Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Γιόνας Μέκας: «Το σπίτι μας βρίσκεται σε άλλες διαστάσεις»


Σκηνοθέτης, ποιητής, κριτικός κινηματογράφου, ο σχεδόν 95χρονος λιθουανικής καταγωγής Αμερικανός, και ζωντανός θρύλος της αβάν-γκαρντ, Γιόνας Μέκας επισκέφτηκε πριν από λίγες μέρες για πρώτη φορά την Αθήνα, στο πλαίσιο της documenta 14. Ζωντανή ενσάρκωση της χαράς της ζωής και της δημιουργίας, και με εξαιρετική πνευματική διαύγεια, συνομίλησε με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της documenta 14 Άνταμ Σμίτσικ και το αθηναϊκό κοινό μετά την προβολή των ταινιών του Αναμνήσεις από τη Γερμανία και Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λιθουανία σε μια κατάμεστη Ταινιοθήκη. Τον συναντήσαμε την επόμενη μέρα.

«Ακτινοβολείτε» τη χαρά της ζωής. Μου κάνει τεράστια εντύπωση.

Γιατί όχι; Η προσωπικότητά μου δεν ταιριάζει μ’ αυτούς που κάνουν καταθλιπτική δουλειά σήμερα. Με ό,τι κάνω δε θέλω να υποστηρίζω τη σκοτεινιά που υπάρχει στην ανθρωπότητα, αλλά τις πιο χαρούμενες πτυχές της ανθρώπινης ζωής σ’ αυτό τον πλανήτη.

Σχετίζεται αυτό με τους ανθρώπους του οικογενειακού σας περιβάλλοντος, οι οποίοι, παρά τις κακουχίες και την περιστασιακή δυστυχία που βίωναν, κατάφερναν να διατηρούν την αισιοδοξία τους;

Ναι, έτσι μεγάλωσα. Σε κάποια φάση, αυτό που εξωτερικεύεις από την παιδική σου ηλικία ισχυροποιείται, επίσης, από αυτό, το οποίο βρίσκεις αργότερα. Από το καλύτερο που βρίσκεις στις καταγραφές του παρελθόντος της ανθρωπότητας, από αυτούς που έζησαν και εργάστηκαν, οι οποίοι βλέπουν ότι η ανθρωπότητα προχωρά μπροστά, και τους υποστηρίζεις στην κατεύθυνση της ευτυχίας, της ομορφιάς και του παραδείσου.

Εξακολουθείτε να πιστεύετε, όπως αναφέρεται στην ταινία σας Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λιθουανία, πως το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να καταστραφεί;

Ναι, απολύτως! Γιατί από εκεί ερχόμαστε. Το πνεύμα βρίσκεται εκεί. Η ανθρώπινη ζωή σήμερα είναι εδώ, αύριο έχει χαθεί. Αλλά το πνεύμα, τα ιδανικά είναι ο παράδεισος. Οι άγγελοι είναι εκεί, δεν καταστρέφονται.

Είναι και το σινεμά πηγή χαράς για σας;

Εξαρτάται τι εννοείς. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα μαχαίρι για να κόψεις ψωμί ή για να σκοτώσεις κάποιον. Μπορείς να χρησιμοποιήσεις μια κάμερα για να γιορτάσεις τη δημιουργία, τον κόσμο, το καλύτερο στην ανθρωπότητα ή ως εργαλείο προπαγάνδας, για κάποιους προσωπικούς, αμφίβολους σκοπούς. Καθετί κάτω από τον ήλιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό ή για κακό.

Αυτοπροσδιορίζεστε περισσότερο ως ανθρωπολόγος και όχι ως κινηματογραφιστής. Με ποια έννοια;

Γιατί στο σινεμά μου καταγράφω ό,τι βρίσκεται μπροστά από το φακό της κάμερας. Με προσελκύει, έχω εμμονή με την καταγραφή ορισμένων σημαντικών, έντονων στιγμών των σύγχρονών μου, ένα ενδιαφέρον με, κατά κάποιο τρόπο, ανθρωπολογική διάσταση. Αν διαβάσεις τους σπουδαίος ποιητές της Κίνας του 9ου, του 10ου, ή του 11ου αιώνα, θα διαπιστώσεις ότι είναι τόσο προσγειωμένοι και μέσα από αυτούς βλέπεις την Κίνα εκείνης της περιόδου, την ιστορία, τον τρόπο σκέψης. Γιατί εκείνοι οι έντονοι, συμπυκνωμένοι στίχοι αυτών των ποιητών είχαν ανθρωπολογική χροιά, αιχμαλωτίζοντας το πνεύμα της εποχής. Με αυτή την έννοια, κάθε μορφή τέχνης είναι ανθρωπολογία.

Και καθένας, δυνητικά, κινηματογραφιστής;

Παλιότερα, είχαμε μολύβια, γραφομηχανές. Κάποιοι γράφουν ποίηση, κάποιοι σημειώσεις, άλλοι τα καθημερινά ψώνια, γράμματα, καρτ-ποστάλ. Το ίδιο και με την κινηματογραφική κάμερα. Ο καθένας θα μπορούσε να φιλμάρει έχοντας απλώς μια κάμερα. Όλοι έχουμε στις τσέπες μας μία, κάποιοι από μας κουβαλάμε δύο. Έχω μόνο μία, νάτη! Μπορείς να κάνεις ό,τι θες μ’ αυτές. Κάποιοι από μας απλώς γράφουν ένα μήνυμα για να το στείλουν σ’ έναν φίλο, «εδώ είμαι, στην Αθήνα», κι ίσως ο φίλος σου βρίσκεται στο Τόκιο και πέντε λεπτά αργότερα βλέπει πως είσαι εκεί. Μία καρτ-ποστάλ, λοιπόν. Όμορφο! Κάποια από αυτά θα επιβιώσουν, γιατί έχουν σχεδόν την ίδια ένταση με εκείνα τα ποιήματα και τη συμπύκνωση των στιγμών σχετικά με την ουσία της ζωής το έτος 2017. Αυτά, οι άνθρωποι, ακόμα και 100 χρόνια αργότερα, θα ενδιαφέρονται να τα δουν. Όλα τα υπόλοιπα θα εξαφανιστούν. Όπως επέζησε ο Σεφέρης, για παράδειγμα.



Έχετε χαρακτηριστεί ο «νονός» της αβάν-γκαρντ. Πώς θα την ορίζατε;

Κοίτα στο λεξικό. Στο στρατό, είναι η πρώτη γραμμή. Σε κάθε πεδίο ανθρώπινης δραστηριότητας υπάρχει πάντα η πρώτη γραμμή, συμπεριλαμβανομένης και της μαγειρικής! Κάποιος που βαρέθηκε μ’ αυτό, το οποίο προηγήθηκε, και θέλει να προχωρήσει μπροστά, προς μια διαφορετική, καινούρια κατεύθυνση. Και, καθώς οι καιροί αλλάζουν, οι νέες τεχνολογίες αλληλεπιδρούν με καθετί άλλο. Εκείνοι, επομένως, που μελετούν την Ιστορία της Τέχνης ένας τρόπος για να καθορίσουν ποιας περιόδου είναι ένας συγκεκριμένος πίνακας κοιτάζουν τα παπούτσια, για παράδειγμα, και συμπεραίνουν: «Α, είναι του 1620!» Κι αυτό επειδή ξέρουν ότι, 20 χρόνια αργότερα, τα παπούτσια δε ζωγραφίζονταν με τον ίδιο τρόπο. Τα στιλ άλλαζαν κάθε 10-15 χρόνια. Τώρα, όλα εξελίσσονται ακόμα γρηγορότερα. Πάντοτε υπάρχει, υπήρχε και θα υπάρχει αβάν-γκαρντ.

Έχετε συμβάλει σ’ αυτή από την πλευρά σας;

Ίσως έχω συνεισφέρει με κάτι. Αλλά θα είχε συμβεί, ακόμα και χωρίς εμένα, γιατί η όλη τάση, οι ανάγκες της ανθρωπότητας είναι τέτοιες, που είχαν αρκετές επινοημένες ιστορίες και ήθελαν να προχωρήσουν προς την πραγματική ζωή, προς περισσότερο προσωπικές κατευθύνσεις. Όπως η γενιά του Μπιτ. Ή οι Provos στην Ευρώπη.

Κι αν εκείνη η γραφομηχανή δεν είχε κλαπεί στη Λιθουανία, γεγονός που επέσπευσε τη φυγή σας;

Το κανόνισαν οι άγγελοι να κλαπεί, για να καταλήξω στη Νέα Υόρκη και αυτές τις μέρες στην Αθήνα. Δε θα βρισκόμουν εδώ, αν δεν είχε κλαπεί η γραφομηχανή μου. Είμαι, λοιπόν, πολύ ευτυχής που εκλάπη! Πέρασα δυστυχίες και βάσανα στο μεταξύ, αλλά το ένα έφερε το άλλο... άλλωστε εξαρτάται τι κάνεις με κάθε κατάσταση.

Μιας και δε σχεδιάζετε καμία ταινία, πώς αποφασίζετε ότι έχει ολοκληρωθεί;

Δεν το αποφασίζω. Δεν προέρχεται από μένα αυτό που κάνω. Γίνεται από αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει καμία δημιουργική διαδικασία..

Κι έπειτα παίρνει μορφή κατά τη διαδικασία του μοντάζ;

Μοντάρεται από μόνη της! Εγώ απλώς εκτελώ. Είμαι πολύ ανοιχτός στο να ακούω. Δεν αντιστέκομαι. Σε ποιον αντιστέκεσαι λέγοντας «όχι»; Αντιστέκεσαι στη μοίρα, στους αγγέλους, διαταράσσεις τη φυσική ροή των πραγμάτων. Επομένως, κάνε, άκου, και ακολούθησε τη ροή. Το καθετί ρέει. Υπάρχουν μερικά βρώμικα ρεύματα, αλλά και μερικά καθαρά. Πρόκειται για προσπάθεια, πρέπει να δουλέψεις πάνω σ’ αυτό, να δουλέψεις με τον εαυτό σου, να είσαι ανοιχτός στο να ακούς, να διαβάζεις, να νιώθεις πολύ. Είναι εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία. Και καθόλου εύκολη.



Σας λείπουν κάτι ή κάποιοι από το παρελθόν σας;

Δε μου λείπουν. Αν ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος, για παράδειγμα, δεν είναι εδώ, είναι η δουλειά του. Υπό μία έννοια, δε θα έκανα ό,τι κάνω αν εκείνοι δεν έκαναν στην εποχή τους αυτά που έκαναν. Συνεχίζω, προσπαθώντας να μην προδώσω τη δουλειά τους, αυτό που συνεισέφεραν, καθώς προχωρώ μπροστά. Κάνω τα πάντα για να προστατεύσω το έργο τους, να εξασφαλίσω πως άλλοι θα το δουν όχι σήμερα, αύριο. Αυτό, νιώθω, είναι μέρος της ευθύνης μου.

Αισθάνεστε, επίσης, υπεύθυνος απέναντι στις νεότερες γενιές;

Με το να προστατεύω ό,τι θεωρώ πως η γενιά μου έχει δημιουργήσει. Θέλω να δώσω μέρος αυτής της ευχαρίστησης σε άλλους.

Επιδιώκουν νεότερης ηλικίας κινηματογραφιστές να έρθουν σ’ επαφή μαζί σας;

Συναντώ πολλούς κινηματογραφιστές. Είναι αναπόφευκτο.

Σας ευχαριστεί αυτό;

Είναι μέρος της δουλειάς μου σ’ αυτό τον πλανήτη.

Με τι άλλο ασχολείστε αυτό το διάστημα;

Είμαι πολύ απασχολημένος αυτό τον καιρό στη Νέα Υόρκη. Χτίζω μια βιβλιοθήκη που αφορά σε έντυπο και ηχητικό υλικό. Πρόκειται για μια τεράστια συλλογή υλικού, η οποία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε ερευνητές και σπουδαστές. Τώρα όλα είναι σε κουτιά. Είναι ακριβή διαδικασία, κοστίζει 8 εκ. δολάρια. Προσπαθώ να συγκεντρώσω μέρος του ποσού πουλώντας έργα τέχνης, που έχουν εισφερθεί από τους καλλιτέχνες. Η μεγαλύτερη υποστήριξη προέρχεται από αυτούς. Κάνω έκκληση, λοιπόν, και μέσω αυτής της συνέντευξης σε καλλιτέχνες, των οποίων η δουλειά πουλάει, να βοηθήσουν στη δημιουργία της βιβλιοθήκης.

Καθώς είναι η πρώτη σας φορά στην Ελλάδα και την Αθήνα, είχατε την ευκαιρία να την περιηγηθείτε;

Αναπνέω και προσπαθώ να νιώσω τον αέρα 2.000 χρόνων. Αυτό είναι ένα από τα σπίτια μας, η παλιά Ελλάδα. Βρίσκεται κάπου βαθιά στο δυτικό πολιτισμό. Είναι τόσο πολύ κομμάτι μας.

Τι άλλο θα αποκαλούσατε «σπίτι»; Τη Νέα Υόρκη, το σινεμά, ανθρώπους, τη Λιθουανία;

Το σπίτι είναι κάπου, όπου πηγαίνουμε από τη ζωή μας σ’ αυτό τον πλανήτη. Το σπίτι μας βρίσκεται σε μερικές άλλες διαστάσεις. Προς τα κει κινούμαστε. Απλώς περνάμε από δω. Είναι κάτι προσωρινό, καθώς προχωράμε μπροστά.

Οι φωτογραφίες του Γιόνας Μέκας και του Άνταμ Σμίτσικ που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι του Στάθη Μαμαλάκη.

Η προβολή των ταινιών του Γιόνας Μέκας Αναμνήσεις από τη Γερμανία και Αναμνήσεις από ένα ταξίδι στη Λιθουανία στο πλαίσιο της documenta 14 επαναλαμβάνεται στις 30 Μαΐου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-36, Κεραμεικός, 20:00, αίθουσα Α.

Ευχαριστώ θερμά τον υπέροχο άνθρωπο Γιόνας Μέκας για τη μισή ώρα που μου διέθεσε. Ευχαριστώ, επίσης, ιδιαιτέρως την Φωτεινή Μπάρκα, Υπεύθυνη ελληνικού τύπου & media της documenta 14, για την πολύτιμη συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Άτεφ Μπεν Μπουζίντ: «Ήθελα να δώσω μια διαφορετική εικόνα του Καΐρου και των Αιγυπτίων»


Με άξονα τον Αμρ Σαλάχ, ιδρυτή του πολύ ξεχωριστού Φεστιβάλ Τζαζ Καΐρου, ο τυνησιακής καταγωγής Γερμανός δημοσιογράφος, παραγωγός και σκηνοθέτης Άτεφ Μπεν Μπουζίντ μας εισάγει με το ανεξάρτητο ντοκιμαντέρ του Η τζαζ του Νείλου στο συναρπαστικό τζαζ σύμπαν της Αιγύπτου. Παράλληλα, μας γνωρίζει ένα τμήμα της αναδυόμενης αιγυπτιακής κοινωνίας πολιτών, που προσπαθεί να ζήσει και να δημιουργήσει υπό το βάρος ενός αυταρχικού καθεστώτος. Με αφορμή την πανελλήνια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ την Παρασκευή 28 Απριλίου στο πλαίσιο του 1ου En Lefko Film Festival συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια με τον σκηνοθέτη και άλλα μέλη του τιμ του ντοκιμαντέρ.

Η αγάπη σου στην τζαζ σε ώθησε, κατ’ αρχήν, να κάνεις το ντοκιμαντέρ σου;

Ασφαλώς και αγαπώ την τζαζ, αλλά δεν έκανα την ταινία ως φόρο τιμής σ’ αυτή. Συνέβη τυχαία ο πρωταγωνιστής μου, ο Αμρ Σαλάχ, να είναι πιανίστας της τζαζ. Δεν ήθελα, λοιπόν, να χάσω την ευκαιρία να κάνω ένα ντοκιμαντέρ ως όχημα για να αφηγηθώ την ιστορία του, καθώς και τις συνθήκες που βιώνει η νεότερη γενιά στο Κάιρο αυτή τη στιγμή.

Ήξερες τον Αμρ προσωπικά;

Τον συνάντησα το 2002-3 για πρώτη φορά. Γίναμε φίλοι και παρακολουθούσα την εξέλιξή του. Ήδη είχε μια τζαζ fusion μπάντα που ήταν πετυχημένη και το 2009 παρατηρησα ότι ξεκίνησε το τζαζ φεστιβάλ στο Κάιρο. Το 2013 αναρωτήθηκα γιατί δεν καταγράφω πώς οργανώνει αυτό το φεστιβάλ, ιδίως μετά την επανάσταση και την αντεπανάσταση στην Αίγυπτο. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα μου από την πρώτη στιγμή, κι έτσι άρχισα τα γυρίσματα της ταινίας.



Τα οποία πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια του 2014, έτσι δεν είναι;

Την άνοιξη του 2014.

Συνεχίζεται το φεστιβάλ;

Συνεχίζεται, αλλά δεν είναι υπαίθριο πλέον. Ο Αμρ το περιόρισε το 2015 σε ένα κλειστό χώρο κοντά στην πλατεία Ταχρίρ, στο κτίριο που χρησιμοποιούσε στο παρελθόν το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου.

Έχει κατορθώσει να εμπλέξει περισσότερους ανθρώπους στην τζαζ είτε ως θεατές, ή ως συμμέτoχους σε μουσικά σχήματα;

Η πλειοψηφία του κοινού του φεστιβάλ ήταν νέοι άνθρωποι, κι αυτό ήταν σπουδαίο. Γενικότερα, ωστόσο, η υποδομή που αφορά την τζαζ στην Αίγυπτο είναι πολύ περιορισμένη. Γι’ αυτό ήθελα να κάνω την ταινία, για να δείξω πώς οι άνθρωποι αγωνίζονται. Οι επίσημοι θεσμοί δεν υποστηρίζουν τις δραστηριότητες της κοινωνίας των πολιτών. Παρόλα αυτά, υπάρχει μια κοινωνία πολιτών που δεν είναι ακριβώς γνωστή στη Δύση. Αυτά που μαθαίνεις για τον αραβικό κόσμο είναι η μιζέρια και η ισλαμοφοβία, ούτε καν ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι ενδιαφέρονται για την τζαζ ή είναι μουσικοί. Οι άνθρωποι εκπλήσσονται και που υπάρχει τζαζ φεστιβάλ στο Κάιρο.



Πόσο «ριζωμένη» είναι ως μουσική παράδοση στην Αίγυπτο;

Το Κάιρο είναι μεγαλούπολη, σαν το Μουμπάι, το Σάο Πάολο, το Ρίο. Υπάρχουν τα πάντα εκεί. Από υπερμοντέρνα μέχρι πολύ παραδοσιακά, από υπερβολικά πλούσιους ανθρώπους μέχρι υπερβολικά φτωχούς. Κι ο πρωταγωνιστής δεν προέρχεται από προνομιούχο κάστα, αλλά από μια καλλιεργημένη μεσοαστική οικογένεια, από αυτές που εξαφανίζονται σε όλο τον κόσμο- και στην Ελλάδα ή τη Γερμανία.

Ωστόσο, υπάρχουν και πολύ ιδεαλιστές άνθρωποι, όπως ο Αμρ, που θέλουν να προωθήσουν την κουλτούρα της τζαζ σε μια ελεύθερη κοινωνία και να μεταδώσουν το πάθος τους στη νεότερη γενιά. Όλη του η ομάδα είναι Αιγύπτιοι νεαρής ηλικίας, πολύ ιδεαλιστές κι εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να διοργανώσουν μια εκδήλωση ακόμα κι αν δεν υπάρχει καμιά οικονομική στήριξη, γιατί βλέπουν το όφελος για την πόλη, τη χώρα και τους ίδιους. Μια γενιά που δε σκέφτεται διαφορετικά από μας εδώ στην Ελλάδα ή τη Γερμανία και θέλει να ζήσει σε μια ελεύθερη κοινωνία, όπου θα πραγματοποιήσει τα όνειρά της.  

Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει έτσι κι αλλιώς νόημα να περιμένουν από θεσμικούς φορείς να χρηματοδοτήσουν το πάθος και το όνειρό τους.

15-20 χρόνια πριν δεν ήταν οι νεότεροι έτσι. Επιθυμούσα, λοιπόν, να δείξω και την αλλαγή στη νοοτροπία ανάμεσα στους νέους, που έχουν περισσότερο κουράγιο να κάνουν πράγματα. Στα κατοπινά χρόνια συντελέστηκαν η επανάσταση και η αντεπανάσταση και τώρα η καταπίεση είναι πιο σκληρή. Ήθελα να δώσω μια διαφορετική εικόνα του Καΐρου, της Αιγύπτου και των Αιγυπτίων που δε βλέπεις συχνά, μια διαφορετική εικόνα αυτής της μοναδικής, σπουδαίας πόλης.



(Σεμπάστιαν Λάιτνερ, μοντέρ και συμπαραγωγός του ντοκιμαντέρ) Στο Ρότερνταμ η προβολή της ταινίας έκανε κάποιους Αιγύπτιους από το κοινό να νοσταλγήσουν τη χώρα τους, γιατί είδαν αυτό το θετικό κλίμα.

Το αναδημιούργησες κινηματογραφικά αυτό το κλίμα, λες κι είσαι μέρος αυτής της Αιγύπτου.

(Άτεφ) Αγαπώ την Αίγυπτο, αυτό ήταν το κίνητρό μου. Ακόμα και χωρίς καμία χρηματοδότηση. Είμαστε πραγματικά, εντελώς ανεξάρτητοι. Είμαι ο παραγωγός, δόξα τω Θεώ βρήκα τον Σεμπάστιαν, τον κύριο λόγο που μπορώ να κάθομαι εδώ τώρα ως σκηνοθέτης και να κουβεντιάζουμε. Είναι το «κλειδί» για την ολοκλήρωση της ταινίας.

(Σεμπάστιαν) Το αστείο είναι ότι συναντηθήκαμε μόλις πέρυσι και καταφέραμε να τελειώσουμε το φιλμ μέσα σε 2 μήνες. Λίγο αργότερα είχαμε την επιβεβαίωση της παγκόσμιας πρεμιέρας στο Ρότερνταμ. Όλα τα λεφτά βγήκαν από την τσέπη του Άτεφ. Το ντοκιμαντέρ είναι το «μωρό» του, είναι τα πρώτα του βήματα στην καριέρα του ως σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ. Νιώθεις την ενέργεια πίσω από την κάμερα. Πρόκειται για μια δουλειά αληθινή και διασκεδαστική και την ίδια στιγμή είναι μια υπέροχη ταινία με υπέροχες ιστορίες.



Πόσο δύσκολο είναι επιλεγεί η δουλειά σου από κάποιο φεστιβάλ, όταν είσαι ανεξάρτητος;

(Άτεφ) Ως ανεξάρτητος σκηνοθέτης, είναι πραγματικά δύσκολο να φτάσεις σε φεστιβάλ. Όταν δεν έχεις διανομέα, ατζέντη πωλήσεων ή τηλεοπτική εταιρεία, η θλιβερή ιστορία είναι πως δεν έχει σημασία η ταινία, αλλά η υποδομή από πίσω που την προωθεί. Γι’ αυτό και χαιρόμαστε τόσο πολύ που ο επιμελητής του προγράμματος στο Ρότερνταμ υπήρξε τόσο γενναίος, ώστε να την επιλέξει. Μας έσωσε, πραγματικά. Και το κοινό εκεί ενθουσιάστηκε. Παρόλα αυτά, επειδή είμαστε άγνωστοι, εισπράττουμε ως επί το πλείστον την απόρριψη από τα φεστιβάλ. Δεν το βάζουμε κάτω, πάντως. Συνεχίζουμε, πολεμάμε και, τελικά, ο En Lefko ήρθε σ’ εμάς. Δεν το περιμέναμε. Προφανώς διάβασαν ή τους μετέφεραν κάτι, επικοινώνησαν μαζί μας, τους στείλαμε την ταινία, την αγάπησαν, μας προσκάλεσαν και είμαστε ευγνώμονες που μπορούμε να παρουσιάσουμε το φιλμ στην Αθήνα.

(Σεμπάστιαν) Είναι ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, για την τζαζ. Οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται περί τίνος πρόκειται. Πρέπει να αφιερώσεις λίγο χρόνο, δεν πρόκειται χολιγουντιανή ταινία δράσης. Όταν είσαι ανεξάρτητος, μπορείς να κάνεις ό,τι σε εμπνέει και θέτεις υψηλά κριτήρια για τον εαυτό σου. Φτιάχνεις, λοιπόν, μια ταινία που εσυ αγαπάς και θες να δεις, κι αυτό μπορεί να είναι καλό για σένα, αλλά όχι για το υπόλοιπο 80%.



(Ατεφ) Δε θα μπορούσα να το κάνω, αν δεν είχα μια σπουδαία ομάδα. Σαν τον Άνταμ Λούκας, που συνέθεσε το κεντρικό μουσικό θέμα, ή τον Μάικλ Μπρέιν, τον δεύτερο διευθυντή φωτογραφίας. Είμαι ευγνώμων που είχα τους κατάλληλους ανθρώπους μαζί μου. Είναι πολύ σημαντικό. Είσαι τίποτα χωρίς την ομάδα σου.

(Άνταμ Λούκας, συνθέτης του κεντρικού μουσικού θέματος) Ήταν ο πρώτος σκηνοθέτης που ήρθε σπίτι μου και παρακολούθησε όλη την ταινία μαζί μου. Μόλις μου έδωσε το «οκ» να συνθέσω τη μουσική, έκατσα στο πιάνο και το έκανα. Υπηρξε μια μοναδική δημιουργική διαδικασία. Δεδομένου ότι δεν είχαμε μεγάλο προϋπολογισμό, δεν μπορούσαμε να νοικιάσουμε στούντιο και να συγκεντρώσουμε ένα συγκρότημα για να «τζαμάρει». Μάζεψα, έτσι, τον εξοπλισμό για ηχογραφήσεις που διαθέτω και ηχογράφησα τα κρουστά, το σαξόφωνο, το μπάσο και το Fender Rhodes. Τα έβαλα στον υπολογιστή, και μ’ αυτό τον τρόπο προέκυψε το στερεοφωνικό αρχείο που ταίριαζε με τις εικόνες.



(Ατεφ) Τις περισσότερες φωτογραφίες τις τράβηξε ο κύριος Μπρέιν. Είναι από την Αυστραλία και ζει στο Βερολίνο.

(Μάικλ Μπρέιν, δεύτερος διευθυντής φωτογραφίας) Μπήκα στο εγχείρημα τις τελευταίες μέρες του κι ήταν σπουδαία, γιατί μπόρεσα να είμαι παρών στο πιο συναρπαστικό μέρος. Απόλαυσα την κινηματογράφηση μιας μεγάλης ποικιλίας ειδών τζαζ από τη Μέση Ανατολή. Περάσαμε την τελευταία μέρα φιλμάροντας τους δρόμους του Καΐρου, μια πολιτικά φόρτισμένη και εύθραυστη κατάσταση, οπότε και κοντέψαμε να μπούμε σε μπελάδες με τις Αρχές.

Ευχαριστώ θερμά τον Ορέστη Πλακιά από το Γραφείο Τύπου του En Lefko Film Festival για την πολύτιμη συμβολή του στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

Το επίσημο site του ντοκιμαντέρ είναι http://cairojazzman.com/

Το ντοκιμαντέρ του Άτεφ Μπεν Μπουζίντ Η τζαζ του Νείλου προβάλλεται σε πανελλήνια πρεμιέρα την Παρασκευή 28 Απριλίου στον κινηματογράφο Δαναό, 19:30, στο πλαίσιο του τμήματος On Air του 1ου En Lefko Film Festival.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Τόμας Βασιλέφσκι: «Οι άνθρωποι μ’ ενδιαφέρουν πιο πολύ σε στιγμές κρίσης»


Με φόντο την Πολωνία της πρώτης μετακομμουνιστικής περιόδου, οι κισλοφσκικών επιρροών Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης του Τόμας Βασιλέφσκι, ενός από τους πιο ταλαντούχους Πολωνούς σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, είναι μια ταινία για την αγάπη, την αλλαγή και τη δυνατότητα επιλογής, με πρωταγωνίστριες 4 γυναίκες διαφορετικών ηλικιών. Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη στο πλαίσιο των περσινών Νυχτών Πρεμιέρας, κατά τις οποίες η ταινία του έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα της, ενώ από τις 20 Απριλίου προβάλλεται και στις αίθουσες.

Γιατί δεσπόζουν οι γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης;

Γιατί θυμάμαι τον καιρό εκείνο μέσα από τη γυναικεία οπτική.

Γιατί αυτό; Ήταν οι γυναίκες περισσότερο κυρίαρχες;

Επειδή, όταν κατέρρευσε ο κομμουνισμός, ξαφνικά είχαν μια γκάμα επιλογών. Πολλοί από τους Πολωνούς έφυγαν από τη χώρα, για να δουλέψουν αλλού, όπως ένας από τους χαρακτήρες στο φιλμ. Αυτή ήταν η ιστορία πολλών πολωνικών οικογενειών, αλλά και του πατέρα μου, της δικιάς μου οικογένειας. Άφησε την Πολωνία για τις Η.Π.Α. Έμεινα, λοιπόν, σπίτι με την μαμά μου, την μεγαλύτερη αδερφή μου και τις φίλες τους. Επόμενως, βίωσα την περίοδο του μετασχηματισμού μέσα από τα μάτια των γυναικών, γιατί μόνο γυναίκες υπήρχαν στο σπίτι μου. Ήταν, άρα, πολύ φυσικό για μένα να βρω ηρωίδες για την ιστορία, όχι ήρωες.



Εκτός από τη γυναικεία παρουσία, ποιες είναι οι πιο ζωντανές αναμνήσεις σου από εκείνη την περίοδο, ως μια συνολικότερη αίσθηση;

Θυμάμαι όταν αποκτήσαμε δορυφορική τηλεόραση, μία για ολόκληρο το κτίριο, και παρακολουθούσα διαφημίσεις στο RTL. Μια από αυτές, ήταν της σοκολάτας Bounty. Ακόμα τη θυμάμαι, γιατί ήταν γυρισμένη σε ένα εξωτικό νησί με φοινικόδεντρα και λευκή άμμο, οι άνθρωποι την έτρωγαν και σκεφτόμουν ότι δε θα τη γευόμουν ποτέ στη ζωή μου, ούτε θα έβλεπα ένα τέτοιο μέρος. Αυτή ήταν η προοπτική μας. Ξέρω πως οι Έλληνες έχουν διαφορετική αντίληψη για τον κομμουνισμό, λόγω των διαφορετικών κοινωνικο-πολιτικών συνθηκών, αλλά η γεωπολιτική της Πολωνίας ήταν αλλιώτικη- ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και τη Γερμανία. Η χώρα ήταν αποκλεισμένη, σαν κομμάτι της Σοβιετικής Ένωσης κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο για την πολωνική κοινωνία. Λειτουργούσε, λοιπόν, σαν ένα σημάδι. Ήταν η πραγματικότητά μου. Δεν ήξερα κάτι διαφορετικό. Είχα γεννηθεί μέσα στο κομμουνιστικό σύστημα, ξαφνικά αυτό κατέρρευσε και μπορούσα να επισκεφτώ τη Γαλλία ή τη Γερμανία, να αγοράσω ζεστό ψωμί.



Χρειαζόσουν χρόνο για να επεξεργαστείς αυτές τις αλλαγές.

Όχι μόνο εγώ, το ίδιο ίσχυε για όλους. Ξαφνικά υπήρξε ελευθερία, μπορούσαμε να αλλάξουμε τη ζωή μας, αλλά με ποιο τρόπο; Αυτό ήταν το δύσκολο. Κανένας δε μας έλεγε. Αυτό μου αφηγούνταν οι ηθοποιοί μου, όταν συζητούσαμε για την ταινία. Δεν πίστευαν στις επιλογές. Ακόμα και τώρα είναι δύσκολο για μια από τις ηθοποιούς, γιατί σε όλη της τη ζωή είχε διδαχθεί ότι δεν μπορεί να κάνει επιλογές.

Τα χρώματα που κυριαρχούν στο φιλμ είναι το γκρίζο και το υπόλευκο. Αποτυπώνουν σε συναισθηματικό επίπεδο τις δικιές σου αναμνήσεις από εκείνη την εποχή, τις «χρωματίζουν»;

Ο διευθυντής φωτογραφίας Όλεγκ Μούτου έζησε επίσης τον κομμουνισμό, στη ρουμανική του εκδοχή, και είχε σχεδόν τις ίδιες εμπειρίες μ’ εμένα. Όταν, λοιπόν, αρχίσαμε να συζητάμε για εκείνη την περίοδο, ξαφνικά αντιληφθήκαμε πως τη βλέπουμε με αυτά τα χρώματα, αν και η δικιά μου παιδική ηλικία υπήρξε ευτυχισμένη.



Πού γεννήθηκες;

Στο Τορούν, πολύ κοντά στο Βρότσουαφ: πολύ διαφορετική κοινωνία, πολύ παραδοσιακή, κλειστή. Ήμουν 16 χρονών όταν πρωτογνώρισα κάποιον από διαλυμένη οικογένεια.

Υπάρχει μια σχεδόν ζωγραφικού τύπου ποιότητα στην ταινία σου. Είσαι επηρεασμένος από τη ζωγραφική;

Πιο πολύ με συναρπάζει η αρχιτεκτονική, όχι η ζωγραφική. Το ντεκόρ και η θέση της κάμερας είναι πολύ σημαντικά για μένα, η φόρμα της ταινίας, η γλώσσα της. Δεν αφορά μόνο σε ό,τι αναφέρομαι, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το κάνω. Δίνω προσοχή στο καθετί. Αλλάζω το κάδρο ακόμα και για ένα χιλιοστό, για να είναι τέλειο.



Οι χαρακτήρες της ταινίας, αποπνέουν μελαγχολία- παραίτηση, ίσως-, σαν τους μοναχικούς ανθρώπους της Eleanor Rigby των Μπιτλς. Ήταν η περίοδος εκείνη μελαγχολική στην ουσία της ή η ματιά σου σ’ αυτή είναι τέτοια;

Δε σκέφτομαι εκείνη την εποχή συναισθηματικά. Ήταν υπερβολικά δύσκολοι καιροί. Οι γονείς μου έδιναν μάχη με τη ζωή. Περισσότερο έχει να κάνει με τους χαρακτήρες, παρά με το χώρο και το χρόνο.

Για όλους τους, περισσότερο ή λιγότερο, ακόμα κι όταν τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν καλά είτε, τελικά, δεν πάνε, ή παραμένουν ασαφή. Είναι σαν αφηγηματικό μοτίβο για σένα;

Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Οι άνθρωποι μ’ ενδιαφέρουν πιο πολύ σε στιγμές κρίσης. Γι’ αυτό πάντοτε μιλάω για εκείνες τις πολύ σκληρές στιγμές στις ζωές τους.

Και για κάποια ζητήματα ταμπού, όπως έκανες στο Floating skyscrapers για τον gay έρωτα.

Υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί η ταινία ήταν μεγάλη επιτυχία εκτός Πολωνίας πριν προβληθεί στη χώρα. Αν και συχνά ήταν δύσκολη η προώθησή της, το κοινό την εκτίμησε πραγματικά ως δείγμα καλού σινεμά. Κι αυτό με χαροποίησε ιδιαίτερα. Δεν περιμένω πως θα αρέσουν σε όλους οι ταινίες μου. Ούτε και σε μένα αρέσουν όλες οι ταινίες, οι πίνακες ή τα θεατρικά. Μπορώ, ωστόσο, να εκτιμήσω την καλή τέχνη.



Ποια είναι η πιο σημαντική πτυχή στη δημιουργία ταινιών για σένα;

Να λέω την αλήθεια. Αν μια ταινία πρόκειται να είναι αληθινή, οι άνθρωποι θα την καταλάβουν. Δε χρειάζεται να τους αρέσουν οι χαρακτήρες ή να έχουν κάτι κοινό μ’ αυτούς. Αν, όμως, υπάρχει αλήθεια στην ιστορία, θα τη νιώσουν.

Μέχρι στιγμής ποια ήταν η χειρότερη κριτική που έχεις δεχτεί για την τελευταία σου δουλειά;

Δε με πειράζουν οι κριτικές. Σε σχέση  με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης, αυτό που παρατήρησα είναι είτε ότι λατρεύουν την ταινία, ή τη μισούν. Κάποιες φορές έχουν υποστηρίξει πως δε μου αρέσουν οι γυναίκες, γεγονός που με εκπλήσσει, γιατί τις αγαπώ, όπως αγαπώ όλους τους χαρακτήρες μου. Θα μπορούσα να πεθάνω γι’ αυτούς. Τους βάζω σε διαδικασίες όπου πρέπει να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, δεν τους θυσιάζω και δεν τους υπερασπίζομαι. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Κάποιοι δυσκολεύονται να το κατανοήσουν.



Δουλεύεις με τους ηθοποιούς πολύ στενά.

Πολύ στενά. Κάνω 6 μήνες πρόβες για κάθε ταινία, οπότε το σενάριο μπορεί να αλλάξει. Στη διάρκεια των προβών, περνάμε πολλή ώρα μαζί συζητώντας, ανοιγόμαστε ο ένας στον άλλο, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Πρέπει να επικοινωνήσω τα συναισθήματά μου, τις πιο σκοτεινές στιγμές μου και πρέπει να το κάνουμε από κοινού, προκειμένου να χτίσουμε τους χαρακτήρες.

Όταν αυτό συμβαίνει και εισπράττεις εγκωμιαστικές κριτικές και βραβεία, νιώθεις πληρότητα.

Τα φεστιβάλ και τα βραβεία είναι φανταστικά, αλλά το πραγματικό βραβείο ήταν μια γυναίκα που έκλαιγε μετά την αθηναϊκή πρεμιέρα της ταινίας.

Ευχαριστώ την Σεργίνα Σταυρουλάκη από το Γραφείο Τύπου της Strada Films για τη βοήθειά της στον προγραμματισμό της συνέντευξης.

Η ταινία του Τόμας Βασιλέφσκι Ηνωμένες Πολιτείες της Αγάπης προβάλλεται στις αίθουσες από τις 20 Απριλίου σε διανομή της Strada Films.

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Alankrita Shrivastava: «Προσπαθώ να κάνω ταινίες με συνειδητό γυναικείο βλέμμα»


Απαγορευμένη στην Ινδία, η βραβευμένη σε διεθνή φεστιβάλ ταινία της Ινδής σκηνοθέτριας Alankrita Shrivastava Κραγιόν κάτω από την μπούργκα είναι μια φεμινιστική ματιά, επηρεασμένη από την παράδοση του Μπόλιγουντ, στην πατριαρχική καταπίεση και τις γυναικείες επιθυμίες, μέσα από την ιστορία 4 Ινδών γυναικών. Κουβεντιάζοντας με την σκηνοθέτρια, ενόψει της πανελλαδικής πρεμιέρας της δουλειάς της την Κυριακή 9 Απριλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο.

Αν και η ταινία σου μόνο εν μέρει περιστρέφεται γύρω από γυναίκες ντυμένες με μπούργκα ή με καλυμμένα χαρακτηριστικά, επέλεξες τον τίτλο Κραγιόν κάτω από την μπούργκα. Τη θεωρείς ένα πιο οικουμενικό σύμβολο της γυναικείας καταπίεσης;

Ο τίτλος είναι μεταφορικός. Για μένα σημαίνει ότι η εσωτερική ζωή των γυναικών πάλλεται από επιθυμίες και όνειρα, ακόμα κι αν αυτά δεν είναι προφανή στον έξω κόσμο. Σηματοδοτεί τον πόθο για ελευθερία και πάθος, που είναι εγγενή στις γυναίκες. Ακόμα κι αν πιστεύουμε πως οι γυναίκες παίζουν τους υπαγορευμένους ρόλους τους στην κοινωνία και είναι ευτυχισμένες με ό,τι έχουν, η αλήθεια είναι πως θέλουν να ζήσουν λίγο για τις ίδιες. Κανένας δεν μπορεί τις σταματήσει να κυνηγούν την ελευθερία και τα μικρά τους όνειρα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουν κρυφά. Ο τίτλος αντανακλά το θέμα της ταινίας.

Η πόλη του Μποπάλ, όπου εκτυλίσσεται το φιλμ σου, είναι κυρίως γνωστή στον «έξω κόσμο» για τη θανατηφόρα διαρροή χημικών στο εργοστάσιο της Union Carbide India Limited το 1984. Πώς σχετίζεσαι με την πόλη αυτή, και γιατί διάλεξες να τοποθετήσεις την αφήγησή σου εκεί;

Η τραγωδία με τη διαρροή χημικών εξακολουθεί να υπάρχει στις ζωές των ανθρώπων της πόλης. Ήταν τόσο τρομακτική, που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Τα παιδιά ακόμα υποφέρουν από τις συνέπειές της. Αλλά υπάρχουν πολύ περισσότερα στο Μποπάλ. Είναι μια όμορφη πόλη με υπέροχους ανθρώπους. Έχω περάσει πολύ καιρό εκεί, καθώς έχω δουλέψει σε ταινίες που γυρίστηκαν στην περιοχή. Είμαι πολύ εξοικειωμένη με την πόλη και την αγαπώ.

Οι κύριοι χαρακτήρες του Κραγιόν κάτω από την μπούργκα, 2 Μουσουλμάνες και 2 Ινδουίστριες, ζουν στην παλιά πόλη του Μποπάλ, ένα μέρος όπου Ινδουιστές και Μουσουλμάνοι ζουν σε πολύ κοντινή απόσταση και ειρηνικά. Ήθελα να τοποθετήσω την ταινία σε μια πόλη, στην οποία Μουσουλμάνοι και Ινδουιστές μοιράζονται το χώρο. Το Μποπάλ, λοιπόν, μου φαινόταν πολύ κατάλληλο.



Μου αρέσει, επίσης, που το Μποπάλ έχει την παλιά και την καινούρια πόλη, όπου υπάρχουν εμπορικά κέντρα, συγκροτήματα διαμερισμάτων και σικάτα γραφεία. Ήθελα να αιχμαλωτίσω ως κρυφό νόημα την ένταση ανάμεσα στην παραδοσιακή Ινδία, όπως αυτή αντιπροσωπεύεται από την παλιά πόλη, και την πρόσφατα μεταβαλλόμενη καταναλωτική Ινδία, η οποία εκπροσωπείται από τα εμπορικά κέντρα και τα γραφεία. Εντός αυτής της έντασης ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο είναι οι γυναίκες ικανές να αρθρώσουν τις δικές τους επιθυμίες.

Σε σχέση με τις 4 πρωταγωνίστριες, πόση από την πλοκή βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα σχετιζόμενα με τις ζωές γυναίκες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα στην Ινδία;

Η ταινία δε βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Αντανακλά κάποιες αλήθειες σχετικά με τη ζωή των γυναικών στην Ινδία. Οι 4 ιστορίες θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες των οποιωνδήποτε 4 γυναικών στην Ινδία. Είναι μια ειλικρινής αφήγηση με αυτή την έννοια. Αλλά η Ινδία είναι μια χώρα με μεγάλη ποικιλομορφία, και υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στις καταστάσεις των 4 χαρακτήρων, που καθορίζεται από την τάξη και το εκπαιδευτικό τους επίπεδο.



Ωστόσο, τα βαθύτερα ζητήματα των γυναικών, οι οποίες δεν μπορούν να ζήσουν πλήρως όπως θέλουν, ή που εξαναγκάζονται να κρύψουν τα όνειρα και τις επιθυμίες τους, ή να τις τοποθετήσουν στον πάτο της λίστας, ή των γυναικών, οι οποίες αγωνίζονται για αυτενέργεια ή την κυριότητα του σώματός τους, είναι οικουμενικά και διαπερνούν τάξη και πολιτισμούς.

Το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα φαντάζει σαν φεμινιστικό φιλμ στην παράδοση του Μπόλιγουντ. Σε ποιο βαθμό είσαι επηρεασμένη από αυτό το κινηματογραφικό είδος;

Μεγάλωσα με την παράδοση του Μπόλιγουντ, οπότε είναι κάπου μέσα μου. Κάνω, όμως, και μια συντονισμένη προσπάθεια να ξεμάθω ορισμένα πράγματα, διατηρώντας κάποια άλλα. Λατρεύω να χρησιμοποιώ τραγούδια στις ταινίες μου, γιατί, ως Ινδή, μου είναι ενστικτώδες. Παρόλα αυτά, προσπαθώ να τα χρησιμοποιώ με τον τρόπο μου. Όχι ως κομμάτια, τα οποία σε περισπούν από την αφήγηση, αλλά ως τμήμα της αφήγησης. Αυτό που πραγματικά προσπαθώ να αποφεύγω είναι οι μη ρεαλιστικοί υψηλοί τόνοι των μέινστριμ ινδικών ταινιών. Συχνά μπορούν να γίνουν πολύ θορυβώδεις. Προτιμώ ένα πιο πραγματικό τόνο.

Και η χρήση μιας ποικιλίας χρωμάτων στα κάδρα μου είναι εγγενώς περισσότερη απ’ ό,τι στις ευρωπαϊκές ταινίες, γιατί αυτή είναι η ινδική παλέτα. Αν περπατήσεις τριγύρω στην Ινδία, είσαι περικυκλωμένος από χρώμα. Τα κάδρα μου το αντανακλούν αυτό.



Και, το πιο σημαντικό, έχω πολλή επίγνωση του βλέμματός μου ως κινηματογραφίστριας. Προσπαθώ να κάνω ταινίες με ένα συνειδητό γυναικείο βλέμμα. Σ’ αυτό αποκλίνω από τα μέινστριμ ινδικά φιλμ, γιατί η ματιά τους τείνει να είναι αντρική και ετερο-κανονική. Οι γυναίκες αντικειμενοποιούνται, και ο τρόπος, με τον οποίο η κάμερα ταξιδεύει πάνω από τα γυναικεία σώματα ή ο μη ρεαλιστικός τρόπος που είναι ντυμένες οι γυναίκες, μου είναι ιδιαιτέρως μη ελκυστικοί. Προσπαθώ να απαλλαγώ από οποιοδήποτε ίχνος εκείνου του είδους της μάθησης.  

Θεωρείς τον εαυτό σου φεμινίστρια σκηνοθέτρια; Και, αν ναι, τι σημαίνει να είσαι φεμινίστρια και, ακόμα περισσότερο, φεμινίστρια σκηνοθέτρια στη σημερινή Ινδία;

Λοιπόν, είμαι φεμινίστρια. Και είμαι κινηματογραφίστρια. Και πιστεύω πως το σύστημα πεποιθήσεών μου διαμορφώνει τη δουλειά μου. Ελπίζω, επομένως, ότι είμαι φεμινίστρια σκηνοθέτρια. Δε νομίζω πως πρέπει να αποφασίσω ότι πρέπει να κάνω μια φεμινιστική ταινία. Λόγου του πώς βλέπω τον κόσμο και τις ιστορίες που θέλω να πω, νιώθω ότι ο φεμινισμός είναι εγγενής στις ταινίες μου. Το να είσαι φεμινίστρια σημαίνει να πιστεύεις πως οι γυναίκες πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες.



Αλλά το να ζεις ενεργά το φεμινισμό μέσω της δουλειάς σου ως κινηματογραφίστριας στην Ινδία, σημαίνει να κάνεις διαρκώς δύσκολες επιλογές και να απευθύνεις στον εαυτό σου ειλικρινείς ερωτήσεις. Σημαίνει να έχεις επίγνωση της πρόθεσης στην αποτύπωση των χαρακτήρων, να αμφισβητείς τον εαυτό σου, όταν δημιουργεί στερεότυπα, να αποφασίζεις να μην αντικειμενοποιείς τις γυναίκες μέσω των ενδυμάτων και των τραγουδιών. Να είσαι ευαίσθητη σχετικά με το πού τοποθετείται η κάμερα. Πάνω απ’ όλα, σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, και να τον αφήνεις να «ρέει» στη δουλειά σου. Σημαίνει να μην το βάζεις κάτω, όταν η κοινωνία θέλει να αποτύχεις. Σημαίνει να σκέφτεσαι ενεργά για την αναπαράσταση των γυναικών, ακόμα κι αν η ταινία αφορά σε έναν άντρα. Σημαίνει να έχεις το κουράγιο να προκαλείς το σεξισμό και το  μισογυνισμό, όταν το χρειάζεσαι. Σημαίνει το να υποστηρίζεις άλλες γυναίκες και άντρες που βρίσκονται στο ίδιο μονοπάτι.

Περιμένω τη μέρα που όλο και πιο πολλές γυναίκες θα κάνουν τις δικές μας φεμινιστικές ταινίες.



Γιατί το φιλμ σου ουσιαστικά απαγορεύτηκε στην Ινδία, πέρα από τα προσχήματα που παρουσιάστηκαν;

Γιατί έγινε από μια γυναικεία σκοπιά. Το γεγονός ότι οι γυναίκες κοιτούσαν τη ζωή τους ίσως προκάλεσε το πρόβλημα. Όντως νιώθω πως υπάρχουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές ιδέες σχετικά με το τι είναι και τι θα έπρεπε να είναι η Ινδία. Η Επιτροπή Λογοκρισίας επιδιώκει να διαιωνίσει την πατριαρχία και να φιμώσει τις γυναικείες φωνές. Υπάρχει πολλή βία και πολλές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στην Ινδία. Σε ευρύτερο πλαίσιο, μπορεί κάποιος να δει ότι η λογοκρισία κάθε μορφής τέχνης γίνεται για να κρατήσει ζωντανό το status quo. Το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα είναι ένα φιλμ που αμφισβητεί το status quo. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που του αρνήθηκαν την πιστοποίηση.

Καθώς το Κραγιόν κάτω από την μπούργκα πλησιάζει προς το τέλος του, μπαίνω στον πειρασμό να συμπεράνω πως η αλληλεγγύη μεταξύ των γυναικών είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να πολεμήσουν την πατριαρχική καταπίεση είτε αυτή ασκείται από άντρες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και από γυναίκες. Αντανακλά με ακρίβεια τη δική προσέγγιση αυτό το συμπέρασμα;

Ναι, συμφωνώ ότι η αλληλεγγύη ανάμεσα στις γυναίκες είναι ένα βασικό βήμα στη μάχη ενάντια στην πατριαρχική καταπίεση. Όταν συμμαχούμε με άλλες γυναίκες, γινόμαστε ισχυρές.

Ευχαριστώ θερμά την σκηνοθέτρια Alankrita Shrivastava για την άμεση ανταπόκριση στο ενδιαφέρον μου για συνομιλία και την Ευάννα Βενάρδου από το Γραφείο Τύπου του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο για την πολύτιμη συμβολή της στο συντονισμό της επικοινωνίας.  

Η ταινία της Alankrita Shrivastava Κραγιόν κάτω από την μπούργκα προβάλλεται την Κυριακή 9 Απριλίου, 20:00, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 50/50 Ισότητα και στον κινηματογράφο. Είσοδος δωρεάν.