στο υποκείμενο, αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για ουσιαστικότερη συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες για μια καλύτερη ζωή. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι το να είσαι αυθεντικός και αληθινός στην τέχνη σου είναι μια μορφή αντίστασης. Και νομίζω πως πρέπει να μιλάω λιγότερο, όχι από φόβο, αλλά γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιώ τα θετικά συναισθήματα κάποιων προς τη μουσική μου, σαν κερκόπορτα για να προπαγανδίσω τις όποιες απόψεις μου.

Μιλώντας για δημοφιλία, πώς τη διαχειρίζεσαι; Δε σου προκαλεί αμηχανία; Σε μια παλιότερη συναυλία σου είχες αναρωτηθεί- και μου είχε κάνει εντύπωση- πώς το κοινό προσπερνά τις ανεπάρκειές σου.

Το διαχειρίζομαι όπως πρέπει, σα να μην τρέχει τίποτα ιδιαίτερο. Δεν μ’ έχει οδηγήσει στην αυταρέσκεια. Ζω σαν εν δυνάμει νεκρός.

Εκτός από τους αγαπημένους- και αειθαλείς- αδερφούς Ταβιάνι, τι σε συγκινεί κινηματογραφικά;

Και πολλοί άλλοι από τον ιταλικό κινηματογράφο, ο αγγλικός κινηματογράφος επίσης, καθώς και διάσπαρτες ταινίες  από ολα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Τι σε ενοχλεί περισσότερο στον άνθρωπο, γενικότερα, και στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ειδικότερα;

Το να θες να φορτώσεις το «σταυρό» που κουβαλάς στους άλλους και μάλιστα χωρίς να τους ρωτήσεις.

Σε καιρό «αριστερο»ακροδεξιών μνημονίων, τι θα σε ανέβαζε «στα κάγκελα»;

Η στέρηση της ελευθερίας της έκφρασης.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, παρέα με την Ματούλα Ζαμάνη, τον Αλέξανδρο Κούστα και εκλεκτούς μουσικούς, «κλείνει» το συναυλιακό του καλοκαίρι την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στο χώρο της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι, και ώρα 9 το βράδυ.



Συντελεστές συναυλίας:

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: λαούτο, μπουζούκι, μπουζουκομάνα, τραγούδι

Ματούλα Ζαμάνη: τραγούδι

Αλέξανδρος Κούστας: τραγούδι

Δημήτρης Μυστακίδης: κιθάρα, λαούτο και φωνή

Ανδρέας Πολυζωγόπουλος: τρομπέτα, φλικόρνο

Σωτήρης Ντούβας: τύμπανα

Κωστής Χριστοδούλου: πλήκτρα

Αντώνης Μαράτος: ηλεκτρικό μπάσο

Κώστας Παντέλης: ηλεκτρική κιθάρα

Γιάννης Αντωνιάδης: κλαρίνο

Αλέξανδρος Κτιστάκης: κιθάρα, τραγούδι



Ηχοληψία : Μάκης Πελοπίδας & Κλεάνθης Καραπιπέρης

Φωτισμοί : Χρήστος Λαζαρίδης & Βασίλης Πουφτής.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Francisco Varone: “Latin American culture and Islam can co-exist”


The masterful debut feature film Road to La Paz by the Argentinian Francisco Varone, a tender road movie, hymn to friendship, co-existence and religious tolerance, which focuses on the relationship between an amateur taxi driver and his elderly Muslim passenger, is currently being screened at selected Athenian cinemas, after its European premiere at last year’s Thessaloniki Film Festival, where it won the Bronze Alexander. In conversation with the director.

What was the starting point of this journey?

The starting point was the economic crisis in Argentina in 2001 and, more specifically, the case of my best friend, who lost his job and was married. What happened was that he stayed at home managing the household, cleaning and cooking, while his wife was the one working and bringing money home. The thing that was interesting to me was that my friend was not concerned, because of this fact. He was feeling very comfortable and, at least in Argentina, this is not normal. It’s the man, who usually works. Seeing, then, this situation and my friend not being interested in finding a job, I realized that there’s something here. That was the first “seed” for the script of the film.

Would you say that the Argentinian society is as patriarchal as most societies worldwide?

In some respects it’s a traditional society, but we’re not that traditional, that Catholics. We are located somewhere in the middle. We’re not the most open-minded people on earth, but we’re trying to adapt.

Why did you decide to include the character of the elderly devout Muslim in the script of your film? Bearing in mind the emergence of Islamophobia worldwide, was this choice meant to be “read” as your personal comment?

At the same time when I started writing the script, I was still searching who would be the passenger of the taxi that would ask the driver to take him to a distant city. So, I met a friend of mine from the Film School, who told me that he had converted to Islam. This made me curious and he invited me to visit his Muslim community. I spent a whole Saturday with them, finding out something very interesting, which I didn’t know was happening in Argentina. Islam in Latin America doesn’t have many followers, you know. Moreover, in Argentina most are Catholics, Jews or nothing. So, for me it was a discovery to be a part of this community even for that day alone, and what surprised me was the fact that they were really gentle, open-minded, generous and receptive- more than many Catholics and Jews- and were glad to have me with them. I, therefore, had to show this, at least to the Latin American audience. It had to learn that there are Muslims here and that the Latin American culture and Islam can co-exist in a very harmonic way.



In a previous conversation of ours, you had mentioned that this community is a Sufi community.

The way the people belonging to this community approach and practice Islam is more esoteric and is different from what we read on the news, which depict the most extreme version of Islam. When you live far from the Middle East or from Muslims, you adopt the perception of them that the media present. So, getting to know this Sufi community, was a great discovery for me and a chance to learn about the Muslims who live in Argentina.

With regard to the choice of actors, did you write the script with them in mind, or did the one lead to the other?

Rodrigo de la Serna (Sebastián), the younger character, is a well-known actor in Argentina and I had him in mind, when I was writing the script. He was the actor I wanted for this role. So, I was very lucky, because the film is independent and I was not a known director in Argentina at the time. I managed to give him the script, he read it, and, to my surprise, he told me that he wanted to take part in my film. Ernesto Suárez (Jalil), the older one, came up later, because my initial idea was to cast a real Muslim for his role. After several months, however, we realized that all the Muslims, whom we had found, were good Muslims, but not good actors. So, we changed direction and started a new casting. Not in Buenos Aires, though, as we didn’t want a famous actor, but in other locations. We, eventually, found Ernesto in Mendoza, near the Andes.



Does he live there?

He has always been living there, where he has being doing theatre for almost 50 years. He was never interested in participating in films or TV productions, but, as I was sure that he was the right person for this particular role, I boarded a plane to Mendoza, I met him and begged him to play in the film. Apparently, he liked the script and was interested in living the experience of taking part in a movie for the first time. When I was still having some reservations regarding my decision, I called Rodrigo, who also took a plane to Mendoza. The three of us spent a few days together. As Rodrigo is a guitar player and Ernesto likes singing tango, after a few glasses of wine all three of us were playing music and singing. In a few hours, we created a bond and formed a friendship, which lasts to this day.

As the films draws to a close, do the characters finally manage to achieve their inner peace, are they internally transformed?

For sure the character of the younger guy is being transformed, compared to how he was at the beginning of the film, and this of course has to do with the whole journey and his relationship with Jalil. The Sebastián, whom you see at the end of the film, is more grown up, more mature. However, Jalil is transformed, as well, but in a more subtle way, as he is at the end of his own journey and his life.



You follow faithfully, but not in the most predictable way, the road movie genre. What attracts you to it, both as a filmmaker and a spectator?

I’ve always loved road movies. For the travel, the music, the adventure I don’t have in my daily life. So, when I started writing the script, I wanted to make a film, which would constitute an unpredictable adventure. Although I use many of the typical mechanisms or rules of the genre, at the same time I had in mind that I wanted to present a story, which, every now and then, would cause surprise to the audience.

What other film genres or directors do you appreciate, that also influenced you during the course of the shooting of your film?

I try to see a vast spectrum of films. Especially for this movie, I watched Goodbye Solo, a very beautiful independent American film, Aki Kaurismäki’s works, Paris, Texas by Wim Wenders, the Mexican Y tu mamá también, films by the Austrian director Götz Spielmann, such as  Revanche and Antares. I wanted to watch what has preceded my film, using what style, how other directors were shooting in a car.

In any case, Road to La Paz is a highly accomplished debut, revealing a lot of potential.

Thanks a lot!

Francisco Varone’s Road to La Paz is currently being screened at selected cinemas in Athens distributed by DANAOS FILMS.