Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ετζέ Τεμελκουράν: «Ξεχνάω ότι είμαι φοβισμένη όταν γράφω»


Θαρραλέα δημοσιογράφος, πολιτική αρθρογράφος και συγγραφέας, η Τουρκάλα Ετζέ Τεμελκουράν βρέθηκε στην Αθήνα προσκεκλημένη των Εκδόσεων Καστανιώτη, προκειμένου να παρουσιάσει το τελευταίο της βιβλίο Τουρκία-Παραφροσύνη και Μελαγχολία, μια διεισδυτική, ευρυμαθή και ιδιαιτέρως προσωπική ματιά στην τουρκική ιστορία. Την συναντήσαμε.

Γιατί έγινες δημοσιογράφος; Και γιατί επέλεξες να εστιάσεις στα θέματα όπου εστιάζεις- τη γενοκτονία των Αρμενίων, το κουρδικό, άλλα κοινωνικά ζητήματα;

Πάντοτε ήθελα να γίνω συγγραφέας, ήμουν αποφασισμένη να γίνω συγγραφέας από τα 8 μου. Όταν, λοιπόν, σπούδαζα Νομική στο Πανεπιστήμιο, πίστευα ότι το πλησιέστερο στη συγγραφή είναι η δημοσιογραφία. Έτσι, έγινα δημοσιογράφος, ξεκινώντας να δουλεύω από 19 χρονών. Ενεπλάκην σ’ αυτά τα ζητήματα, γιατί θεωρούσα πως το να γράφω σημαίνει να υποστηρίζω μια πλευρά της κοινωνία: υποστηρίζεις την πλευρά αυτών που δεν έχουν φωνή. Προσπάθησα, επομένως, να δώσω φωνή σε όσους δεν είχαν φωνή. Στην πραγματικότητα δε βρίσκω κάποιο άλλο λόγο να γράφω, ιδίως αν μιλάμε στο πλαίσιο της δημοσιογραφίας. Υπάρχει αυτή η αντίληψη, ότι η δημοσιογραφία είναι ουδέτερη, με την οποία δε συμφωνώ.

Ούτε κι εγώ.

Μπορεί να είναι αντικειμενική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Αν είσαι δημοσιογράφος, εκ φύσεως δεν μπορείς να αντιτίθεσαι στην κριτική στάση. Στη χώρα μου ήταν προφανές πως αυτές ήταν οι κοινότητες που δεν είχαν φωνή: οι άνεργοι, οι Κούρδοι, οι Αρμένιοι, τα παιδιά. Γι’ αυτό ήθελα πάντα να γράφω γι’ αυτούς- και όχι μόνο αυτό, αλλά και να μεταφέρω τον πόνο τους σε εκείνους, οι οποίοι ήταν απρόθυμοι ν’ ακούσουν. Προσπαθούσα, λοιπόν, να βρω τον τρόπο να αφηγηθώ μια ιστορία που είναι επιδραστική. Έτσι συνέβη, και μ’ αυτό τον τρόπο εξελίσσεσαι σε πολιτική προσωπικότητα. Κάποιες φορές το μετανιώνω, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Δεν μπορώ να μη γράφω γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Κι έπειτα έχουμε την ιστορία της Τουρκίας, που είναι...

... Περίπλοκη.

Πολύ. Αυτή την ιστορία θίγεις στο πιο πρόσφατο βιβλίο σου Τουρκία- Παραφροσύνη και Μελαγχολία. Περιγράφει ο τίτλος την ψυχική κατάσταση της τουρκικής κοινωνίας;

Δεν αντικατοπτρίζει την τωρινή ψυχική κατάσταση μόνο, αλλά και τη γενικότερη ψυχική κατάσταση στην Τουρκία στην ουσία της. Νομίζω ότι είναι μια παράφρων και μελαγχολική χώρα. Η παραφροσύνη είναι πολύ ορατή τώρα, αλλά η μελαγχολία όχι. Η μελαγχολία προκύπτει όταν αρχίζεις να αφηγείσαι την ιστορία. Η παραφροσύνη, αντίθετα, βρίσκεται παντού στα διεθνή Μ.Μ.Ε. Καθένας την έχει υπόψη του πλέον.

Κι έπειτα έχουμε τη γεωγραφία.

Ο μπελάς μας που δεν τελειώνει ποτέ.

Σύμφωνα με τον Ιμπν Χαλντούν «γεωγραφία ίσον μοίρα». Πώς, λοιπόν, έχει καθορίσει η γεωγραφία τη μοίρα της Τουρκίας, τους Τούρκους, την τουρκική νοοτροπία;

Είναι σαν να βρίσκεσαι διαρκώς πάνω σε μια γέφυρα. Δε ζεις σε μια γέφυρα για πολύ, την περνάς. Είναι αυτό το διαρκές πέρασμα της γέφυρας, η διαρκής αντίφαση, η απόλυτη κίνηση. Κι αυτή η χώρα πάντα θέλει να κινηθεί προς τη Δύση, αλλά τραβιέται προς τα πίσω, προς την Ανατολή. Είναι σαν κυλιόμενη σκάλα, στην πραγματικότητα δε φτάνει ποτέ κάπου. Περίπου έτσι είναι η Τουρκία, νομίζω. Αυτή καθημερινότητα είναι πολύ εξαντλητική. Η ζωή, όπου τίποτα δε συμβαίνει, είναι ήδη κάπως περίπλοκη.

Προς ποια κατεύθυνση κινείται τώρα, λοιπόν; Κι όχι μόνο την τελευταία δεκαπενταετία, κατά την οποία ο Ερντογάν, το κόμμα του, η πολιτική, η ρητορική, η αισθητική, η ηθική τους επικρατούν;

Δεν είμαι σίγουρη. Τμήμα της κοινωνίας ήθελε προφανώς να συμβεί αυτό και είναι ακόμα γραπωμένοι σ’ αυτή την εχθρική και βίαιη κατάσταση. Η κατεύθυνση, ωστόσο, δεν είναι εύκολο να καθοριστεί. Αλλάζει σύμφωνα με τα πολιτικά συμφέροντα της πολιτικής εξουσίας αυτή τη στιγμή. Τη μια μέρα είναι έτσι, την άλλη αλλιώς. Είναι εντελώς απρόβλεπτη. Κι η μη προβλεψιμότητά της την κάνει ακόμη χειρότερη.

Σε αυτή τη φάση, για παράδειγμα, δε θεωρώ ότι υπάρχει μια εδραιωμένη εξωτερική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική, αλλά και η εγχώρια, έχουν γίνει η διαρκής διαχείριση μιας κρίσης. Η Τουρκία, επομένως, συνήθισε δυστυχώς να ζει σε καθεστώς κρίσης. Είναι σχεδόν σαν εθισμένη στην αδρεναλίνη τώρα. Και το τρέχον καθεστώς είναι εθισμένο στην αδρεναλίνη. Απολύτως.

Κι όμως απολαμβάνει της υποστήριξης τουλάχιστον του μισού του πληθυσμού.

Λίγο λιγότερο από αυτό. Αν μιλάς βάσει του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, αυτό διεξήχθη υπό πολύ καταπιεστικό καθεστώς. Υπήρχε τεράστια απάτη κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας και στη διαδικασία καταμέτρησης των ψήφων. Αν το παιχνίδι ήταν δίκαιο, θα ήταν πολύ περισσότεροι από τους μισούς αυτοί που είπαν «όχι». Κι αυτό είναι καλό για την Τουρκία σ’ αυτή τη φάση, το ότι δηλαδή η πλειονότητα των κατοίκων της χώρας δεν υποστηρίζει το καθεστώς, δε συμφωνεί μ’ αυτή. Όσο για τους υπόλοιπους, που το υποστήριζαν, δεν μπορούν να θεωρηθούν υποστηρικτές, γιατί ζούμε σε μια κατάσταση, όπου, αν δεν κάνεις κάτι τέτοιο, μπορεί να στιγματιστείς ή να χάσεις τη δoυλειά σου εύκολα. Το αποτέλεσμα, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό.

Πώς, παρόλα αυτά, ερμηνεύεις την κυριαρχία του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης;

Το πολιτικό έδαφος ήταν έτοιμο για μια τέτοια πολιτική δύναμη, και ιδίως μετά τη δεκαετία του ’80, κατά την οποία η χώρα είχε υποχρεωθεί να γίνει άγονη διανοητικά και πολιτικά. Είχε, λοιπόν, προλειανθεί το έδαφος για έναν τέτοιο ηγέτη, που θα αναμόχλευε τα εθνικιστικά και τα θρησκευτικά αισθήματα, προκειμένου να αρπάξει την εξουσία και να τη διατηρήσει. Το όποιο ποσοστό υποστηρίζει, επομένως, τον Ερντογάν δεν είναι μόνο υποστηρικτές, αλλά και κλώνοι του. Μια από τις «επιτυχίες» του Ερντογάν ήταν ότι άλλαξε την υφή του ανθρώπου στην Τουρκία, την υφή της κοινωνίας.

Από ποια άποψη;

Αποσυναρμολόγησε το θεμελιώδες σύστημα αξιών: το καλό και το κακό, το άσχημο και το όμορφο, το σωστό και το λάθος. Όλα αυτά άλλαξαν θέσεις. Είναι τόσο ανακατεμένα τώρα. Η χώρα είναι μπερδεμένη με την πιο βαθιά έννοια της λέξης. Ο Ερντογάν κυβερνά μια μπερδεμένη χώρα. Είναι πολύ ευκολότερο κάτι τέτοιο, όταν μπορείς να προκαλέσεις τη σύγχυση στους ανθρώπους. Αλλά δεν πρόκειται για επινόηση ή κάποια ικανότητα του Ερντογάν μόνο. Ο κόσμος χαρακτηρίζεται από τέτοιους ηγέτες στις μέρες μας, που λειτουργούν στη βάση του σοκ και της σύγχυσης. Όλοι γινόμαστε μάρτυρες του τι κάνει ο Τραμπ. Φαντάσου, λοιπόν, μια χώρα που κυβερνάται από τον Τραμπ επί 15 χρόνια. Τότε αποκτάς μια ιδέα του πώς αισθάνονται οι Τούρκοι αυτή τη στιγμή.

Είναι όχι μόνο μπερδεμένοι, αλλά και αμνησιακοί.

Ακριβώς. Η Τουρκία έχει να επιβιώσει από υπερβολικά πολλά τραύματα. Η χώρα, επομένως, δεν είχε το χρόνο να στοχαστεί πάνω στο ό,τι έχει συμβεί. Σήμερα, ιδίως, αν κάποιος μιλούσε για το αρμενικό, το κουρδικό ή το ελληνικό ζήτημα, θα του απαντούσαν  «άσε με ήσυχο, προσπαθούμε να επιβιώσουμε εδώ». Κι αυτό δε θα ήταν εντελώς λανθασμένο, είναι αληθεια. Είναι λες και η Ιστορία είναι ένας κύκλος. Όσοι δεν υποστηρίζουν τον Ερντογάν, φεύγουν από την Τουρκία, όπως και όσοι αναγκάστηκαν να κάνουν το ίδιο σε διάφορες φάσεις της ιστορίας της Τουρκίας. 

Η μνήμη, πάντως, είναι ένας κρίσιμος παράγοντας.

Η μνήμη, και κυρίως η επανασυγγραφή της Ιστορίας. Ο Ερντογάν και το κόμμα του έχουν εισαγάγει νέες μνήμες που δεν τις ξέραμε.

Όπως;

Όταν μιλάμε για τη μακελειό στο Σίβας, το οποίο συνέβη το 1992, σου εμφανίζουν ένα άλλο μακελειό. Ή, αυτό που συμβαίνει τώρα, η επινόηση της Ιστορίας. Η Τουρκία στέλνει στρατεύματα στο Κατάρ, και ειπώθηκε ότι έχουμε βαθείς αδερφικούς δεσμούς με τη συγκεκριμένη χώρα. Δεν έχουμε κανενός είδους σύνδεση με το Κατάρ. Μέσα σε μια νύχτα δημιουργήθηκε αυτό το πράγμα, προκειμένου να νομιμοποιηθεί η αποστολή στρατευμάτων εκεί.

Και πώς έγινε αντιληπτό το γεγονός αυτό από την κοινή γνώμη;

Δεν ξέρω αν υπάρχει κοινή γνώμη, γιατί δεν υπάρχουν Μ.Μ.Ε., ούτε και κάποια πληροφορία. Συνεπώς δεν ξέρουμε ποια είναι η κοινή γνώμη. Δε γνωρίζουμε καν πόσοι στρατιώτες στάλθηκαν στο Κατάρ. Η γενικότερη αίσθηση, πάντως, θα ήταν εξάντληση, σύγχυση και λήθη, βασικά. Όσο για τις αποφάσεις, αυτές δε λαμβάνονται στη Βουλή, αλλά στο Λευκό Παλάτι, οπότε κανένας δεν ξέρει τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Ήταν η εξέγερση στο Πάρκο Γκεζί 4 χρόνια πριν η τελευταία σοβαρή αναλαμπή ελπίδας; Τι άφησε;

Ήταν ένα παράδειγμα σε μικρογραφία του τι είδους κοινωνία λείπει στους ανθρώπους. Υπήρχε εχθρότητα και πόλωση, οπότε στο Πάρκο Γκεζί φάνηκε τι είδους κοινωνία ανυπομονούσαν να εμφανιστεί. Οι άνθρωποι δεν «εξαερώνονται», ούτε εξαφανίζονται ξαφνικά. Εξακολουθούν να ζουν στην Τουρκία, αλλά δεν έχουν τον τρόπο να δείξουν τι θέλουν. Η Βουλή έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, το δικαστικό σύστημα τους έχει διαψεύσει και οι δρόμοι έχουν γίνει πολύ επικίνδυνοι, αν σχεδιάζεις να διαδηλώσεις. Λες και όλο το σύστημα είναι «κλειδωμένο». Δεν είναι εύκολο να βρεις διέξοδο.



Αναφέρεις πως υπάρχει λίγος χώρος για ανθρώπους όπως εσύ στην Τουρκία. Πόσο μεγάλος είναι αυτός ο λίγος χώρος; Ποια είναι τα περιθώρια, εντός των οποίων κάποιος μπορεί να λειτουργήσει με το ελάχιστο ρίσκο;

Δεν υπάρχει ασφαλές μέρος. Ακόμα, όμως, κι αν πάρεις το ρίσκο, η φωνή σου περιθωριοποιείται. Όλοι όσοι έγραφαν κριτικά άρθρα ή ρεπορτάζ είναι τώρα στο περιθώριο. Ο μόνος τρόπος που μπορούν να κάνουν τη φωνή τους ν’ ακουστεί είναι μικρές ιστοσελίδες, κι αυτές δεν τις επισκέπτονται οι καθημερινοί άνθρωποι στην Τουρκία. Επομένως, ο κύκλος των ανθρώπων που γράφει και διαβάζει συρρικνώνεται διαρκώς. Ακόμα και το να κάνεις “retweet” μπορεί να γίνει επικίνδυνο. Τα social media είναι το μόνο μέρος, όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να μιλάνε. Αν θες να μάθεις τι συμβαίνει στην Τουρκία σε καθημερινή βάση, μπες στο twitter.

Παρόλα αυτά, δεν το έχεις βάλει κάτω. Δεν έχεις αποφασίσει να φύγεις μόνιμα.

Όχι μόνιμα. Ποτέ.

Αν και έχεις επαρκώς στοχοποιηθεί, παρενοχληθεί, απειληθεί ή απαξιωθεί. Από πού πηγάζει όλο αυτό το κουράγιο;

Δεν είναι κουράγιο. Ξεχνάω ότι είμαι φοβισμένη όταν γράφω. Δεν είμαι άνθρωπος με κουράγιο. Είμαι δειλή, στην πραγματικότητα, αλλά το ξεχνάω όταν γράφω.

Πού βασίζεις την αισιόδοξη εκτίμηση πως η επόμενη δεκαετία θα είναι των Κούρδων;

Βάσιζα αυτή την εκτίμηση στην προ του πραξικοπήματος περίοδο. Δεν είμαι τόσο αισιόδοξη τώρα. Ούτε για τους Κούρδους, ούτε για την Τουρκία. Μετά το πραξικόπημα, σχεδόν όλες οι φυσιογνωμίες από την κουρδική πλευρά, οι οποίες είχαν φωνή, φυλακίστηκαν. Και το κουρδικό έχει εξελιχθεί σε μεσανατολικό, έχει περιπλακεί λόγω Συρίας, κι έχουν εμπλακεί σ’ αυτό περισσότεροι «παίκτες». Γιγάντιοι. Θα μπορούσε να έχει υπάρξει ειρήνη, μια αλλιώτικη Τουρκία, μια διαφορετική δημοκρατία. Δε φαίνεται, όμως, πως κάτι τέτοιο θα συμβεί πολύ σύντομα.

Σε ανησυχεί, επίσης, πολύ η κατάσταση των γυναικών.

Για άλλη μια φορά μαθαίνουμε από την τουρκική εμπειρία ότι δεν υπάρχει ζωή για τις γυναίκες μετά το κοσμικό κράτος. Και η κοσμικότητα στις μέρες δέχεται πολύ σοβαρή επίθεση. Αυτή η κυβέρνηση θέλει μια πειθήνια κοινωνία. Όταν σχεδιάζεις μια κοινωνία, πάντα ξεκινάς με τις γυναίκες. Είναι πολύ εστιασμένη στις γυναίκες- τις νεαρές, κυρίως. Θέλει ομοιόμορφες, υπάκουες γυναίκες. Αυτό επιδιώκει. Κι όσες ασκούν κριτική στο καθεστώς, μάχονται για τη ζωή τους.

Πόσα κοινά έχεις από άποψη νοοτροπίας ή  γνώσης της Ιστορίας με τους Έλληνες, ή κάποιους από αυτούς; Πόσο εξοικειωμένη με την ελληνική πραγματικότητα είσαι, γενικότερα;

Έχω κοινά με εκείνους κι από τις δύο πλευρές που δεν είναι εθνικιστές. Βιώνω κάτι από τον ίδιο πόνο- του να βρίσκομαι τόσο κοντά, κι όμως τόσο μακριά. Θα θεωρούσα τον εαυτό μου έναν από αυτούς. Κατάγομαι από το Ιζμίρ- την αποκαλείτε «Σμύρνη»-, κι όταν είσαι από το Ιζμίρ το νιώθεις αυτό ακόμα πιο βαθιά. Είναι σαν να είμαστε ένας λαός χωρισμένος από τη θάλασσα. Έχουν υπάρξει προσπάθειες τη δεκαετία του ’70, του ’80, του ‘90 να γίνει αυτή σχέση πιο στενή, αλλά τώρα μοιάζει με μια πολύ μακρινή, αφελή ιδέα. Ο κόσμος τρελαίνεται και, δυστυχώς, ζούμε στο πιο όμορφο, αλλά και πιο τρελό, κομμάτι του.

Περιγράφεις την έννοια της «πατρίδας» με έναν πολύ εύγλωττο, λυρικό τρόπο, ως ένα τραπέζι, γύρω από το οποίο κάθεσαι με αγαπημένους γελώντας, ενώ περιβάλλεστε από το κενό. Αναφέρεσαι αποκλειστικά στην Τουρκία, ή αποτελεί μια γενικότερη αντίληψη των πραγμάτων;

Δεν αφορά μόνο στην Τουρκία. Αναφέρεται στην πατρίδα για όλους. Ήταν μια έμπνευση από την ταινία του Αγγελόπουλου Μια αιωνιότητα και μια μέρα. Τώρα το τραπέζι είναι διασκορπισμένο για πολλούς στην Τουρκία. Όλοι όσοι ήταν γύρω από το δικό μου τραπέζι έχουν άλλα τραπέζια σε άλλες χώρες. Αυτή είναι η νέα πατρίδα, το αποσυναρμολογημένο τραπέζι.

Ο στόχος θα ήταν η επανασύνδεση γύρω από το ίδιο τραπέζι, ή, ίσως, να επεκταθούν τα τραπέζια;

Ακριβώς!

Ευχαριστώ θερμά την Ετζέ Τεμελκουράν για το χρόνο που, παρά την κούρασή της, μου διέθεσε, όπως επίσης και τους Ισμήνη Κουρούπη και Γρηγόρη Μπέκο από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, για την πολύτιμη συμβολή τους στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Τα βιβλία της Ετζέ Τεμελκουράν Η μαγική πνοή των γυναικών και Τουρκία- Παραφροσύνη και Μελαγχολία κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Άνα Κριστίνα Μπαραγκάν: «Όλοι μας βάλαμε κάτι από τους εαυτούς μας στην ταινία»


Διακριτικά τρυφερό και επώδυνο, όπως και η προεφηβική ηλικία με την οποία καταπιάνεται, το μεγάλο μήκους ντεμπούτο μυθοπλασίας της Άνα Κριστίνα Μπαραγκάν από το Εκουαδόρ Άλμπα αφηγείται την ιστορία 11χρονης πρωταγωνίστριας με το ίδιο όνομα, που υποδύεται η χαρισματική Macarena Arias. Όταν η μητέρα της ασθενεί σοβαρά, η μικρή Άλμπα μετακομίζει με τον πατέρα της, έναν ντροπαλό, αποτραβηγμένο άνθρωπο, καλούμενη να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της μαζί του, με τους γύρω της, αλλά και με τον εαυτό της.

Συνομιλώντας με την σκηνοθέτρια, ενόψει της προβολής της ταινίας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας την Τετάρτη 14 Ιουνίου.

Μιας και η Άλμπα δεν είναι η πρώτη σου δουλειά που καταπιάνεται με την προεφηβεία, τι είναι εκείνο που σε σαγηνεύει σ’ αυτή την ηλικία;

Συνδυάζει κάτι πολύ τρυφερό και επώδυνο ταυτόχρονα, κάτι πολύ όμορφο, αλλά και λίγο σκοτεινό. Είναι, εξάλλου, μια ηλικία ενδιαφέρουσα για μένα, γιατί φτάνεις σε ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης και αρχίζεις να μη νιώθεις και τόσο ελεύθερος συνειδητοποιώντας πώς σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι, πώς αλλάζει το σώμα σου, ή ποια είναι η σχέση σου με την οικογένειά σου. Σε προσωπικό επίπεδο, ήταν μια πολύ σημαντική περίοδος. Με τον πατέρα μου ήμασταν πολύ κοντά στην παιδική μου ηλικία. Όταν, όμως, άρχισα να μπαίνω στην προεφηβεία, βίωνα ανάμικτα συναισθήματα απέναντί του.



Τι είδους συναισθήματα;

Ένιωθα κάπως περίεργα, γιατί τα ενδιαφέροντά μου διέφεραν από εκείνα των άλλων κοριτσιών στην τάξη μου. Το σχολείο μου δεν υποστήριζε τις τέχνες και οι άνθρωποι εκεί ήταν πολύ περιορισμένοι στον τρόπο σκέψης τους. Ο πατέρας μου, πάλι, είναι πολύ ξεχωριστός άνθρωπος και δε μοιάζει με τον Ιγκόρ της ταινίας, ούτε έμοιαζε με τους πατεράδες των συμμαθητών και των συμμαθητριών μου. Σκεφτόμουν, έτσι, ότι ήταν περίεργος και πως κι εγώ ήμουν περίεργη.

Υπάρχουν, λοιπόν, στοιχεία από σένα στην Άλμπα, ή πρόκειται για εντελώς μυθοπλαστικό χαρακτήρα;

Περιέχει πολλά στοιχεία από μένα, αλλά όχι τα πάντα. Δεν αισθάνομαι εξίσου ντροπαλή με εκείνη. Από πολλές απόψεις, πάντως, είναι μια πολύ προσωπική ταινία. Αυτό ισχύει και για το ζήτημα του bullying. Οι συμμαθητές μου στο σχολείο συνήθιζαν να εκφοβίζουν τα κορίτσια πολύ. Δεν υπέστην bullying όπως η Άλμπα, αλλά προφανώς ένιωθα πολύ ανασφαλής κι έβλεπα σκληρότατα πράγματα να συμβαίνουν τριγύρω μου. Και, μολονότι δεν ήμουν μέρος αυτών των σκληρών παιχνιδιών, δεν έκανα τίποτα για να τα σταματήσω.



Η μικρή μόνο σε ό,τι αφορά την ηλικία της Macarena Arias κάνει ερμηνευτικά θαύματα. Πρόκειται για φυσικό ταλέντο, την σκηνοθέτησες, συνεργαστήκατε για τη δόμηση του χαρακτήρα της και της σχέσης του με εκείνον του πατέρα στο φιλμ;

Δεν είχε ξαναπαίξει στο παρελθόν, νομίζω πως είναι γεννημένη ηθοποιός. Έχει κάτι πολύ ξεχωριστό. Αναζητούσα ένα κορίτσι με πολύ δυνατό και βαθύ εσωτερικό κόσμο, ικανό να μεταφέρει με λίγες λέξεις και μικρές χειρονομίες το χαρακτήρα της Άλμπα. Η Macarena ήταν ταυτόχρονα πολύ παιδί απέναντι στην κάμερα ζώντας και νιώθοντας πράγματα, αλλά και πολύ ώριμη στο παίξιμό της, έχοντας βιώσει πολλές δυσκολίες στη ζωή της.

Σε αντίθεση με την Άλμπα, είναι πολύ φιλική, ήταν σχεδόν η «βασίλισσα» του πλατό. Μπορούσε να μπαινοβγαίνει στο χαρακτήρα της, αλλά, όταν ήταν «μέσα», ήταν πολύ αληθινή. Ως ευφυές κορίτσι, μερικές φορές χρησιμοποιούσε πιο πολύ το μυαλό, παρά τα συναισθήματά της. Αυτό, λοιπόν, πάνω στο οποίο δουλέψαμε για ένα δίμηνο ήταν η σύνδεση με τα συναισθήματά της.



Ο άλλος συναρπαστικός χαρακτήρας είναι εκείνος του πατέρα: «σπασμένος», κάπως ντροπαλός, αποτραβηγμένος, καθόλου “macho”. Πώς τον συνέλαβες; Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης;

Η συγγραφή του σεναρίου αποτελούσε πρόκληση, γιατί έπρεπε να κάνω πολλά για να κατανοήσω στ’ αλήθεια τον πατέρα μου. Ενόσω έκανα την ταινία, δεν ήμασταν κοντά. Όταν ολοκληρώθηκε, ξανάρθαμε. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, άρχισα να καταλαβαίνω πολλά για την τρυφερότητα και για έναν αντρικό χαρακτήρα.

Ήταν, επομένως, πολύ καλή σύμπτωση που ανακάλυψα τον Pablo Aguirre και συνειδητοποίησα ότι ήταν συμμαθητής της μητέρας μου. Κι αυτός, με τη σειρά του, έχει αντιμετωπίσει πολλά στη ζωή του και μου είπε πως αισθανόταν πολύ κοντά στο χαρακτήρα του από διάφορες απόψεις. Η συνεργασία μου μαζί του ήταν σαν ένα μεγάλο δώρο. Ο ίδιος προέρχεται από το θέατρο κι αυτή ήταν η πρώτη του ταινία μυθοπλασίας. Στόχος μας ήταν να παίζει με φυσικότητα και να δείχνει πολύ λίγα. Νομίζω ότι έκανε πολύ καλή δουλειά. Είμαι πολύ περήφανη και για τους δύο. Όλοι μας βάλαμε κάτι από τους εαυτούς μας στην ταινία.



Προέρχεσαι από μια χώρα, για την κινηματογραφική ιστορία της οποίας δε γνωρίζω σχεδόν τίποτα. Θα ήθελες να μου πεις περισσότερα γι’ αυτή;

Στο Εκουαδόρ δεν έχουμε πολύ δυνατή κινηματογραφική ιστορία. Από τη μία, η κατάσταση είναι δύσκολη και αισθάνεσαι παγιδευμένος ή την ανάγκη να πας αλλού για να μάθεις. Εδώ δεν υπάρχουν αρκετές αίθουσες όπου μπορείς να παρακολουθήσεις ταινίες, ούτε καλές κινηματογραφικές σχολές ή αναφορές. Από την άλλη, όμως, υπάρχει και κάτι καλό: σε συνθήκες τέτοιας σιωπής μαθαίνεις να σκέφτεσαι και να μάχεσαι περισσότερο, αλλά και να ακούς τον εαυτό σου λιγάκι παραπάνω.

Αν, για παράδειγμα, είχα σπουδάσει στο Παρίσι ή την Αργεντινή, θα είχα αποκτήσει τόσες αναφορές, που θα με είχαν κάνει να ωριμάσω πολύ. Ζώντας στο Εκουαδόρ, σ’ αυτή τη σιωπή, μπορείς ν’ ακούσεις τη δική σου φωνή. Νιώθω ελεύθερη χωρίς αυτές τις αναφορές. Κι αυτό είναι θετικό.

Στο βιογραφικό σου σημείωμα στο festivalscope διάβασα ότι προτιμάς ταινίες που αφήνουν ένα «άρωμα» πίσω τους. Ποιο είναι, λοιπόν, το «άρωμα», η γεύση που σου αφήνει η Άλμπα ως φιλμ;

Μου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Όταν ξαναείδα τμήματα της ταινίας τις προάλλες, ένιωσα πολύ έντονη ευχαρίστηση και ευτυχία που είχα αυτούς τους 2 χαρακτήρες σε μια ιστορία- τα σώματά τους, τις ψυχές τους, τα πρόσωπά τους.

Ευχαριστώ θερμά τον Στέφανο Κόλλια από το τιμ της διοργάνωσης του Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας για τη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία της Άνα Κριστίνα Μπαραγκάν Άλμπα προβάλλεται την Τετάρτη 14 Ιουνίου στις 21:00 στο θερινό κινηματογράφο Λαΐς στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας.

Περισσότερες πληροφορίες για το Φεστιβάλ μπορείτε να αναζητήσετε στο επίσημο site του http://fecha.gr/

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Αθώος ο Πέτρος Καπετανόπουλος και για τις 3 κατηγορίες που τον βάρυναν


Με την αθώωση του Πέτρου Καπετανόπουλου από μονομελές εφετείο και για τις 3 πλημμεληματικές κατηγορίες που τον βάρυναν (αντίσταση κατά της αρχής, απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένου και ψευδής ανωμοτί κατάθεση) έληξε σήμερα η πολύχρονη δικαστική περιπέτεια ενός ακέραιου, δίκαιου και κοινωνικο-πολιτικά ευαίσθητου ανθρώπου. Απαλλακτική ως προς τις 2 πρώτες κατηγορίες υπήρξε και η εισαγγελική πρόταση.

Να θυμίσουμε ότι ο Πέτρος Καπετανόπουλος είχε συλληφθεί το καλοκαίρι του 2012 επειδή είχε διαμαρτυρηθεί για το βασανισμό και την κακοποίηση από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ ήδη ακινητοποιημένου στο έδαφος και συλληφθέντα μετανάστη σε δρόμο έξω από το σπίτι του.

Στη σημερινή συνεδρίαση προσήλθε, τελικά, ως μάρτυρας κατηγορίας ο αστυνόμος Μακρής, ο οποίος είχε διενεργήσει τη σύλληψη του Καπετανόπουλου.

«Θυμάμαι το πρόσωπό του. Δημιουργεί μια λεκτική αντιπαράθεση που μας αποσπά την προσοχή από τον κατηγορούμενο. Εγώ έχω τον κ. Καπετανόπουλο υπό την επίβλεψή μου και κάπως με αποτραβάει. Πετάχτηκε από το πουθενά», δήλωσε ο μάρτυρας.

(Εισαγγελέας) Είχε άγριες διαθέσεις ο κατηγορούμενος;

(Μάρτυρας) Σίγουρα όχι. Η πρώτη του ερώτηση ήταν γιατί τον πατάμε (σημ.: τον συλληφθέντα μετανάστη).

(Πρόεδρος) Είχε πρόθεση να ελευθερώσει τον κρατούμενο;

(Μάρτυρας) Πρόθεσή του ήταν σώνει και καλά να μάθει τι γίνεται.

(Κώστας Παπαδάκης- συνήγορος υπεράσπισης) Τον πατούσε κάποιος;

(Μάρτυρας) Ίσως θεώρησε ότι τον πατούσα.

Στο σημείο αυτό παρενέβη με οργίλο ύφος και σε υψηλούς τόνους η εισαγγελέας, προκαλώντας, όπως και σε ανάλογες αποστροφές της στη συνέχεια, τις λεκτικές αντιδράσεις των αλληλέγγυων που είχαν δημιουργήσει το αδιαχώρητο στην αίθουσα του Εφετείου Αθηνών.

(Εισαγγελέας) Δεν προβλέπεται από πουθενά να ελέγχεται η αστυνομία από πολίτη.

«Να είστε ευπρεπέστερη», την έψεξε ο Κώστας Παπαδάκης, επισημαίνοντάς της το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε πολίτη να ελέγχει την αστυνομία για τυχόν διάπραξη αυθαιρεσιών.

Ακολούθησε η κατάθεση της παθουσας, την τσάντα της οποίας φέρεται να είχε αποσπάσει διά της βίας ο συλληφθείς μετανάστης. Ο ίδιος, κατά τη δήλωσή της, την είχε, επίσης, χτυπήσει στην ωμοπλάτη με σπασμένο μπουκάλι. Η τσάντα της επιστράφηκε από άτομο που είχε σπεύσει, ανάμεσα σε άλλα, να κυνηγήσει τον μετανάστη.

Η παθούσα δεν αναγνώρισε τον Πέτρο Καπετανόπουλο, μιας και στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί από το επίμαχο σημείο.

«Είναι τόσο ευαίσθητος όσο οφείλει να είναι ο καθένας μας», κατέθεσε, στη συνέχεια, η σύζυγος του Πέτρου Καπετανόπουλου, η οποία βρισκόταν μαζί του, καθώς με τον 18μηνο γιο τους, εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμά τους.

(Εισαγγελέας) Σας είπε κάτι για το συμβάν;

(Μάρτυρας) Κατεβαίνοντας είδε κάποιον ακινητοποιημένο συλληφθέντα και έναν αστυνομικό να τον πατάει.

Αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας της κακοποίησης του συλληφθέντα μετανάστη, αλλά και της σύλληψης του Καπετανόπουλου, υπήρξε ο επόμενος μάρτυρας, κάτοικος της περιοχής.

«Πάτημα το θεωρείς αυτό; Αυτό είναι πάτημα», κατέθεσε πως άκουσε έναν εκ των νταήδων αστυνομικών να λέει. «Και ακούω ένα βόγγηγμα», πρόσθεσε.

Όσο για τη σύλληψη Καπετανόπουλου:

«Του βάζουν χειροπέδες, τον βάζουν στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Δεν είδα κανένα σπρώξιμο».

(Εισαγγελέας) Τον είδατε να κινείται ενάντια στους αστυνομικούς;

(Μάρτυρας) Είχα λειψή οπτική επαφή, αλλά δεν τον είδα να κινείται ενάντια στους αστυνομικούς.

(Πρόεδρος) Μόνο αυτός διαμαρτυρήθηκε;

(Μάρτυρας) Μόνο αυτός.

(Παπαδάκης) Από τι απόσταση είχατε τη λειψή οπτική επαφή;

(Μάρτυρας) Περίπου στα 8-10 μέτρα. Ήταν κόσμος λίγο πιο μπροστά και αστυνομικοί.

(Παπαδάκης) Έφερε αντίσταση;

(Μάρτυρας) Καμία.

«Για τον εαυτό μου μπορεί να μην είμαι σίγουρος, για τον Πέτρο είμαι», κατέθεσε με θέρμη ο τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης, συνάδελφός του στον ΟΑΕΔ, και φίλος από το 2003. «Από την πρώτη στιγμή είμαστε κοντά του όλοι οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι», πρόσθεσε. «Οι μειοψηφίες είναι πάντα που κάνουν τη διαφορά», σχολίασε, αναφερόμενος στο γεγονός ότι μόνο ο Πέτρος Καπετανόπουλος αντέδρασε στην αστυνομική αυθαιρεσία.

(Παπαδάκης) Δεν έχει οργιστεί ποτέ;

(Μάρτυρας) Είναι ένας άνθρωπος που εκφέρει την άποψή του με ψυχραιμία και σταθερότητα, είναι ενάντια στη βία και προασπίζεται το δίκαιο.

«Η παθούσα έχει όλη μου τη συμπάθεια. Τις μεγάλες ληστείες τις κάνουν αυτοί που σπέρνουν τη φτώχεια σε όλο τον πλανήτη», κατέθεσε εισαγωγικά στην απολογία του ο Πέτρος Καπετανόπουλος.

Για να συνεχίσει με την εξιστόρηση όσων είχε δει, αφότου κατέβηκε από το διαμέρισμα:

«Στο κέντρο της συνάθροισης ήταν 3-4 αστυνομικοί της ομάδας “ΔΙΑΣ”, κάποιος ξαπλωμένος ανάσκελα, και ένας αστυνομικός που τον πατάει στο στήθος. Το βλέπω αχρείαστο και εξευτελιστικό και πλησιάζω τον αστυνομικό και του λέω: “Μα γιατί τον πατάς;” Το θεωρώ λήξαν και έρχεται ένας άλλος, μάλλον ο νταής, και του δίνει μια κλωτσιά στο στήθος κι ο άνθρωπος κάτω βογγάει από τον πόνο. Η φωνή μου είναι πιο έντονη προς τον δεύτερο αστυνομικό. Λέω το ονοματεπώνυμό μου. Δε δηλώνω τη διεύθυνσή μου και κάποιος μου περνάει χειροπέδες».

Δίπλα του βρίσκεται, καθιστός πλέον, ο συλληφθείς μετανάστης.

«Τον ρωτάω “τι έχεις κάνει;” και μου απαντάει “πεινάω, πεινάω, πεινάω”».

Στη συνέχεια οδηγείται στο τοπικό τμήμα.

«Είμαι τόσο ήσυχος, που με παίρνει ο ύπνος στο κρατητήριο. Το ξημέρωμα με καλούν και μου διαβάζουν τις ψευδέστατες μαρτυρίες των αστυνομικών. Κι αυτός ο “γλυκός άνθρωπος” (σημ.: ο αστυνόμος Μακρής) λέει πάλι ψευτιές». 

Γιατί, όμως, συνέβησαν όλα αυτά;

«Η πλειοψηφία των αστυνομικών θεωρεί τους μετανάστες ανθρώπους β’ κατηγορίας. Είναι, επίσης, το καλοκαίρι του ’12 που έχει κάνει το εκλογικό “ντου” η Χρυσή Αυγή».

«Δεν μπορούμε να δικάζουμε υπό το φόβο του κόσμου», σχολίασε η πρόεδρος, με αφορμή τα συνεχιζόμενες αντιδράσεις στα σχόλια της εισαγγελέως («Δε δικάζονται φρονήματα, αλλά πράξεις», «Δε γνωρίζετε την κοσμοθεωρία μου» κ.λπ.), η οποία, στη συνέχεια, απείλησε, εμμέσως πλην σαφώς, τον Πέτρο Καπετανόπουλο για τις συνέπειες που θα έχει ως δημόσιος υπάλληλος σε περίπτωση ψευδορκίας.

«Έχω καθήκον αλήθειας προς το δικαστήριο και την κοινωνία», της αντέτεινε με σταθερότητα εκείνος, για να του απαντήσει: «Αφήστε την κοινωνία».

Στην κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή του με τον Πέτρο Καπετανόπουλο, ο αστυνομικός Μακρής επέμεινε πως εκείνος τον είχε τραβήξει, αλλά και απωθήσει. Κανείς, ωστόσο, δεν τον «απείλησε» για τις συνέπειες τυχόν ψευδορκίας από την πλευρά του.

Αναμφίβολα επηρεασμένη από την αποφασιστική παρουσία των αλληλέγγυων, αλλά και την ισχνότητα του κατηγορητηρίου, η εισαγγελέας πρότεινε την αθώωση του Καπετανόπουλου για τα αδικήματα της αντίστασης κατά της αρχής και της απόπειρας απελευθέρωσης κρατουμένου, λόγω μη στοιχειοθέτησής τους και λόγω των «ανθρωπιστικών» κινήτρων του κατηγορούμενου.

Πρότεινε, ωστόσο, την ενοχή του για το αδίκημα της ψευδής ανωμοτί κατάθεσης.

Ο Κώστας Παπαδάκης συντάχτηκε με την απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως ως προς τις 2 κατηγορίες, ζητώντας, όμως, την αθώωσή του και για την τρίτη, μιας και ο κατηγορούμενος έχει την υποχρέωση να δηλώνει τη διεύθυνσή του στην αστυνομία, κάτι που ο Καπετανόπουλος έκανε το ίδιο βράδυ στο οικείο τμήμα, κι όχι εν μέσω «θερμόαιμων συμπολιτών» του δημοσίως.

Η έδρα τον έκρινε αθώο και για τα 3 αδικήματα.

Η δικαστική περιπέτεια του Πέτρου Καπετανόπουλου μπορεί να είχε αίσιο τέλος, αλλά η αστυνομική καταστολή και αυθαιρεσία παραμένουν στο απυρόβλητο.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Diamanda Galás: «Τραγουδώ όπως νιώθω»


Όσο κι αν «προβάρεις» μια κουβέντα με την Diamanda Galás, την χαρισματική μουσικό, τραγουδίστρια, περφόρμερ, συγγραφέα και ζωγράφο, όταν αυτή συμβαίνει συνειδητοποιείς ότι θα τη βιώσεις όπως της αρμόζει μόνο αν αφεθείς στη ροή της. Αυτό συνέβη και στη μεταξύ μας τηλεφωνική συνομιλία ενόψει της μοναδικής συναυλίας της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το Σάββατο 20 Μαΐου.

Εν μέσω συναυλιών, πώς νιώθετε τη φωνή σας; Είναι σε καλή φόρμα;

Πάντα είναι σε καλή φόρμα. Mόνο όταν χρειάζεται να μιλήσω στο τηλέφωνο υπερβολικά έχω πρόβλημα με τη φωνή μου. Πολλές φορές, οι τηλεφωνικές συνομιλίες είναι κάτι δύσκολο.

Είτε πρόκειται για κάποιο ξέπνοο ψίθυρο, είτε για μια τρομακτική κραυγή, η φωνή σας είναι πολύ ιδιαίτερη, προξενώντας σε πολλούς μια ανησυχαστική αισθητηριακή εμπειρία.

Τραγουδώ όπως νιώθω, είναι κάτι φυσικό. Δε με ανησυχούν όλες αυτές οι περιγραφές. Τραγουδώ πολύ καιρό, ξέρεις. Έχω, λοιπόν, μελετήσει τυς στίχους ενός τραγουδιού, την εξέλιξη και τη μελωδία του, προκειμένου να το γνωρίσω. Πρέπει να καταλάβεις ένα τραγούδι πολύ καλά, πριν το τραγουδήσεις.

Πειραματίζεστε με διάφορες μουσικές παραδόσεις και μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης σε μια εποχή που κάτι τέτοιο δεν αποτελεί τη νόρμα, η οποία αποδίδει.

Είσαι πολύ έξυπνος που το λες αυτό. Οι άνθρωποι θέλουν να τους πεις: «Eίσαι καλλιτέχνις των μπλουζ;», «είσαι καλλιτέχνις της τζαζ;», «είσαι καλλιτέχνις της ηλεκτρονικής μουσικής;» Por favor (στα ισπανικά), γιατί μου κάνετε αυτές τις ανοήτες ερωτήσεις; Γιατί δε μ’ αφήνετε απλώς να είμαι μουσικός; Ως μουσικός, είμαι οτιδήποτε ακούω. Παίζω, εξάλλου, μουσική - πιάνο και όργανο- από όταν ήμουν νέα. Έχω μάθει, επομένως, διαφορετικές παραδόσεις τραγουδιού, πολλές διαφορετικές παραδόσεις. Αν, λοιπόν, τραγουδώ ελληνική μουσική, είναι επειδή μπορώ. Αν τραγουδώ αιγυπτιακή, είναι γιατί μπορώ. Γιατί, επομένως, να μην το κάνω, αν το μπορώ;

Τι σας ελκύει στη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού;

Πες μου, από ποια κουλτούρα προέρχεσαι;

Από Ελλάδα.

Τι; Είσαι Έλληνας; (Στα ελληνικά). Και με ρώτησες γιατί κάνω ό,τι κάνω (στα αγγλικά), γιατί έγινα ό,τι έγινα; Γιατί είμαι Ελληνίδα (στα ελληνικά). Στα ελληνικά έχουμε την αρχαιοελληνική τραγωδία. Υποφέρουμε τόσο πολύ, οι Έλληνες υποφέρουμε τόσο πολύ (στα αγγλικά).

Πόσο κόντα αισθάνεστε, λοιπόν, στην Ελλάδα, στην ελληνική πραγματικότητα;

Το ίδιο (στα ελληνικά). Γεννήθηκα στην Ελλάδα, έχω τις ίδιες εμμονές, την ίδια τρέλα με έναν Έλληνα. Η μητέρα είναι σαν τον άγιο της οικογένειας. Είμαι τόσο ευτυχισμένη που μιλάμε, ποτέ δεν κουβεντιάζω με Έλληνες, ποτέ δεν έχω την ευκαιρία να μιλήσω ελληνικά. Δεν ξέρω γιατί. Δεν πηγαίνω στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία, γιατί δε με νοιάζει να το κάνω. Οι άνθρωποι, με τους οποίους κυρίως μιλάω, είναι Μεξικανοί, Κεντροαμερικανοί και Ισπανοί, γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί εδώ στις Η.Π.Α. Οι Έλληνες και οι Μεξικανοί έχουμε πολλά κοινά, οι αρχαίες κουλτούρες μας έχουν πολλά κοινά, καταλαβαίνουμε την τελετουργία του θανάτου κι έχουμε εμμονή μ’ αυτή.



Σ’ ενα από τα κείμενά σας αναφέρετε πως, για σας, η Ελλάδα είναι πιο κοντά στη Μικρά Ασία και ότι είναι υπερβολικά αρχαία, ώστε να θεωρηθεί ευρωπαϊκή.

Δεν είμαστε Ευρωπαίοι, είμαστε Μικρασιάτες, άνθρωποι από τη Μέση Ανατολή. Είμαι κομμάτι όλων αυτών των παραδόσεων. Όταν έρχεται στο μυαλό των ανθρώπων η Ελλάδα, είναι μια αναθεματισμένη τουριστική βιομηχανία.

Αναφέρετε τόσα πολλά σχετικά με τη θρησκεία- κι όχι μόνο στα τραγούδια σας-, ενώ είστε, επίσης, πολύ επικριτική απέναντι στην οργανωμένη της εκδοχή. Πώς συνδέεστε μ’ αυτή, γενικότερα- φιλοσοφικά, ηθικά, αισθητικά;

Είμαι άθεη. Όταν ο Θεός με προσκαλέσει σε δείπνο, θα το δούμε. Αλλά ουδέποτε έχω προσκληθεί σε ένα δείπνο από τον Θεό, ούτε και μου έχει κάνει κάποιες χάρες. Στην πραγματικότητα, δε μ’ ενδιαφέρει ο Θεός, αλλά οι άνθρωποι και τι εμείς μπορούμε να κάνουμε. Δεν περιμένω για τον σωτήρα, ξέρεις. Δε μ’ ενδιαφέρει και τόσο αυτού του είδους η φιλοσοφία, γιατί σημαίνει πως θα κάτσω εδώ και δε θα κάνω τίποτα.

Σας κατανοώ απόλυτα, γιατί κι εγώ είμαι άθεος.

Το καταλαβαίνεις, γιατί είσαι Έλληνας. Πόσες φορές δε δεχτήκαμε εισβολή από τόσες διαφορετικές ομάδες; Πώς μπορούμε να ελπίζουμε στον Θεό; Είπα, κάποτε, στην Μαρία Φαραντούρη την ιδέα μου: «Ένας ελληνορθόδοξος άθεος έχει μια βεβαιότητα για τον Διάβολο και καμιά ελπίδα για τον Θεό». Και συμφώνησε μαζί μου.

Κι ο θάνατος; Πολλά από τα τραγούδια σας περιστρέφονται γύρω απ’ αυτόν. Νιώθετε συμφιλιωμένη με το θάνατο;

Φοβάμαι το θάνατο, τον φοβάμαι τόσο πολύ. Δεν τον θέλω. Φοβάμαι για την μητέρα μου, την μόνη που μου έχει απομείνει από την οικογένειά μου. Φοβάμαι τόσο για εκείνη. Όταν πεθάνει, δεν ξέρω τι θα σκεφτώ. Δε θα ξέρω γιατί θα πρέπει να συνεχίσω να ζω.

Eίναι ηλικιωμένη;

Είναι 89 χρονών.

Τουλάχιστον έχει ζήσει μια γεμάτη ζωή.

Ναι, αλλά δεν είναι ποτέ αρκετό. Οι άνθρωποι, όταν πεθαίνουν, εκτός κι αν είναι πολύ άρρωστοι, λένε: «Όχι, δεν έχω τελειώσει με τη δουλειά μου!» (Γέλια).

Μιας και αναφέρεστε σε «δουλειά», σας ενδιαφέρει πώς θα σας θυμούνται- τόσο οι οικείοι, όσο και το κοινό;

Ξέρεις πώς θα με θυμούνται. Κάποιοι θα με θυμούνται ως απολύτως τρελή, και κάποιοι άλλοι με ένα πολύ θετικό τρόπο. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να συνεχίσω ό,τι κάνω. Γράφω πολύ, καθώς ξέρεις, και τραγουδώ, και παίζω πιάνο. Το γράψιμο δοκιμίων και κειμένων είναι για μένα εξίσου σημαντικό με τη μουσική. Γιατί οι άνθρωποι είναι ανόητοι και χρειάζεται να τους εκπαιδεύουμε.

Ζωγραφίζετε, επίσης.

Ω, ναι, ζωγραφίζω και το αγαπώ. Με βοηθά να επιβιώνω, κατά κάποιο τρόπο. Έχουμε διαφορετικούς τρόπους να λέμε την αλήθεια, ξέρεις. Η ζωγραφική προέρχεται από ένα διαφορετικό μέρος σε σύγκριση με τη μουσική.

Για διάβασμα έχετε χρόνο;

Διαβάζω πολύ τελευταία σχετικά με τη γενοκτονία των Ελλήνων από το 1914 μέχρι το 1923 και τη γενοκτονία στην Κύπρο. Δεν υπάρχει αρκετό ακαδημαϊκό ενδιαφέρον γι’ αυτά τα ζητήματα. Μας αντιμετωπίζουν σαν μια νεκρή κουλτούρα, που κάποτε ήταν ήταν σπουδαία, που μπορούν να κλέψουν τα πάντα από μας, και δεν έχουμε καμία δύναμη. Δεν έχουμε δύναμη πια (στα ελληνικά).



Οι δύο καινούριες σας δουλειές έχουν κυκλοφορήσει. Στο All the way, υπάρχει μια σύνθεση, το ξαναδούλεμα του You don’t know what love is. Η αγάπη, λοιπόν; Είναι μια χαμένη μάχη στις μέρες μας;

Ω, Θεέ μου. Η αγάπη είναι ο Διάβολος (στα ελληνικά). Είναι η χειρότερη εμπειρία για μένα, κάτι από το οποίο προσπαθώ να μείνω μακριά, γιατί είναι πολύ επικίνδυνο. Στους Έλληνες, ξέρεις, γι’ αυτό το λόγο αρέσουν τόσο τα τραγούδια για τον έρωτα και το θάνατο. Γιατί είναι πολύ κοντά. (Γέλια).

Πόσο καιρό έχετε να έρθετε στην Ελλάδα;

Κοντά στα οκτώ χρόνια. Αλλά η μητέρα μου ήταν άρρωστη. Και μου είπαν: «Της απομένουν τρία χρόνια ζωής». Λέω «όχι». Πήγα να την δω. Έμεινα μαζί της πέντε χρόνια, κι η μητέρα μου εξακολουθεί να ζει. Δε θέλω, λοιπόν, ν’ ακούω όλες αυτές τις βλακείες για το θάνατο, ούτε για γιατρό (στα ελληνικά). Δε θα μπορούσα να κάνω περιοδεία στην Ευρώπη, αν ήξερα ότι η μητέρα μου πέθαινε. Ποιος νοιάζεται για τη γαμημένη καριέρα; Μπορείς πάντα να επιστρέψεις σ’ αυτή, αλλά έχεις μόνο μία μάνα (στα ελληνικά).

Ευχαριστώ!

Γεια χαρά! (Στα ελληνικά).

Ευχαριστώ την Diamanda Galás από τα βάθη της καρδιάς μου για την τηλεφωνική μας συνομιλία.

Ευχαριστώ, επίσης, θερμά, τους Gedney Barclay, τον studio manager, και τον Jonathan Williger, τον εκπρόσωπο τύπου της, για την υπερ-πολύτιμη συμβολή τους στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Το προσωπικό site της Diamanda Galás είναι http://diamandagalas.com/

Η Diamanda Galás δίνει μια μοναδική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη) το Σάββατο 20 Μαΐου στις 8 το βράδυ.  

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Την ενοχή του αναρχικού κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου για όλες τις κατηγορίες πρότεινε η εισαγγελέας


Με τις αγορεύσεις της εισαγγελέως Καλουτά Άννας και των συνηγόρων πολιτικής αγωγής συνεχίστηκε σήμερα η δίκη του αναρχικού κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου.

Όπως αναμενόταν, η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του διωκόμενου για όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονται, αναπαράγοντας στην ουσία του το παραπεμπτικό βούλευμα με την προσθήκη πληθώρας λογικών ακροβασιών σε ό,τι αφορά την υποτιθέμενη εμπλοκή του στη Σ.Π.Φ. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι αγορεύσεις των συνηγόρων πολιτικής αγωγής.

Ξεκινώντας την αγόρευσή της, η εισαγγελέας Καλουτά, η οποία κάθε τόσο έριχνε αγχωμένα βλέμματα στο ακροατήριο, πρότεινε να απορριφθούν «ως προδήλως αβάσιμοι» οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί Θεοφίλου περί της μη αποδεικτικής αξίας των συμπερασμάτων της ανάλυσης του DNA.

Σύμφωνα με την ίδια, η συλλογή, η φύλαξη και η ανάλυση του βιολογικού υλικού διεξήχθησαν με τον επιστημονικά ενδεδειγμένο και προβλεπόμενο τρόπο.

«Με ανθρωποκτόνο πρόθεση και ιδιαίτερη σκληρότητα πυροβόλησε 4 αφορές. Οι 4 από τους 5 κάλυκες έχουν πυροδοτηθεί από το ίδιο όπλο, που το έφερε ο ληστής με το καουμπόικο καπέλο», συνέχισε, αναφερόμενη ευθέως στον Τάσο Θεοφίλου και την υποτιθέμενη συμπλοκή του με τον Μίχα.

«Ήταν ο δράστης της ανθρωποκτονίας του Μίχα, γιατί ήταν ο μόνος που δε φορούσε καπέλο. Είναι ο ίδιος που πυροβόλησε και επιχείρησε να σκοτώσει τον Σπυρίδωνα Μπατιστάτο», συμπλήρωσε.

«Πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, το βιολογικό υλικό προέρχεται από τον κατηγορούμενο. Ουδέποτε ζήτησε επανάληψη της εξέτασης», υποστήριξε η εισαγγελέας, απαξιώνοντας ως «αβάσιμους και ατεκμηρίωτους» τους ισχυρισμούς της χημικού που είχε κληθεί να καταθέσει από την υπεράσπιση αναφορικά με το ζήτημα της επιμόλυνσης των δειγμάτων βιολογικού υλικού.

Εξίσου απαξιωτική υπήρξε και απέναντι στον ειδικό πραγματογνώμονα, ο οποίος είχε, επίσης, κληθεί από την υπεράσπιση, προκειμένου να προβεί στη συγκριτική ανάλυση του οπτικού υλικού της δικογραφίας.

«Αποκρύβει εσκεμμένα όλες τις πασιφανείς ομοιότητες ανάμεσα στο ληστή με το καουμπόικο καπέλο και τον κατηγορούμενο και εντελώς αυθαίρετα και αβάσιμα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μπορεί να μην είναι το ίδιο καπέλο», ισχυρίστηκε.

Εκεί, όμως, που έθεσε σε δοκιμασία το ισχνότατο συγγραφικό της «ταλέντο» ήταν στην απόπειρά της να συνδέσει τον Τάσο Θεοφίλου με την οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς.

Εκλαμβάνοντας ως θέσφατο τις «αναγνωρίσεις» του Θεοφίλου από τα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Χαρδαλιά, Μπαγατέλα και Μαρινόπουλο και χωρίς ούτε δευτερόλεπτο να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του υποτιθέμενου «ανώνυμου τηλεφωνήματος» που τον κατονόμαζε, ενέταξε ανενδοίαστα τον διωκόμενο στα μέλη- και μάλιστα στα ιδρυτικά- της εν λόγω οργάνωσης.

«Ισότιμα συμμετείχε, υποστηρικτικός ο ρόλος του. Η δράση του ήταν να προστατεύει τους συγκατηγορούμενούς του ασκώντας αντιπαρακολούθηση. Συγκατείχε όπλα και πυρομαχικά», δήλωσε, χωρίς, φυσικά, να μπορεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της.

Εντύπωση προξενεί η αναφορά σε «συγκατηγορούμενους», παρότι ουδέποτε ο Τάσος Θεοφίλου έχει παραπεμφθεί σε δίκη για οποιαδήποτε υπόθεση της Σ.Π.Φ., ούτε έχει κατονομαστεί ως μέλος της από τον οποιονδήποτε- με εξαίρεση, φυσικά, το ασφαλίτικης προέλευσης «ανώνυμο τηλεφώνημα», αν υποθέσουμε πως πράγματι υπήρξε ένα τέτοιο.

«Τηρούσαν αυστηρούς συνωμοτικούς κανόνες. Άγνωστος ο τρόπος που καθόριζαν τις συναντήσεις τους», πρόσθεσε.

Εξευτελίζοντας, στη συνέχεια, κάθε έννοια επαγγελματικής αξιοπρέπειας, έκανε λόγο για ομοιότητα ανάμεσα σε πιστόλια που φέρεται να εντοπίστηκαν σε «γιάφκα» της Σ.Π.Φ. στη Νέα Ιωνία Βόλου και στο όπλο που χρησιμοποιήθηκε για την ανθρωποκτονία του Μίχα. Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει, δηλαδή, όπως έλεγαν και οι παλαιότεροι.

Φυσικά, τα φιλικά σπίτια (κατά περίπτωση «γιάφκες») και οι «σεσημασμένοι φίλοι» χρησιμοποιήθηκαν στην εισαγγελική αγόρευση προκειμένου να ενισχυθεί το υποτιθέμενο «παραβατικό» προφίλ του διωκόμενου αναρχικού κομμουνιστή.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, οποιοδήποτε αντικείμενο «ανακαλύπτεται» στον ένα ή τον άλλο χώρο ανάγεται σε «πειστήριο» εγκληματικής δραστηριότητας- ή, τουλάχιστον, προκαλεί «υποψίες». Ακόμα και μια αφιέρωση σε βιβλίο, το οποίο είχε δωρίσει στον Θεοφίλου σύντροφός του.   

Και, βέβαια, τυχόν κοινά γραφολογικά γνωρίσματα σε χειρόγραφες σημειώσεις του Τάσου Θεοφίλου και κατηγορούμενων για υποθέσεις της Σ.Π.Φ. δεν μπορούν παρά να αποτελούν περαιτέρω «απόδειξη» «σκοτεινών» δραστηριοτήτων.

«Συνιστά έμμεση ομολογία ενοχής», ισχυρίστηκε, στη συνέχεια, ο συνήγορος πολιτικής αγωγής που είναι διορισμένος από την ALPHA BANK, αναφερόμενος στο ζήτημα της μη επανεξέτασης του βιολογικού υλικού.

«Τα επιστημονικά δεδομένα ανατρέπονται μόνο με νέα επιστημονικά δεδομένα, όχι με ισχυρισμούς. Θα μπορούσε να διασφαλίσει την ορθή εξέταση του βιολογικού υλικού. Υπάρχει το αποδεικτικό έρεισμα για την ενοχή του κατηγορουμένου», συμπλήρωσε.

«Δεν υπήρξε περίπτωση επιμόλυνσης», υποστήριξε, ενώ, για το ζήτημα της μη αναγνώρισής του από τους αυτόπτες:

«Είναι δύσκολο να υπάρξει ευθεία αναγνώριση. Οδηγείται το δικαστήριο από άλλα στοιχεία. Όλα τα χαρακτηριστικά στον ληστή συνάδουν με τα χαρακτηριστικά του κατηγορούμενου και δεν τον αποκλείουν».

«Για να κριθεί αξιόπιστος ένας ισχυρισμός, πρέπει να εισφέρεται σε ανύποπτο χρόνο και με τρόπο αυθόρμητο», σχολίασε, σε σχέση με τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί με τον Τάσο Θεοφίλου για την ανακαίνιση του Στεκιού Μεταναστών στα Εξάρχεια τις επίμαχες μέρες.

«Ζητάμε την ενοχή του ως προς το αδίκημα της ληστείας», κατέληξε, αποχωρώντας από την αίθουσα.

Η συνήγορος πολιτικής αγωγής από την πλευρά της οικογένειας Μίχα έχει κατ’ επανάληψη δώσει «δείγματα γραφής» ως προς το πώς αντιλαμβάνεται την άσκηση της δικηγορίας. Η ελαφρότητα, οι ειρωνείες, οι εξυπνακισμοί, η μικροπρέπεια και η εν γένει «φτήνια» δεν έλειψαν, λοιπόν, κι από τη σημερινή της αγόρευση.

«Φρονώ ότι δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία πως ο κατηγορούμενος είναι ο ληστής, ο οποίος και εκτέλεσε εν ψυχρώ τον Δημήτρη Μίχα», δήλωσε εισαγωγικά, αφού εγκωμίασε την εισαγγελική πρόταση.

«Το καπέλο μας οδήγησε στην άκρη του νήματος. Αναμφισβήτητη διά γυμνού οφθαλμού η ομοιότητα του ληστή με το καουμπόικο καπέλο και του κατηγορούμενου. Αστεία και η πραγματογνωμοσύνη του μάρτυρα ειδικών γνώσεων. Καμιά αναφορά σε ό,τι δεν τον συμφέρει», συνέχισε.

«Καταρριπτέος και ο ισχυρισμός πως δε βρέθηκαν αποτυπώματά του», συμπλήρωσε.

«Πώς ένας άεργος από επιλογή του κατάφερνε να αλλάζει κατοικίες και να μένει σε ξενοδοχεία;», «αναρωτήθηκε» προβοκατόρικα.

Για να αναφερθεί, στη συνέχεια, προκαλώντας την εύλογη αντίδραση των αλληλέγγυων στο ακροατήριο, σε αγνώστου προέλευσης περικοπή κειμένου, όπου θάνατοι όπως εκείνος του Μίχα χαρακτηρίζονταν ως «ευχάριστο θέαμα», αφήνοντας την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο απηχεί τον αξιακό κώδικα του αναρχικού κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου.

Οι εναντίον της λεκτικές αντιδράσεις κορυφώθηκαν, όταν, κατά το τέλος της αγόρευσής της, υποστήριξε πως «εν έτει 2017 καμία κυβέρνηση και κανένα σύστημα δε διώκει τον οποιονδήποτε για τα πολιτικά του φρονήματα».

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε, αν και αρκετά πιο σύντομη, και η αγόρευση του δεύτερου συνηγόρου πολιτικής αγωγής από την πλευρά της οικογένειας του θύματος.

«Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το βιολογικό υλικό ανήκει στον κατηγορούμενο. Ο μόνος ληστής, ο οποίος ήρθε σε επαφή με τον Μίχα, ήταν ο ληστής με το καουμπόικο καπέλο», δήλωσε.

Στη συνέχεια, «έπλεξε» το εγκώμιο του αποθανόντος:

«Οικογενειάρχης, ένας άνθρωπος του μεροκάματου, ταξιτζής, που αγαπούσε τον τόπο του, πήγε και θυσιάστηκε για τους συμπολίτες του».

«Το δικαστήριο θα πρέπει να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο και να συμπεριλάβει στην απόφασή του ότι δεν έδωσε σημασία στην ανθρώπινη ζωή», κατέληξε.

Η επόμενη συνεδρίαση της δίκης του αναρχικού κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου, κατά την οποία αναμένεται να πραγματοποιηθούν οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, ορίστηκε για τις 27 Ιουνίου, αίθουσα 120Α, 6ος όροφος Εφετείου Αθηνών, στις 9π.μ.