Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Morgan Simon: «Αν θες να μεγαλώσεις, πρέπει να πληγώσεις τους ανθρώπους που αγαπάς»


Μια τρυφερή σινεφιλική «γροθιά», το ντεμπούτο μυθοπλασίας του Γάλλου σκηνοθέτη Morgan Simon Μέτρα τις πληγές σου είναι μια από τις ευχάριστες εκπλήξεις του 18ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, το οποίο ολοκληρώνεται την Τετάρτη 29 Μαρτίου. Μια ταινία για την απώλεια, τον πόθο και την αναζήτηση της πατρικής αγάπης, διανθισμένη από χάρντκορ ήχους και μια ιδιαίτερη ματιά στην κουλτούρα των τατουάζ, επαναπροβάλλεται απόψε. Ο σκηνοθέτης βρέθηκε στην Αθήνα, και κουβεντιάσαμε μαζί του.

Η απώλεια, ο πόθος και η ανάγκη για αποδοχή βρίσκονται στον «πυρήνα» του ντεμπούτου σου μυθοπλασίας Μέτρα τις πληγές σου;

Μπορούμε να το πούμε έτσι. Αλλά πρόκειται και μια ιστορία πατέρα-γιου, και τελικά για ένα γιο που θέλει να πάρει την αγάπη του πατέρα του. Ο βασικός πυρήνας της είναι η περίπλοκη αναζήτηση της αγάπης.

Η ταινία διανθίζεται από μουσική πανκ, ενώ εστιάζει αρκετά και στην κουλτούρα του τατουάζ. Πώς σχετίζεσαι μ’ αυτές τις 2 πτυχές της;

Αυτή η μουσική ονομάζεται post-hardcore. Είναι ένα είδος μουσικής που μ’ αρέσει, την ακούω εδώ και μια δεκαετία, γι’ αυτό και τη γνωρίζω και την αγαπώ. Ήθελα, επίσης, να μιλήσω για το πώς αισθάνεσαι στο σπίτι με τα ανείπωτα πράγματα και όσα μπορείς να πεις στη σκηνή, για την ισορροπία ανάμεσα σε ό,τι είσαι στο σπίτι και σε αυτό που πραγματικά είσαι στον έξω κόσμο. Αυτό ήταν το βασικό παράδοξο, το οποίο ήθελα να εξερευνήσω μέσω του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Σε σχέση με το περιβάλλον των τατουάζ, για μένα το ενδιαφέρον ήταν να θέσω το ερώτημα «τι σημαίνει να είσαι εναλλακτικός σήμερα;» Είναι το να ουρλιάζεις και να «χτυπάς» τατουάζ ή, όπως κι ο πάτέρας σου, να ξυπνάς νωρίς, να δουλεύεις ως ελεύθερος επαγγελματίας;



Έχεις κάποια απάντηση σ’ αυτό;

Νομίζω ότι είναι συνηθισμένο να έχεις τατουάζ στις μέρες μας, οπότε δεν είναι τόσο εναλλακτικό όσο ήταν στο παρελθόν. Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση, πρόκειται απλώς για ένα ερώτημα που απευθύνω στο κοινό.

Επομένως, ο χαρακτήρας σου βρίσκεται σε αναζήτηση της ίδιας του της ταυτότητας;

Αν θες να μεγαλώσεις, μερικές φορές πρέπει να πληγώσεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Πρέπει, λοιπόν, για μια φορά να έρθει αντιμέτωπος με τον πατέρα του κι έπειτα συμβαίνει κάτι σαν έκρηξη, η οποία, στο τέλος του φιλμ, δημιουργεί μια καινούρια σχέση αγάπης ανάμεσά τους, ακόμα κι αν αυτό που ζουν είναι σκληρό.

Βιώνουν μια σχέση εκρηκτική, όπως είναι κι η μουσική.

Το ίδιο, ίσως και περισσότερο, αλλά τόσο ήρεμη. Μόνο δράση και βλέμματα υπάρχουν. Ήταν σημαντικό για μένα να μην εξηγώ τα πάντα με λέξεις, μόνο με συναισθήματα.

Ο χαρακτήρας της καινούριας γυναίκας στη ζωή του πατέρα του αποτελεί ταυτόχρονα, δυνητική ερωμένη και υποκατάσταστο της μητέρας του πρωταγωνιστή, η οποία έχει πεθάνει;

Κατά κάποιο τρόπο παίρνει τη θέση της μητέρας του. Είναι ο πρώτος άνθρωπος που πραγματικά μιλάει με τον πρωταγωνιστή, γι’ αυτό και συνδέονται κι υπάρχει αυτή αίσθηση του χιούμορ, την οποία μοιράζονται. Φυσικά, μπορείς να δεις την ταινία από διαφορετικές οπτικές γωνίες: από τη δική της οπτική γωνία, από εκείνη του γιου, που είναι και η οπτική του φιλμ, ή και από του πατέρα. Η πρόσληψη της τελευταίας από το κάθε μέλος του κοινού μπορεί να διαφέρει εντελώς. Εξαρτάται από τη ζωή του καθενός.



Παρότι είναι μόλις η πρώτη σου ταινία, νομίζω πως έκανες αξιοσημείωτη δουλειά με το σενάριο και την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Πώς το δούλεψες, κατ’ αρχήν;

Ήταν η διπλωματική μου. Σπούδασα συγγραφή σεναρίου στη La Fémis στο Παρίσι και συνέχισα την ανάπτυξή του για 1-2 χρόνια. Παρακολούθησα πολλά εργαστήρια, ανάμεσα στα οποία στην Ανζέρ, την Ιερουσαλήμ και τις Κάννες. Όλα αυτά με βοήθησαν να είμαι εξαιρετικά ακριβής και να βρω το θέμα μου. Κι αυτό είναι το πρόβλημα όταν υπάρχουν τόσο πολλά που μπορείς να κάνεις, τόσο πολλά που θες να κάνεις. Ήθελα να καταπιαστώ με ένα θέμα, γι’ αυτό και η ταινία είναι τόσο απλή. Αλλά, για να πετύχω αυτή την απλότητα, χρειάστηκα 2 χρόνια δουλειάς.

Αν και όχι πρωτότυπο, του προσδίδεις μια «φρέσκια» διάσταση.

Είναι ο τρόπος που κάνεις καθετί, ο οποίος το καθιστά καινούριο. Προσπάθησα απλώς να είμαι πολύ ειλικρινής και εστιασμένος και να μη σκέφτομαι ποτέ για κάτι άλλο, να κάνω μόνο αυτό που ένιωθα ότι έπρεπε να κάνω.



Το φιλμ έχει, εξάλλου, πολύ σφιχτό ρυθμό, λες και το παρακολουθείς με μια ανάσα μέχρι το τέλος.

Στα 80 λεπτά ήδη έχεις τα πάντα. Είναι σαν γροθιά.

Τη νιώθεις σαν απαλή γροθιά, ωστόσο, όχι ακριβώς κατάμουτρα.

Όχι με επιθετικό τρόπο, αλλά μπορεί να γίνει πολύ συναισθηματική για το κοινό. Κάποιες φορές έρχονται στην προβολή χωρίς να ξέρουν και στο τέλος λένε «γαμώτο, δεν περίμενα αυτή τη συναισθηματική γροθιά».

Δεδομένου ότι έχεις σπουδάσει κι άλλα πράγματα, τι σε κράτησε στο σινεμά;

Σπούδασα βιολογία για πολλά χρόνια. Μέχρι τα 21-22 δεν πήγαινα σνεμά, μόνο μια φορά το χρόνο. Έβλεπα ταινίες κυρίως στην Τηλεόραση. Στον κινηματογραφο το εισιτήριο ήταν υπερβολικά ακριβό, και δε μ’ ενδιέφερε καθόλου το σινεμά, δεν είχα κινηματογραφική κουλτούρα. Μου ήταν απολύτως αδύνατο να φανταστώ πως μια μέρα θα έκανα ταινίες, αλλά δεν μπορούσα να βρω δουλειά μέσα από τη βιολογία. Κι έτσι άλλαξα το δρόμο μου στην κατεύθυνση της επικοινωνίας και της διαφήμισης. Εκεί είχα έναν καθηγητή που μας ζητούσε να κάνουμε ταινίες μέσα σε μια βδομάδα. Αυτή η διαδικασία μου έδωσε το κίνητρο και την ευχαρίστηση να εξωτερικεύσω πολλά πράγματα που είχα μέσα μου και ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να εκφράσω. Από εκείνη τη στιγμή σκεφτηκα αφελώς ότι θα μπορούσα να συνεχίσω κι έτσι εισήχθην στη La Fémis.

Και «βούτηξες» στα βαθιά.

Είδα πολλές ταινίες κι έφτιαξα πολλές με κινητό, με Super8. Ήταν πολύ συναρπαστική εμπειρία. Έπειτα νομίζω πως κατάφερα να χτίσω το δικό μου σύμπαν στη διάρκεια της φοίτησης. Σε 5 χρόνια, έκανα 5 ή 6 μικρού μήκους ταινίες και τη μεγάλου μήκους. Υπήρξα πολύ τυχερός που συνάντησα αυτόν τον καθηγητή, αλλιώς θα ήμουν σε χάος.

Το Μέτρα τις πληγές σου είχε πολύ θετική φεστιβαλική ανταπόκριση.

Πήγαμε σε πολλά φεστιβάλ και κερδίσαμε 10 βραβεία. Είναι υπέροχο να νιώθεις ότι οι άνθρωποι εκτιμούν τη δουλειά σου και τους συγκινεί. Σε μια προβολή στη Γαλλία, ο μηχανικός προβολής είδε την ταινία με τον γιο του και στο τέλος του είπε «σ’ αγαπώ». Όταν εντρυφούν σ’ αυτή, ανακαλύπτουν μια βαθιά σύνδεση με τη δική τους ζωή κι αυτό μπορεί να εξελιχτεί σε μια πολύ συναισθηματική εμπειρία, γιατί όλοι αντιμετωπίζουμε οικογενειακά προβλήματα, ανεξάρτητα από την οικονομική μας κατάσταση.

Μετά το πρώτο βήμα, νιώθεις μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για το δεύτερο;

Θα το δούμε. Βοηθάει το να είσαι ευχαριστημένος με την ταινία σου και θα ήθελα να συνεχίσω να κουβεντιάζω για τους ευαίσθητους χαρακτήρες της. Μου προξενεί, επίσης, ευχαρίστηση να δουλεύω με τους ηθοποιούς. Μου αρέσει να τους σκηνοθετώ. Είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.

Ελπίζω η επόμενη δουλειά σου να είναι εξίσου καλή με την πρώτη- αν όχι καλύτερη.

Θα δούμε. Κάνε υπομονή!

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την κ, Σταματίνα Στρατηγού, Υπεύθυνη Επικοινωνίας του Γαλλικού Ινστιτούτου, για τη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η ταινία του Morgan Simon Μέτρα της πληγές σου επαναπροβάλλεται, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, την Τετάρτη 29 Μαρτίου στον κινηματογράφο Άστορ, στις 22:15.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Φώτος Λαμπρινός: «Από τη μεγάλη ουτοπία κρατάω την πίκρα της διάψευσης»


Με την Οκτωβριανή Επανάσταση καταπιάνεται στο πιο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Η μεγάλη ουτοπία ο Φώτος Λαμπρινός, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Έλληνες ντοκιμαντερίστες. Με τη βοήθεια ενός πλούσιου, και σε ορισμένες περιπτώσεις άγνωστου, αρχειακού υλικού, επιχειρεί μια πολυεπίπεδη κριτική αποτίμηση αυτής της μεγάλης περιπέτειας ανάμεσα στο 1917 και το 1934 στη Σοβιετική Ένωση, προσκαλώντας τον θεατή σε ένα γόνιμο διάλογο. Ενόψει της αθηναϊκής πρεμιέρας του ντοκιμαντέρ στις 27 Μαρτίου, αλλά και της εξόδου του στις αίθουσες στις 30 Μαρτίου, συναντηθήκαμε με τον σκηνοθέτη στο τακτοποιημένο και ήσυχο, αλλά φορτωμένο με μνήμες, διαμέρισμά του στους πρόποδες του Λυκαβηττού.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το ντοκιμαντέρ;

Είχαμε ήδη κάνει ένα ντοκιμαντέρ με τον Δήμο τον Θέο, τις 100 ώρες του Μάη, αλλά δεν είχα προσανατολιστεί σ’ αυτό το είδος, ούτε καν μου πέρναγε απ’ το μυαλό, και πήγα στη Μόσχα για να σπουδάσω μυθοπλασία με δάσκαλο τον Μιχαήλ Ρομ. Η σπουδή ήταν πενταετής. Αν «κοβόσουν» σε ένα εξάμηνο, έφευγες. Γι’ αυτό και ξεκινώντας ήμαστε 22-23, και μείναμε 12. Η πρώτη μου εργασία στη Σχολή ήταν μυθοπλασία βασισμένη στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη Η παρέλαση. Την ήξερα και προσωπικά, ήμασταν και είμαστε πολύ στενοί φίλοι.

Εκείνο, όμως, που καθόρισε όλη την κινηματογραφική μου πορεία ήταν η ταινία του δασκάλου μου Ο συνηθισμένος φασισμός. Αθόρυβα και ασυνείδητα, ίσως, με σημάδεψε κι έτσι, όταν πια έφτανα στο πτυχίο, αντί να κάνω μυθοπλασία, έκανα πάλι ντοκιμαντέρ με αρχειακό υλικό που έψαξα και βρήκα σε 4 κινηματογραφικά αρχεία και σχετιζόταν με την Ελλάδα. Τίτλος του ήταν Επισκεφθείτε την Ελλάδα. Στο πίσω μέρος του μυαλό μου υπήρχε, πάντως, πάντα η πρόθεση να κανω μυθοπλασία.

Το ντοκιμαντέρ είναι, άλλωστε, ένας άλλος τρόπος να κάνεις μυθοπλασία, όπως γράφετε και στον προσωπικό σας ιστότοπο.

Ακριβώς. Σιγά σιγά ωρίμασε ως άποψη, με την έννοια ότι δεν έχει σημασία αν κάνεις μυθοπλασία ή ντοκιμαντέρ, αλλά να έχεις να πεις κάτι.

Και να ξέρεις και πώς να το αφηγηθείς.

Βέβαια. Ο τρόπος που λες κάτι είναι αυτό που λες, γιατί όλα έχουν ειπωθεί. Έπειτα απαιτείται χρόνος, μια αναγκαστική χρονική περίοδος που δεν την προγραμματίζεις. Όταν τελειώσει τη μετράς. Άλλωστε, πολλούς στενούς φίλους που τους τηλεφωνώ για να έρθουν στην αθηναϊκη πρεμιέρα της Μεγάλης ουτοπίας δεν τους έχω δει τα τελευταία 5-6 χρόνια. Με ρωτούν, λοιπόν, «πού ήσουν;» και τους απαντώ «στο λαγούμι με το κλεφτοφάναρο».



Σας «έτρωγε» χρόνια η ιδέα για τη Μεγάλη ουτοπία;

Όχι ιδιαίτερα. Η αλήθεια είναι ότι έκανα πολλά ντοκιμαντέρ στη Ρωσία μεταξύ ’89-’91. Την ήξερα και την ξέρω. Ίσως ο καλύτερός μου φίλος στη ζωή είναι ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Ιλιένκο, που ζει στο Κίεβο. Εκείνο που δεν ήξερα και έμαθα με μεγάλη αργοπορία, γιατί ήταν απαγορευμένο θέμα, ήταν η περιβόητη τεχνητή πείνα και ο θάνατος εκατομμυρίων ανθρώπων. Όταν το έμαθα, μετά το ’90, σκέφτηκα πως υπάρχει ένας δραματουργικός πυρήνας, της σχέσης του οράματος με την πραγματικότητα, του ονείρου με την τραγωδία. Έτσι γίνεται ταινία, υπάρχει μύθος, story. Αλλιώς δεν έχει νόημα, κάνεις ρεπορτάζ. Ένα μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα, στον Τύπο και την Τηλεόραση, είναι ότι πάρα πολλοί μπερδεύουν το ρεπορτάζ με το ντοκιμαντέρ. Δεν έχουν καμία σχέση. Το ένα είναι δημοσιογραφία, το άλλο κινηματογράφος. Τα τελευταία χρόνια, αφού ξέμπλεξα και με τα άλλα, αφοσιώθηκα σ’ αυτή την ιδέα. Βρήκα, βέβαια, τρομερή βιβλιογραφία.

Πόσο επίπονο και χρονοβόρο ήταν να αναζητηθεί, να συλλεχθεί και να συντεθεί το αρχειακό υλικό;

Μαζεύω αρχειακό υλικό από τη δεκαετία του ’60 κι έχω ένα ογκωδέστατο αρχείο, το οποίο, μαζί με πολλά από τα βιβλία μου, θα δώσω σύντομα στο ΕΛΙΑ. Έπειτα ταξίδεψα στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και στο Κίεβο, όπου, με τον φίλο τον Μίσα, επίσης εντόπισα και πήρα πολύ αρχειακό υλικό, το οποίο με νόμο είναι ελεύθερο από πνευματικά δικαιώματα. Το θέμα είναι να το βρεις, όχι να το αγοράσεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συγκεντρώθηκε, λοιπόν. Στη σύνθεσή του σημαντική ήταν η βοήθεια του μοντέρ μου Γιάννη Τσιουλάκη, ο οποίος γνωρίζει ρωσικά και κατάγεται από την Τασκένδη.

Υπήρξε κάποια στιγμή που προβληματιστήκατε για το αν θα είχε νόημα να διανθίσετε το ντοκιμαντέρ με το λόγο κάποιου μελετητή της περιόδου;

Το να περιλαμβάνω συνέντευξη με ιστορικό παραπέμπει σε Τηλεόραση και δεν το κάνω. Στο ντοκιμαντέρ μου Άρης Βελουχιώτης- Το δίλημμα το έκανα, γιατί ήταν τέτοιο το είδος. Κατά τα άλλα, δεν υπάρχει σ’ αυτό ούτε μία φράση που κάποιος να λέει «νομίζω». Υπάρχουν τα «ήμουν εκεί», «είδα αυτό», «άκουσα αυτό». Ήταν αυστηροτάτη η εντολή. Όταν μου το επιτρέπει το υλικό, αποφεύγω τις συνεντεύξεις. Προτιμώ να «μιλάει» η εικόνα και να σχολιάζω με απόλυτα τεκμηριωμένα κείμενα από ιστορικούς, όχι δικά μου.



Των οποίων, όμως, την προσέγγιση κι εσείς συμμερίζεστε.

Στη Μεγάλη ουτοπία το κείμενο το έχω γράψει εγώ, αλλά είναι βασισμένο σε καμιά 200αριά βιβλία, και κυρίως στα 2 βιβλία του Ιταλού συμβούλου μου ιστορικού Αντρέα Γκρατσιόζι. Κουβέντες καφενείου δεν υπάρχουν στην ταινία.

Η κριτική στάση σας έναντι της περιόδου, για παράδειγμα η εναντίωση στον Στάλιν, ενόχλησε, έχω την αίσθηση, κάποιους.

Όσον αφορά στην περίοδο που ο Στάλιν αναλαμβάνει την εξουσία και στέλνει τον Τρότσκι εξορία, υπάρχει αυτή η σκηνή. Γενικότερα, όμως, αναφέρομαι στην ηγεσία του κόμματος. Μία φορά αναφέρω τη λέξη «Στάλιν», όταν ανέρχεται στην εξουσία ντυμένος στα λευκά. Άλλωστε, μέχρι το 1934, δεν πιστεύω ότι μόνο ένα πρόσωπο έπαιζε κυρίαρχο ρόλο. Ούτε ο Λένιν διαδραμάτισε αυτό το ρόλο, ούτε ο Στάλιν. Και, σε σχέση με την περίοδο της εκβιομηχάνισης και της κολεκτιβοποίησης, μιλάω για την ηγεσία του κόμματος. Το τι έγινε μετά το 1934 είναι πασίγνωστο. Όποιος δεν το ξέρει, δεν είναι δικιά μου ευθύνη. Ξέρω πως έκανα  μια ταινία απολύτως τεκμηριωμένη, με πολλές πηγές, κι όποιος θέλει ας έρθει να μου πει ότι έχω προβεί σε κάποια παρασπονδία. Ποτέ δεν έκανα μια δουλειά που να σχετίζεται με την Ιστορία βγάζοντας πράγματα από το μυαλό μου.



Από όλη αυτή την περιπέτεια της μεγάλης ουτοπίας εσείς τι κρατάτε περισσότερο ως άνθρωπος;

Κρατάω την πίκρα αυτής της διάψευσης, γιατί περί διάψευσης πρόκειται. Θα μου πείτε: ήταν εφικτή; Δεν ξέρω. Αυτό είναι μεταφυσική ερώτηση. Ενώ υπάρχουν μεταφυσικά κόμματα και στην Ελλάδα, με τη μεταφυσική δεν έχω καμιά συγγένεια. Εκείνο που ξέρω είναι ότι και η Ελλάδα μπήκε σ’ αυτό το παιχνίδι και η οικογένειά μου, για την οποία είμαι απολύτως υπερήφανος. Όσο τιμώ τον πατέρα και την μητέρα μου, δεν τιμώ κανέναν άλλο. Έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτό το όραμα. Κυριολεκτικά. Έτσι, λοιπόν, είναι μια πίκρα για μένα, μια απογοήτευση, μια στενοχώρια. Αυτό που είπε ο Έζιο Μάουρο, πως «με το θάνατο του Φιντέλ, ο 20ός αιώνας τελικά ολοκληρώθηκε, και από την επανάσταση έμεινε μόνο η εικονογραφία», δεν είναι λυπηρό;

Οι γονείς σας «έφυγαν» διαψευσμένοι, ή τουλάχιστον είχαν βιώσει μια ικανοποίηση;

Η μητέρα μου, που έζησε μέχρι τα 95 της και πέρασε από το ’68 στο ΚΚΕ Εσωτερικού, είχε ήδη καταλάβει περί τίνος επρόκειτο. Ο πατέρας μου δεν πρόλαβε, γιατί δολοφονήθηκε από τον κυβερνητικό στρατό στο τέλος του Εμφυλίου στα βουνά. Είχε αρμοδιότητα στελέχους της διαφώτισης στο Δ.Σ.Ε. και πολεμικού ανταποκριτή για την εφημερίδα που εξέδιδε. Κατέβηκε στην Kεντρική Ελλάδα και κατά την υποχώρηση συνελήφθη από τον κυβερνητικό στρατό, τον έβαλαν σε στρατόπεδο ανάμεσα στα Άγναντα και τα Πράμαντα και, ενώ είχε σταλεί και σήμα, όπως έμαθα εκ των υστέρων, να μην τον πειράξουν, μετά από 2 μέρες τον εκτέλεσαν. Δεν πρόλαβε, επομένως, να βιώσει κάποιες απογοητεύσεις. Ως σκεπτόμενος άνθρωπος, ωστόσο, πιθανότατα στο βουνό να είχε αντιληφθεί ορισμένα πράγματα. Έχει, εξάλλου, αφήσει ένα έργο πίσω του, στη δεκαετία του ’40 ήταν ο «πάπας» της διανόησης της Αριστεράς. Έγραφε κριτική βιβλίων, θεάτρου, κρατούσε την καλλιτεχνική σελίδα του Ριζοσπάστη. Το αντίπαλον δέος ήταν ο Χουρμούζιος. Το πρώτο του βιβλίο Μορφές του ’21 έχει κάνει 8 εκδόσεις.

Εσείς ήσαστε υποψιασμένος για το τι συνέβαινε στην πρώην Σοβιετική Ένωση;

Ήμουν πολύ υποψιασμένος. Ποτέ δεν υπήρξα αιθεροβάμων- και αποδεδειγμένα, με στοιχεία. Ο Βασίλης Βασιλικός στο βιβλίο του Λούνικ ΙΙ έχει γράψει για μια συνάντηση στο περιθώριο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μόσχας το ’69, με παρόντες, μεταξύ άλλων, τους Δεσποτίδη, Κούνδουρο, Ζαχαρία κι εμένα. Σ’ εκείνη τη συνάντηση έγινε, λοιπόν, μια κουβέντα περί του πού πάει αυτή η χώρα. Οι μεν Μοσχοβίτες έλεγαν «μια χαρά πάει», ενώ εγώ «τι είναι αυτά που λέτε, ρε παιδιά, είναι θέμα χρόνου πότε θα καταρρεύσει αυτό το σύστημα». Ο Βασιλικός δεν αναφέρει το όνομά μου, λέει «ένας σπουδαστής». Εγώ ήμουν αυτός ο σπουδαστής. Όταν πήγα το ’89 κι έκανα τα ντοκιμαντέρ για την ΕΡΤ, προσδιόρισα ότι ήταν ζήτημα 2 χρόνων να καταρρεύσει, αρκεί να μην τελείωνε με Εμφύλιο, γιατί θα έρεε πολύ αίμα. Με έπιασε κατάθλιψη, την εποχή που όλοι στην Ευρώπη είχαν πάθει «γκορμπατσοφμανία». Έβλεπα τα πρόσωπα στα τρόλεϊ και το δρόμο αλλαγμένα.

Πώς βλέπετε την κατάσταση στην Ελλάδα;

Η Ελλάδα δε σώζεται. Η υπόθεση της χώρας έχει τελειώσει και θέλει καμιά 40αριά χρόνια για να σταθεί στα πόδια της- μιάμιση γενιά, αν όχι παραπάνω. Εκτός κι αν η τεχνολογία, φτάνοντας σε δυσθεώρητα ύψη, αλλάξει τα πράγματα με τη χρήση της από τους ανθρώπους.

Το ίδιο, φαντάζομαι, ισχύει και για το εγχώριο πολιτικό σύστημα και τους εκφραστές του.

Είναι μια δυσάρεστη κοινοτοπία να μιλήσουμε γι’ αυτό το πράγμα. Αυτούς τους ανθρώπους έχει η Ελλάδα, αυτούς παράγει, αυτούς ψηφίζει. Το δράμα, όμως, δεν είναι η Ελλάδα, αλλά η Ευρώπη. Ως αυτοκρατορία, άρχισε να καταρρέει από τη δεκαετία του ’70 με τη λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ και την πετρελαϊκή κρίση. Τα τελευταία 15-20 χρόνια κατρακυλά ταχύτατα. Αυτή τη στιγμή δεν παράγει τίποτα: ούτε θέατρο, ούτε σινεμά, ούτε φιλοσοφία. Δεν υπάρχει ελπίδα να σταθεί στα πόδια της, γιατί, σύμφωνα με τους νόμους του πολιτισμού, θα τη διαδεχθεί κάποια άλλη αυτοκρατορία. Θα είναι η Κίνα, η Ινδία; Δεν ξέρω. Θα ευχόμουν να είναι η Αφρική. Είναι η πιο αδικημένη ήπειρος στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Σε ό,τι αφορά τα δικά σας απραγματοποίητα ή μελλοντικά σχέδια;

Ακόμα δεν έχω βγει από το «λαγούμι» της Μεγάλης ουτοπίας. Δεν ξέρω. Σκέφτομαι διάφορα, αλλά έχω κουραστεί. Μεγάλωσα. Δουλεύω 55 χρόνια ασταμάτητα.

Είστε αειθαλής, πάντως!

Μην το κάνουμε θέμα. Από την μάνα μου το έχω πάρει, ίσως, με της οποίας το χαρακτήρα έχω μεγαλύτερη σχέση. Κι εκείνη δούλευε όλη της τη ζωή. Είναι ένας τρόπος ζωής, φαίνεται. Απλώς συμβαίνει. Όπως πίνουμε νερό, κοιμόμαστε, τρώμε, εγώ συνήθισα με τη δουλειά.

Ευχαριστώ θερμά τον Φώτο Λαμπρινό για τη φιλοξενία και το χρόνο του.

Το ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού Η μεγάλη ουτοπία κάνει την αθηναϊκή του πρεμιέρα τη Δευτέρα 27 Μαρτίου στον κινηματογράφο Όπερα 1, 20:00, ενώ από τις 30 Μαρτίου κυκλοφορεί στις αίθουσες σε διανομή της Odeon.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Μουσταφά Καρά: «Το “Κρύο της Τραπεζούντας” είναι μια ταινία για τη μοίρα της Τουρκίας»


Απαράμιλλης αισθητικής και υποκριτικά αψεγάδιαστη, η ταινία Το κρύο της Τραπεζούντας του Τούρκου σκηνοθέτη Μουσταφά Καρά είναι ένας συγκινητικός φόρος τιμής του ίδιου στον τόπο που μεγάλωσε, τους ανθρώπους του, και το συγκλονιστικό φυσικό περιβάλλον. Το φιλμ εστιάζει στην ιστορία του κτηνοτρόφου Μεχμέτ (Χαϊντάρ Σισμάν), ο οποίος εμμονικά αναζητά χρυσάφι, προκειμένου να λυτρώσει την εξαθλιωμένη οικογένειά του και τον ίδιο από την ανέχεια. Συνομιλώντας με τον σκηνοθέτη, με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας του από τις 23 Μαρτίου σε διανομή NEO Films.

Παρά το ψύχος που κυριαρχεί στην πιο πρόσφατη ταινία σου Το κρύο της Τραπεζούντας, στην πραγματικότητα είναι ένα φιλμ που σου ζεσταίνει την καρδιά. Πόσο σημαντική υπήρξε για σένα η επιλογή της τοποθεσίας;

Πρώτα απ’ όλα, θέλω να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια την ταινία μου. Η τοποθεσία, όπου τη γυρίσαμε, είναι το μέρος που μεγάλωσα και γνωρίζω. Βρίσκεται στα βόρεια της Τουρκίας, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Μεχμέτ, ο πρωταγωνιστής του φιλμ, είναι ένας άνθρωπος καταθλιπτικός, όπως και η Μαύρη Θάλασσα. Θέλαμε να μιλήσουμε γι’ αυτή την περιοχή.

Η τοποθεσία νομίζω πως λειτουργεί ως χαρακτήρας, ως κάτι ζωντανό.

Η τοποθεσία, τα ζώα, η φύση και οτιδήποτε άλλο στην ταινία δεν είναι αξεσουάρ, αλλά ένας ακόμα χαρακτήρας στη ζωή του Μεχμέτ. Ήταν ένα φιλμ εξίσου γι’ αυτόν και την τοποθεσία.



Πόσο κοντά νιώθεις ως άνθρωπος στους χαρακτήρες που αποτυπώνονται στην ταινία σου;

Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή βασίζεται στο χαρακτήρα ενός ανθρώπου από το παρελθόν μου. Επρόκειτο για κάποιον ηλικιωμένο, ο οποίος όλη του τη ζωή αναζητούσε χρυσό, ήταν το πάθος του. Ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός, όπως κι εγώ, που δεν μπορούσε να μιλήσει στους άλλους για το πάθος και τις σκέψεις του. Μοιάζαμε. Tα συναισθήματα, τα οποία βιώναμε, δεν απείχαν. Κι εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω για το πάθος μου, γι’ αυτό και γύρισα την ταινία, που εστιάζει στο πόσο δυσκολότερο είναι να ικανοποιείς ένα πάθος σου, όταν ζεις μια δύσκολη ζωή.

Ζει ο πραγματικός άνθρωπος πίσω από το μυθοπλαστικό χαρακτήρα;

Ναι, ζει. Το μόνο στοιχείο που άντλησα από αυτόν ήταν το πάθος του για τη δουλειά του.

Υπάρχει, επομένως, μια αναλογία ανάμεσα στην παθιασμένη αναζήτηση χρυσού από τον Μεχμέτ και το δικό σου όνειρο να γυρίζεις ταινίες;

Βέβαια, γιατί, όπως εκείνος αναζητούσε μια φλέβα χρυσού, έτσι κι εγώ αναζητούσα τον εαυτό μου. Τα θέματα μπορούν να αλλάξουν, αλλά τα όνειρα και τα πάθη παραμένουν τα ίδια στους ανθρώπους.



Κι οι άλλοι χαρακτήρες;

Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους χαρακτήρες που εμφανίζονται στην ταινία, ήθελα να μιλήσω για άλλους ανθρώπους από τη δική μου ζωή.

Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος συμβολισμός στα σαλιγκάρια, η παρουσία των οποίων γίνεται ολοένα και πιο προφανής από ένα χρονικό σημείο και μετά;

Δεν προσπαθώ να συμβολίσω το καθετί στο φιλμ. Όλα έχουν μια ρεαλιστική διάσταση, ένα σκοπό, κάτι να πουν. Οι γιοι του Μεχμέτ, ο Ιμπραήμ και ο Μουσταφά, πουλάνε αυτά τα σαλιγκάρια, γιατί θέλουν καινούρια ζευγάρια παντελόνια. Ένα άλλο ζήτημα σχετίζεται με τα όσα λείπουν στον Μεχμέτ. Προσπαθεί να βρει το ορυχείο, αλλά συντρίβει τα σαλιγκάρια. Δεν αποκομίζει κάτι άλλο στη ζωή του. Πρόκειται για μας, στην πραγματικότητα. Εστιάζουμε σε κάτι, ξεχνώντας τα μικρά πράγματα. Εκείνος, για παράδειγμα, ξεχνά τον άρρωστο γιο του, σκεπτόμενος διαρκώς για το ορυχείο και τον ταύρο. Το ίδιο και μεις, αν σκεφτείς κάποιου είδους συμβολισμό. Δε νομίζω πως οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι σημαντικές στη ζωή- υπάρχει η φύση, τα ζώα, τα φυτά. Ο κόσμος αφορά και σε αυτά, και είναι σημαντικά.



Στην τελευταία μισή ώρα της ταινίας κυριαρχεί η ρεαλιστική διάσταση, με την τοποθεσία να έρχεται σε πρώτο πλάνο. Προς το τέλος, όμως, επιθυμούσα να δημιουργήσω μια σουρεαλιστική αίσθηση. Και με αυτά τα σαλιγκάρια αρχίζουμε να «απογειωνόμαστε» από την πραγματικότητα του Μεχμέτ και να εισερχόμαστε στο όνειρό του.  

Παρακολουθώντας την ταινία σου, διέκρινα επιρροές από τον Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ σε ό,τι αφορά το δραματικό βάθος των χαρακτήρων της και τον Σεμίχ Καπλάνογλου σχετικά με τη λειτουργία του φυσικού περιβάλλοντος ως ενός ακόμα χαρακτήρα. Θα έλεγες πως έχεις επηρεαστεί από τους συγκεκριμένους σκηνοθέτες- ή και άλλους;

Ασφαλώς πρόκειται για σπουδαίους σκηνοθέτες. Είμαι επηρεασμένος από όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμά, όπως τους Αγγελόπουλο, Κιαροστάμι, Μπέργκμαν, Φελίνι. Από τον τουρκικό κινηματογράφο, ως πρώτη επιρροή θα ανέφερα τον Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, και έπειτα τους Σεμίχ Καπλάνογλου και Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ. Χωρίς να το γνωρίζω, κάθε άνθρωπος στη ζωή μου με έχει επηρεάσει σ’ αυτή την ταινία. Είναι όπως όταν ένας συγγραφέας γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά του και είναι επηρεασμένος από τον Τσέχοφ και τον Ντοστογιέφσκι. Έτσι ήμουν κι εγώ. Ταυτόχρονα, όμως, προσπαθούσα να βρω τη δικιά μου «φωνή», το δικό μου «δρόμο».



Παρότι η δουλειά σου δεν έχει ευθέως πολιτικό περιεχόμενο, ως άνθρωπος και καλλιτέχνης επηρεάζεσαι από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στην Τουρκία και την καταστολή των διαφωνούντων από το καθεστώς Ερντογάν;

Υπάρχει ένα πολιτικό γνωμικό στο φιλμ, αλλά δε θέλω να το τραγουδήσω, γιατί ντρέπομαι γι’ αυτό και είναι αγενές. Το Κρύο της Τραπεζούντας είναι μια ταινία για τη μοίρα αυτής της χώρας και ο τίτλος της στέλνει άλλο ένα μήνυμα. Ως καλλιτέχνης που προσπαθεί να κάνει ταινίες, δεν μπορώ να μιλήσω για την πολιτική μου άποψη όπως κάποιος στο δρόμο. Το να υιοθετώ ή να απορρίπτω μια σκέψη είναι κάτι εύκολο να ειπωθεί. Το σημαντικό είναι να λέω κάτι. Ασφαλώς και με επηρεάζουν τα πολιτικά ζητήματα που ανακύπτουν στη χώρα, αλλά δε με εμποδίζουν να γυρίζω τις ταινίες μου ή να κάνω τη δουλειά μου. Μπορώ να μιλάω για όσα μου αρέσουν και δε μου αρέσουν. Τα πάντα με επηρεάζουν, άρα και η πολιτική. Δεν είναι σπουδαίο πράγμα.

Ελπίζω το ελληνικό κοινό να εκτιμήσει την ταινία σου.

Ελπίζω οι Έλληνες θεατές να την αγαπήσουν, γιατί η τοποθεσία συνδέεται, επίσης, και με τους Έλληνες. Αν παρακολουθήσουν προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσουν πως η μητέρα του Μεχμέτ αφηγείται για το παρελθόν της περιοχής. Ζούμε στον ίδιο πνευματικό κόσμο και νομίζω ότι θα βρουν σύνδεση ανάμεσα σε μας κι εκείνους.

Η ταινία του Μουσταφά Καρά Το κρύο της Τραπεζούντας προβάλλεται από τις 23 Μαρτίου στους κινηματογράφους σε διανομή της NEO Films.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Μια κουβέντα με την Ανιές Σκλάβου και τον Στέλιο Τατάκη, δημιουργούς του ντοκιμαντέρ «Βυζιά»


Το αυτοχρηματοδοτούμενο ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά, μια πολύ ιδιαίτερη ματιά στα βυζιά και τον καρκίνο του στήθους που συνταιριάζει το «κοφτερό» χιούμορ με το σεβασμό στο δραματικό υπόβαθρο του ίδιου του βιώματος της ασθένειας, υπήρξε μια από τις πλέον πολυσυζητημένες ταινίες του φετινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Συναντηθήκαμε με τους δημιουργούς της λίγο πριν την αθηναϊκή της πρεμιέρα την Τετάρτη 15 Μαρτίου και ενόψει ενός κύκλου έξι προβολών, αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα, στις 18-19 & 25-26 Μαρτίου και 1-2 Απριλίου.

Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που φοβηθήκατε ότι δε θα τα βγάζατε πέρα με τις απαιτήσεις του θέματος;

(Ανιές Σκλάβου) Όχι, επειδή ήμαστε μια ομάδα, μαζί με την ανθρωπολόγο Λιόπη Αμπατζή, που είχε την αρχική ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τα βυζιά. Όταν είχε κάνει το μεταπτυχιακό της στην κοινωνική ανθρωπολογία, είχε δουλέψει πάνω στην εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος, κυρίως στα μπαρ κονσομασιόν. Την περίοδο, κατά την οποία η ίδια νόσησε και μέσα στην προσπάθειά της να δει πώς θα αντιμετωπίσει την ασθένεια, συνειδητοποίησε ότι μέσω ενός ντοκιμαντέρ θα ήταν πολύ πιο εύκολο να περάσει αυτό που θα ήθελε από το να γράψει ένα κείμενο, η απήχηση του οποίου θα ήταν πολύ πιο περιορισμένη.

(Στέλιος Τατάκης) Ο τίτλος είναι κάτι που τραβάει...

(Ανιές) Στην πορεία θεωρήσαμε πως και η δική της ιστορία ήταν πολύ δυνατή, οπότε συζητώντας οι τρεις μας και μετά από πολύ brainstorming καταφέραμε να διαμορφώσουμε άξονες όπου θα κινούμασταν.

(Στέλιος) Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν αν θα λειτουργήσουν οι τρεις αυτοί άξονες: η προσωπική ιστορία της Λιόπης, οι μικρότερες ιστορίες πολλών ανθρώπων και η «φωνή» των βυζιών.



Σας απασχόλησε το ενδεχόμενο ο τίτλος να εκληφθεί ως αρνητικά προβοκατόρικος;

(Ανιές) Η επιλογή του τίτλου ενείχε μια ιντριγκαδόρικη διάσταση. Σίγουρα, όμως, μέσα στο ντοκιμαντέρ είχαμε αποφασίσει να λέμε αλήθειες, πράγματα που δε λέγονται εύκολα, όπως δε μιλάμε εύκολα για το στήθος κι εμείς οι γυναίκες, πόσο μάλλον και για την ασθένεια. Συνεπώς και η ίδια η λέξη είναι ένα θέμα...

Ταμπού, ίσως;

(Ανιές) Είναι ένα ταμπού. Το «βυζαίνω» ως ρήμα μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε άνετα. Ένα παιδάκι βυζαίνει το δάχτυλό του ή το στήθος της μαμάς του, για παράδειγμα, αλλά «βυζαίνει το βυζί της μαμάς του» δε θα το πούμε εύκολα. Υπήρχε, λοιπόν, και μια ιδεολογική ματιά στην προσέγγισή μας, μια προσπάθεια απενοχοποίησης της λέξης.

Πρόκειται, άρα, για μια προσέγγιση δύο ταμπού, κατά κάποιο τρόπο.

(Ανιές) Κατά κάποιο τρόπο ναι, γιατί δεν είναι πολιτικά ορθή λέξη.

(Στέλιος) Είναι ένας επαναπροσδιορισμός της καθημερινής χρήσης της.

(Ανιές) Μέσα στο ντοκιμαντέρ λέμε πως πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά που μας απασχολούν και, κυρίως με άξονα την ασθένεια, υπάρχουν πάρα πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις. Δεν μπορείς να είσαι μόνο μαχήτρια. Υπάρχουν στιγμές που ενδέχεται να εγκαταλείψεις τα όπλα, γιατί ο καρκίνος του μαστού δεν είναι μια ασθένεια, η οποία μόνο απειλεί τη ζωή σου, αλλά που, ακόμα κι όταν την ξεπεράσεις, μπορεί να αφήσει ένα σημάδι που ισοδυναμεί με την αφαίρεση της ταυτότητας, του φύλου, του ερωτισμού σου. Με μια μαστεκτομή μπορεί να χάσεις πολλά.

(Στέλιος) Μια γυναίκα ίσως αμφισβητήσει τη θηλυκότητά της.



Η μεγαλύτερη αρετή της συγκεκριμένης δουλειάς είναι ότι καταφέρνει να συνταιριάξει τη φαινομενικά πιο ανάλαφρη, απενοχοποιημένη προσέγγιση με το σεβασμό στη σοβαρότητα και στο δραματικό υπόβαθρο της ίδιας της εμπειρίας της ασθένειας. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να πετύχετε αυτές τις ισορροπίες;

(Στέλιος) Δε μας ενδιαφέρει να προβαίνουμε σε ακρότητες απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουμε, μας ενδιαφέρει η επίδειξη σεβασμού προς το θέμα και τον άνθρωπο, χωρίς να εκβιάζουμε το συναίσθημα του θεατή. Αυτό μπορεί να προκύψει αυθόρμητα- ως ένα μειδίαμα, ένα σκίρτημα. Κάτι τέτοιο είναι από μόνο του αρκετό, χωρίς να χρειάζεται να πιέζεις τις καταστάσεις.

(Ανιές) Η αλήθεια είναι ότι δε μας πήρε πολύ χρόνο από τη στιγμή που αποφασίσαμε  να το προχωρήσουμε και μαζευτήκαμε οι τρεις μας. Οι άξονες είχαν, λίγο πολύ, αποφασιστεί αρκετά νωρίς, oπότε τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2016 και ολοκληρώθηκαν αρχές Ιανουαρίου, μία μέρα πριν υποβληθεί η αίτηση για το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Δεν πρόκειται, άρα, για ένα εγχείρημα, το οποίο χρειάστηκε πολύ χρόνο για την υλοποίησή του. Η επιλογή, εξάλλου, να χρησιμοποιήσουμε τα βυζιά ως αφηγητές μας έδωσε αρκετή ελευθερία στο πώς θα θέσουμε τα θέματα που θέλαμε να θίξουμε, μιας και δεν επιθυμούσαμε να κάνουμε κάτι επιστημονικό, ούτε, όμως, και να πρόκειται αμιγώς για μια μαρτυρία. Θέλαμε να θέσουμε κάποια ζητήματα. Από κει και πέρα, ας ψαχτεί και ας σκεφτεί ο καθένας λίγο.



Τελειώνοντας το ντοκιμαντέρ, αφήνει μια συγκρατημένη αίσθηση χαρμολύπης.

(Ανιές) Έτσι είναι κι ζωή.

(Στέλιος) Τα πάντα συνοψίζονται στα δευτερόλεπτα του τέλους.

Θεωρείτε ότι είναι έτοιμο ένα μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφόφιλου κοινού στην Ελλάδα να παρακολουθήσει τέτοιου είδους ταινίες;

(Ανιές) Κρίνοντας από τη μικρή μέχρι τώρα πορεία του στη Θεσσαλονίκη, ήδη ανάμεσα σε μερικές δεκάδες ανθρώπους βρέθηκαν τέσσερις που άρχισαν να μιλάνε για δικές τους προσωπικές ιστορίες μπροστά σε αγνώστους. Η παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ τους έκανε να το θελήσουν. Η ελληνική ταινία, είτε πρόκειται για ντοκιμαντέρ ή για φιξιόν, χρειάζεται το χρόνο της στην αίθουσα και το κλασικό προμόσιον από στόμα σε στόμα. Αν, επομένως, επικοινωνηθεί σωστά και παραμείνει σε μια αίθουσα, μπορεί, τελικά, πολύς κόσμος να καταφέρει να τη δει.

(Στέλιος) Μπορεί να δυσκολέψει κάποιους, να τους βαρύνει λίγο, αλλά αυτό θεωρητικά είναι και καλό, το να παίρνει, δηλαδή, κάποιος «δουλειά για το σπίτι». Και μας ενδιαφέρει άμεσα ο θεατής. Δεν κάνουμε κάτι απλώς για να είμαστε εμείς ευχαριστημένοι ή για να κάνει μια δουλειά μας «βόλτα» στα φεστιβάλ. Όταν βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ μας μονταρισμένο, είμαστε πιο σκληροί από τους θεατές. Εκθέτουμε και εκτιθέμεθα.

(Ανιές) Χρειάζεσαι τους θεατές για να υπάρξεις.

(Στέλιος) Είναι μια αμφίδρομη σχέση.

(Ανιές) Αυτό που θέλουμε να πετυχαίνουμε στις δουλειές μας είναι να καταλαβαίνει ο θεατής τι θέλουμε να πούμε, να μη χρειάζεται να κάνουμε μία ανάλυση πριν την προβολή και μία μετά. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μάλλον κάτι έχεις χάσει.

Το ντοκιμαντέρ των Ανιές Σκλάβου και Στέλιου Τατάκη Βυζιά προβάλλεται αποκλειστικά στον κινηματογράφο Ααβόρα τα Σαββατοκύριακα 18-19 και 25-26 Μαρτίου, καθώς και την 1-2 Απριλίου στις 16:00. Κάθε προβολή θα συνοδεύεται από συζήτηση.

Περισσότερες πληροφορίες: https://www.facebook.com/breasts.Stories/ και https://www.facebook.com/aavora.athens/     

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Ntshavheni wa Luruli: «Ως μαύροι Νοτιοαφρικανοί, δεν κατανοούμε τις κουλτούρες μας πολύ»


Η σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα στη σύγχρονη Νότια Αφρική, μέσα από την ιστορία της Elelwani, που λαβαίνει υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό, αλλά οι γονείς της επιδιώκουν να παραμείνει στη χώρα, υποτασσόμενη στις παραδόσεις της φυλής της, βρίσκεται στο επίκεντρο της ομώνυμης ταινίας του Νοτιοαφρικανού σκηνοθέτη Ntshavheni wa Luruli. Η ταινία του προβλήθηκε στο πλαίσιο της 6ης Εβδομάδας Αφρικανικού Κινηματογράφου, η οποία ολοκληρώνεται την Τετάρτη 15 Μαρτίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Ο σκηνοθέτης επισκέφτηκε για λίγες μέρες στην Αθήνα, κι είχαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε μαζί του.

Είναι η πρώτη σας φορά στην Ελλάδα;

Ναι, η πρώτη μου φορά. Έχω ταξιδέψει παντού, ποτέ, όμως, δεν είχα έρθει εδώ. Όταν, μάλιστα, ήμουν φοιτητής, είχα συγγράψει μια σύντομη εργασία για τις μυθολογίες, θεωρώντας ότι η ελληνική και η αφρικανική μυθολογία είναι παρόμοιες.

Αν κρίνω και από την ταινία σας Elelwani, σας γοητεύουν οι μυθολογίες, γενικότερα.

Απολύτως. Σημερα το πρωί, είπα «δε γυρίζω πίσω, αν δεν επισκεφτώ το Ναό του Ολυμπίου Διός και τα υπόλοιπα μνημεία»!

Αυτό ισχύει και για τη μυθολογία της φυλής Βέντα, όπως αποτυπώνεται στο φιλμ. Πρόκειται για φυλή, έτσι;

Είναι φυλή, η μικρότερη φυλή, η μικρότερη «εθνοτική ομάδα» στη Νότια Αφρική, για να χρησιμοποιήσουμε τον πολιτικά ορθό όρο. Και το αστείο είναι πως, ακόμα και εντός του ίδιου του νοτιοαφρικανικού έθνους, πρόκειται για μια κουλτούρα που δεν είναι πολύ γνωστή, γιατί οι κυρίαρχες φυλές, οι οποίες είναι διεθνώς γνωστές, είναι άλλες. Οι Ζουλού, για παράδειγμα.



Εσάς τι σας προσέλκυσε στη συγκεκριμένη φυλή;

Ανήκω σ’ αυτή!

Η ταινία βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα.

Πρόκειται για διασκευή μυθιστορήματος, το οποίο είχε γραφτεί το 1954. Αυτό που έκανα ήταν να μετασχηματίσω τους χαρακτήρες του, ώστε να ταιριάζουν στη Νότια Αφρική του σήμερα. Μου αρέσει το θέμα του γυναικείου αγώνα. Ως μαύροι Νοτιοαφρικανοί, δεν κατανοούμε ακόμα τις κουλτούρες μας πολύ.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα, η Νότια Αφρική, σε αντίθεση με κάθε άλλη χώρα στην Αφρική, ξεκίνησε με την αποικιοκρατία. Στη συνέχεια, προέκυψε το απάρτχαϊντ. Υπήρξαμε, λοιπόν, θύματα διπλής καταπίεσης. Η αποικιοκρατία προφανώς αφορούσε περισσότερο στην εισαγωγή των ιεραποστόλων, του Χριστιανισμού, του δυτικού πολιτισμού. Το σινεμά των αφρικανικών χωρών που ανεξαρτητοποιήθηκαν, όπως η Νιγηρία ή η Σενεγάλη, καταπιάνεται πιο πολύ με την επανάκτηση της κουλτούρας τους. Με μας, δεν υπάρχει μόνο η αποικιοκρατία. Όταν, επομένως, αρχίζεις να μιλάς για τις ιθαγενείς κουλτούρες και τις παραδόσεις μας, προκαλεί σύγχυση σ’ αυτή τη χρονική συγκυρία. Θεωρητικά, λέμε ότι είμαστε Αφρικανοί, αλλά τι εννοούμε μ’ αυτό;



Όταν ήρθαμε στην Ταινιοθήκη για την προβολή της ταινίας, προσφέρονταν στο φουαγιέ εδέσματα από διάφορες αφρικανικές κουζίνες. Ρώτησα, λοιπόν, τους Νοτιοαφρικανούς «πού είναι η νοτιοαφρικανική κουζίνα»; Έφεραν κρασί, γιατί δεν έχουμε ιθαγενική κουζίνα. Όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά γιατί η νέα γενιά έχει απομακρυνθεί από αυτά. Οι άνθρωποι που ξέρουν είναι ηλικιωμένοι, κάποιοι έχουν πεθάνει, και μαζί τους έχει πεθάνει κι αυτή η γνώση. Άρα, όταν μιλάμε για τη Νότια Αφρική σήμερα, πρόκειται για κάτι ψευτο-αμερικανικό, ψευτο-ευρωπαϊκό.

Τι επιδιώκατε να αναδείξετε μέσα από την αφήγησή σας;

Αυτό που ήθελα να κάνω στην ταινία ήταν να διερευνήσω με μεταφορικό και συμβολικό τρόπο, και χρησιμοποιώντας το ιδίωμα της ερωτικής ιστορίας, τον εσωτερικό αγώνα του κεντρικού χαρακτήρα, της Elelwani, που έχει υποτροφία να σπουδάσει στο εξωτερικό, αλλά στο σπίτι της λένε «πριν γίνεις κάτι άλλο, πρέπει να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου». Η εικόνα που βλέπεις η ουσία της ταινίας, έχει να κάνει με την αλλαγή και το μετασχηματισμό, που βιώνουμε σήμερα στη Νότια Αφρική.

Αλλά και στην επανάκτηση κουλτούρας ή την ανανοηματοδότησή της σε ένα καινούριο πλαίσιο.

Ακριβώς. Το ορθό είναι «αναγνώριση», αναγνώρισε την κουλτούρα και την παράδοσή σου. Στην Ελλάδα διατηρείτε όλα τα μνημεία. Εμείς πρέπει να καταστρέψουμε τα μνημεία μας, επειδή δεν έχουμε σχέση με αυτά. Αυτό το φαινόμενο αμφισβητώ. Ο γυναικείος χαρακτήρας, όπως είναι δομημένος σε όλη την ταινία, είναι επαναστατημένος. Είναι, έτσι, το είδος του ανθρώπου που δε θα κάνει αυτό που του λένε. Ντύνεται διαφορετικά, κι αυτό αποτυπώνει την αυτοσυνειδησία της σε σχέση με το ποια είναι. Κι έπειτα, σαν πεταλούδα, μπορεί να πετάξει και να γίνει ό,τι θέλει. Ως καλλιτέχνης, όμως- κι αυτό είναι το πρόβλημα-, δεν μπορώ να εξηγώ το καθετί, να το «ταΐζω» με το κουτάλι στο κοινό. Δεν είναι αναγκαίο.



Στο λεγόμενο «δυτικό κόσμο» δεν προβάλλονται ευρύτερα, κι όχι μόνο στο πλαίσιο φεστιβάλ, τόσο πολλές ταινίες αφρικανικής προέλευσης, κι είναι γεγονός πως δε γνωρίζουμε πολλά για τις αφρικανικές χώρες, τις κουλτούρες, τους ανθρώπους τους.

Αυτό το πρόβλημα πρέπει να μας απασχολήσει ως Νοτιοαφρικανούς καλλιτέχνες. Από τη στιγμή που αρχίζω να εξηγώ γιατί οι χαρακτήρες του φιλμ περπατάνε κάποιες στιγμές στα γόνατα, ξαφνικά γίνεται αντιληπτό από τους ανθρώπους πως αυτό βγάζει νόημα. Για μένα, για να απολαύσω τον Σέξπιρ, πρέπει να κατανοήσω αυτή την κουλτούρα. Για να κατανοήσω την ελληνική μυθολογία, πρέπει να προετοιμάσω τον εαυτό μου, αλλιώς δεν έχει νόημα. Το πρόβλημα με μας είναι ότι, τον περισσότερο καιρό, υπάρχει μια συγκεκριμένη προσδοκία από μια αφρικανική ιστορία, κι αυτή συνίσταται στο ρομαντισμό, στο να υπενθυμίζεις πόσο υπέροχα ήταν τα πράγματα στο παρελθόν. Γι’ αυτό και δείχνεις ηλιοβασιλέματα, δύσεις, λιοντάρια κ.λπ.

Κι εσείς χρησιμοποιείτε αυτά τα μοτίβα, πάντως.

Ναι, αλλά ως κομμάτι της αφήγησης. Το λιοντάρι είναι σαν πνεύμα. Οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν περιμένουν κάτι βαθύτερο απ’ αυτό. Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Να σου δώσω ένα παράδειγμα. Ξέρεις τον Δράκουλα. Έχεις ένα χαρακτήρα που αναδύεται από τον τάφο, όπου είχε ζήσει επί χιλιετίες. Αυτή η ύπαρξη βγαίνει από τον τάφο της, κυνηγά γυναίκες και τους πίνει το αίμα. Αυτό που ξέρουμε είναι μια αλληγορία σχετικά με την αθανασία. Σε προκαλώ τώρα. Υπόθεσε ότι ο Δράκουλας είχε γραφτεί από έναν μαύρο. Για τους περισσότερους, αυτό θα αποτελούσε ένα συμβολισμό της βαρβαρότητας, του πρωτογονισμού. Δε θα μιλήσουν ποτέ για αθανασία σ’ αυτό το πλαίσιο.

Φαντάζομαι πως αποτελεί πρόκληση για σας να γυρίζετε ταινίες.

Πολύ μεγάλη πρόκληση. Γιατί δεν ταιριάζουν με τα στερεότυπα, γι’ αυτό και πολλοί μπερδεύονται.



Κι η καινούρια σας δουλειά, σε τι στάδιο ολοκλήρωσης βρίσκεται;

Νομίζω ότι θα αρέσει στον κόσμο. Σ’ αυτό το εγχείρημα ασχολούμαι περισσότερο με τη διάσωση των ρινόκερων. Ακόμη κι έτσι, η προσέγγισή μου έχει συμβολικό χαρακτήρα. Εξ αρχής, εξηγείς τι σημαίνει ο ρινόκερος στην Αφρική, γιατί είναι ιερό ζώο. Οπότε, το να σκοτώνεις ένα ιερό ζώο ισοδυναμεί με το φόνο μιας φυλής. Είναι κάτι μεγαλύτερο από τη σφαγή ενός ζώου. Το προσεγγίζω διαφορετικά από κάποιον άλλο, που θα έλεγε «ας σώσουμε τους ρινόκερους». Ξεκινώ προσπαθώντας να δείξω τη σπουδαιότητά του εντός μιας κοινωνίας. Προφανώς κάποιοι θα το βρουν χριστιανικό.

Θα είναι και πάλι μια ταινία ανοιχτή σε ερμηνείες. Αλλά αυτή είναι κι η γοητεία του σινεμά, έτσι δεν είναι;

Έτσι είναι, κι είμαι ανοιχτός σ’ αυτή. Μια φεμινίστρια, ένας φυλετιστής, ένας μαρξιστής θα τη δουν διαφορετικά.

Ευχαριστώ την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου της 6ης Εβδομάδας Αφρικανικού Κινηματογράφου για τη βοήθειά της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Η 6η Εβδομάδα Αφρικανικού Κινηματογράφου, η οποία φιλοξενείται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-36), ολοκληρώνεται την Τετάρτη 15 Μαρτίου με τις ακόλουθες προβολές (είσοδος δωρεάν):

19.00 Το κόκκινο κασκόλ, Μαρόκο, Ελληνικοί υπότιτλοι.

21.00 Abd Εl-Kader, Αλγερία, Αγγλικοί υπότιτλοι.